Ύστερος Νεοκλασικισμός

Δημήτρης Φιλιππίδης, Νεοελληνική αρχιτεκτονική


1880. Επτά θερινές επαύλεις στη «Συνοικία Τσίλλερ» στον Πειραιά

Κύριος εκφραστής των κλασικιστικών τάσεων της περιόδου είναι ο Ερνέστος Τσίλλερ που κυριάρχησε στον ελληνικό χώρο το τελευταίο διάστημα του 19ου αιώνα. Χάρη στη μακρόχρονη παρουσία του στην Ελλάδα ο Τσίλλερ είχε κάθε ευκαιρία να διαπιστώσει από κοντά ότι ο άνεμος τώρα φυσούσε από άλλη κατεύθυνση. Ο Μεγαλοϊδεατισμός είχε ήδη στραφεί προς το Βυζαντινισμό και ο Τσίλλερ «είδε αυτή τη μεταβολή σαν δημιουργία μιας ανόθευτης λαϊκής παράδοσης μέσα στη νεοελληνική κοινωνία». Αν όμως ακολουθεί αυτήν την κατεύθυνση στα εκκλησιαστικά του κτίσματα, στα άλλα μένει πιστός στον κλασικισμό «που σαν ντόπια τέχνη πρέπει να διακρίνεται από το ελληνικό της χρώμα».

Η αρχιτεκτονική του Τσίλλερ μετεωρίζεται, κάποτε επικίνδυνα, ανάμεσα σε τυποποιημένες λύσεις – αναπόφευκτες μπροστά σε τέτοιο όγκο από έργα – και σε τολμηρές παραθέσεις «ετερόκλητων» στοιχείων. Ένας τέτοιος «εκλεκτικισμός» στα χέρια ενός λιγότερο ικανού αρχιτέκτονα, θα ήταν το λιγότερο καταστροφικός. Αυτό άλλωστε φάνηκε καθαρά αργότερα, όταν έλειψε ο Τσίλλερ και ο κλασικισμός έδειξες σοβαρά σημεία κάμψης. Τα προβλήματα που αντιμετώπισε ο Τσίλλερ όμως κατά κάποιο τρόπο είναι προβλήματα και της δικής μας εποχής ή οποία περιοδικά επιστρέφει σε παλαιότερες λύσεις δοκιμάζοντας νέες συνθέσεις κάτι που δεν εγγράφεται υποχρεωτικά στο παθητικό της αρχιτεκτονικής.

Η ανταπόκριση του έργου του Τσίλλερ στις σημερινές συνθήκες είναι ακόμα πιο εμφανές στο Βασιλικό (Εθνικό από το 1924) Θέατρο της Αθήνας (1895-1901). Μέσα σε ένα ιδιαίτερα μειονεκτικό οικόπεδο, που δεν άφηνε περιθώρια για την τόσο απαραίτητη υποχώρηση του διώροφου όγκου, η πρόσοψη του θεάτρου έχει διαμορφωθεί σε ένα κεντρικό στοιχείο εξαιρετικά πλούσιο σε υφή και σε δυο πλευρικά με την τυπική κλασικιστική διάταξη. Το κεντρικό αυτό στοιχείο που αντιστοιχεί στις εισόδους του θεάτρου, παρουσιάζει μια θαυμάσια κορινθιακή κιονοστοιχία μόλις να εξέχει από το επίπεδο της πρόσοψης. Μέσα στο ελάχιστο αυτό βάθος η διαδοχική παράθεση των κιόνων, των τόξων και τέλος σε εσοχή των παραθύρων με αετωματική απόληξη, δημιουργεί μια πλούσια σε αντιθέσεις επιδερμίδα στο κτίριο. Βρισκόμαστε πολύ κοντά σε αναγεννησιακά πρότυπα και φυσικά στον απόηχό τους στη σύγχρονη ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική. Ίσως η πιο ενδιαφέρουσα οπτική εντύπωση που προσφέρει το θέατρο, δηλαδή η διαδοχή των έντονων εσοχών του στυλοβάτη ακριβώς κάτω από τη στέψη, αναλογεί με την Προτεστάντικη Σχολή της Βιέννης (1861) του Θ. Χάνσεν, ένα πολυώροφο κτίριο με επάλληλες ζώνες ανοιγμάτων. Ίσως το πιθανότερο πρότυπο και για τα δυο κτίρια να είναι η Βιβλιοθήκη του Αδριανού στην Αθήνα.

Άλλα κοσμικά έργα του Τσίλλερ με χρονολογική σειρά είναι το Μέγαρο Μελά (Ταχυδρομικό Μέγαρο, πλατεία Κοτζιά, 1884), το Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο (Τρικούπη – Φειδίου, 1887), τα ξενοδοχεία «Μέγας Αλέξανδρος» (1889) και «Μπάγκειον» (1890) στην Ομόνοια, τα Ανάκτορα του διαδόχου Κωνσταντίνου (Ηρώδου Αττικού 1890-97), το μέγαρο Ι. Πεσματζόγλου (Β. Σοφίας – Ηρώδου Αττικού, 1893), η Σχολή Ευελπίδων (πεδίο Άρεως, 1900) και η προσθήκη στο Αρσάκειο (Σταδίου, 1900;). Επίσης οι μικρότερης κλίμακας κατοικίες D. Luders (Ανχέσμου – Σόλωνος, 1884), μέγαρο Λ. Δεληγιώργη (Ακαδημίας – Κανάρη, 1890), Ν.Θων (Λ. Κηφισίας, Αμπελόκηποι, 1891), μέγαρο Ι. Κασδόνη (Φιλελλήνων 6, 1894), Ο. Σταθάτου (Βασιλίσσης Σοφίας – Ηροδότου, 1895), Γ. Βόγλη (Ερμού 15, 1896), Βαρβαρέσσου (Λ. Σωκράτους, Πειραιάς, 1897) αρχοντικό Κωνσταντόπουλου (Άργος, 1912), αχρονολόγητη είναι η οικία της Σ. Λασκαρίδου (Λασκαρίδου- Φιλαρέτου, Καλλιθέα) και ο τάφος του Schliemann στο Α’ Νεκροταφείο στον τύπο του πρόστυλου ναού με ζωφόρο στη βάση.

Μέγαρο Μελά - Ιλίου Μέλαθρον - Μέγαρο Συγγρού

Συνοψίζοντας το έργο του Τσίλλερ στην περίοδο 1880-1900 είναι «πρωτοποριακό» από την άποψη ότι ενώ κινήθηκε μέσα στα πλαίσια της ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής, κατόρθωσε να του προσδώσει πρωτότυπο χαρακτήρα και να το κρατήσει σε ασυνήθιστα ψηλή στάθμη. Οι προσωπικές του έρευνες, η πλήρης ενημέρωση του πάνω στις ξένες εξελίξεις, το αδιαμφισβήτητο ταλέντο του πρόσφεραν την ευκαιρία να δημιουργήσει και όχι μόνο να αντιγράψει. Ειδικά η επιλογή του κλασικιστικού ιδιώματος από τον Τσίλλερ στάθηκε αποφασιστική. Χάρη σ’ αυτή την επιλογή, η ελληνική αρχιτεκτονική του τελευταίου τέταρτου του 19ου αιώνα κρατήθηκε μέσα στα κλασικιστικά πλαίσια, σε αντίθεση με ό,τι συνέβαινε τότε στην Ευρώπη. Παρόλο τον «εκλεκτικισμό» του ο Τσίλλερ διαθέτει μια ισορροπία που συνήθως λείπει στην αντίστοιχη περίοδο στην Ευρώπη. Πάλι εδώ έχουμε ένα σεβασμό στις τοπικές συνθήκες και στις αντίστοιχες κοινωνικές ανάγκες. Έτσι ως ένα σημείο η Ελλάδα διατήρησε μια μορφολογική ενότητα στη διάρκεια περίπου οκτώ δεκαετιών.

Ο κυριότερος παράγοντας που επιτρέπει μια τέτοια συνοχή είναι η έξαρση του Μεγαλοϊδεατισμού, που πάντα λειτουργεί σαν ενωτικό στοιχείο. Ο Fr. Loyer μάλιστα παρατηρεί ότι όπως η Μεγάλη Ιδέα στρεφόταν προς τη Μικρά Ασία σαν αναπόσπαστο μέρος του νεοελληνισμού, έτσι και ο ρομαντικός κλασικισμός ζητούσε μια κάποια ανανέωση μέσα από το πλησίασμα του ανατολικού εξωτισμού. Οι τάσεις αυτές έγιναν ακόμη εντονότερες γύρω στις αρχές του 20ου αιώνα, όταν εμφανίζεται έκδηλα μια διαφοροποίηση ανάμεσα στο βασιλικό κόμμα που επηρεάζεται απευθείας από τη γερμανική αυλή και στους φιλελεύθερους που μένουν προσκολλημένοι στον ελληνοκεντρικό κλασικισμό. Ενώ στην πρώτη περίπτωση μεταφυτεύονται στην Ελλάδα η γραφική αρχιτεκτονική, το Art Nouveau και το αντίστοιχό του Jugendstil – στη δεύτερη βρίσκουμε τον Αναστάσιο Μεταξά.

Γι’ αυτόν ο κλασικισμός αποτελεί στοιχείο εθνικισμού και χαρακτηρίζει τα πιο αξιόλογα κτίσματα που εμφανίστηκαν τότε. Έτσι η φιλελεύθερη αστική τάξη της προπολεμικής περιόδου ικανοποιούσε την ανάγκη της για κοινωνική επίδειξη με την αστική αρχιτεκτονική του Α. Μεταξά, ενώ στα προάστια και τις εξοχές κανείς δεν έβρισκε τη γραφική αρχιτεκτονική. Από τη μια μεριά ένας συγκρατημένος κλασικισμός, ένας μορφολογικός πουρισμός που οδήγησε στο «μοντέρνο» κλασικισμό του μεσοπολέμου. Από την άλλη μια έμφαση στη λειτουργικότητα και τη λιτότητα – τα πρώτα βήματα της λαϊκότροπης αρχιτεκτονικής.

Την εποχή ακριβώς που γίνονται όλες αυτές οι ζυμώσεις μέσα στους κόλπους της ελληνικής αρχιτεκτονικής, το Πολυτεχνείο συνεχίζει να αναπαράγει τον παρωχημένο αυστηρό κλασικισμό. Ο Βασίλης Τσαγρής διέσωσε την περιγραφή δυο σημαντικών καθηγητών στη σχολή Πολιτικών μηχανικών, του Ιωάννη Κολλινιάτη (1857-1921) και του Ιωάννη Λαζαρίμου (1849-1912). Ο πρώτος εμφανίζεται να διδάσκει το μάθημα της αρχιτεκτονικής «της εγκρίτου αρχαιότητος και αναγεννήσεως» με τον «ελληνικόν ενθουσιασμόν του και την εκχειλίζουσα εις τους οφθαλμούς του συγκίνησιν» αντίστοιχα ο δεύτερος λεπτολογεί «την ελαχίστην γραμμήν των αρχιτεκτονικών συνθέσεων των μαθητών, μη τυχόν η γραμμή αύτη δεν προήρχετο εξ ελληνικής εμπνεύσεως». Αμέσως μετά απ’ αυτούς όμως, και με την ίδρυση της σχολής Αρχιτεκτόνων εισβάλλουν στο Πολυτεχνείο οι «νεωτεριστές» τύπου Τσιπούρα και Hebrard, οπότε καταρρέει το οικοδόμημα του συμβατικού κλασικισμού που καλλιεργήθηκε τόσο ζηλότυπα από τους Έλληνες μηχανικούς, ξεκινώντας από τους στρατιωτικούς μηχανικούς ως τους πολιτικούς των αρχών του 20ου αιώνα.