Διάταγμα περί υγιεινής οικοδομής πόλεων και κωμών

ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

ΑΡΙΘ. 19 ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ, 15 Μαΐου 1835

 

ΣΥΝΟΨΙΣ ΤΩΝ ΕΜΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ

Διάταγμα περί υγιεινής οικοδομής

πόλεων και κωμών

ΟΘΩΝ

Ε Λ Ε Ω Θ Ε Ο Υ

ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ


Κατά πρότασιν της Ημετέρας επί των εσωτερικών Γραμματείας, διετάξαμεν τα ακόλουθα περί της τοποθεσίας των πόλεων και κωμών καθ’ όσον αύτη αφορά την επιμελουμένην της δημοσίου υγείας αστυνομίαν.

Αρθρ. 1

Πόλεις και κώμαι πρέπει ν’ ανεγείρωνται μόνον εις τόπον όπου ευρίσκονται τα προς το ζην αναγκαία και ήδη υπάρχει συστημένη η μετά των πέριξ συγκοινωνία ή δύναται τουλάχιστον να κατορθωθή δια μετρίας δαπάνης. Εντεύθεν συνάγεται ότι καθόσον συγχωρούσιν αι περιστάσεις συμφέρει να μη οικοδομώνται πόλεις και κώμαι εις γην απρόσβατον και άκαρπον.

Αρθρ. 2

Μόνον όπου επικρατεί υγιής αήρ συγχωρείται να κτίζωνται πόλεις και κώμαι, ουχί δε πλησίον τελμάτων ή απλώς εις τόπους νοσώδεις και κινδυνεύοντας από πλημμύρας, ηφαιστείους εκρήξεις κλπ, εκτός αν φαίνηται δυνατόν να απομακρυνθώσι τα τοιαύτα κακά δι’

επιτηδείων τρόπων ή να καταστώσι τουλάχιστον αβλαβή.

Αρθρ. 3

Πόλεις και κώμαι εκεί επιτρέπεται να γίνωνται όπου ή ήδη υπάρχει ή δύναται να εξοικονομηθή άλλοθεν ποσίμου και υγιεινού ύδατος ικανή ποσότης. Την δε ποιότητα ταύτην εξετάζει προηγουμένως έμπειρος και ειδήμων του πράγματος άνθρωπος. Το ποτάμιον και πηγαίον ύδωρ προκρίνεται παρά τα λοιπά ταύτα τα φρέατα δε και αι δεξαμεναί (κιστέρναι) πρέπει να ανεγείρωνται και κατασκευάζωνται εις αρμόδιον και άνοσον τόπον.

Αρθρ. 4

Η θέσις των ανεγερθησομένων πόλεων και κωμών πρέπει να εκλέγηται τοιαύτη ώστε να μην ενοχλώνται .... ούτε ποταμών και θαλάσσης. Κατά πάσαν όμως περίστασιν συμφέρει να έχη ελευθέραν δίοδον ο άνεμος δια να μη συσσωρεύωνται αναθυμιάσεις επιβλαβείς.

Εν γένει η ανοικτή, ελευθέρα και οπωσούν υψηλή θέσις προτιμάται από την πρίκλειστον και περιτοιχισμένην από υψηλά όρη, καθώς η προς μεσημβρίαν και ανατολάς κλίσις προκρίνεται από την προς άρκτον και δύσιν.

Αρθρ. 5

Περιτοιχίσματα, τοίχοι πόλεων, βάραθρα, προχώματα και τα όμοια εμποδίζουσι την ελευθέραν των ανέμων πνοήν και οφείλομεν όσον δυνατόν να τα αποφεύγωμεν.

Αρθρ. 6

Θέλει μάλιστα κατασταθή σκοπιμωτάτη των πόλεων η θέσις, εάν αι οδοί υπάρχωσιν ευθείαι και κόπτωνται ορθογωνίως. Αλλ’ η διεύθυνσις πρέπει να διατεθή πλαγία (εγκάρσια) προς τα τέσσαρα σημεία του κόσμου δια να φωτίζη όλα τα μέρη της πόλεως ο ήλιος.

Αι οδοί δεν πρέπει να γίνωνται δυσαναλόγως και υπερβολικώς πλατείαι δια να μην αυξάνη ο καύσων από έλλειψι σκιάς. Αλλά δεν συγχωρείται πάλιν ούτε πολλά στενά να γίνωνται και αυτών δε των μικρών οδών το πλάτος δεν θέλει είναι ολιγώτερον των 6 μέτρων.

Αρθρ. 7

Αι πλατείαι θέλουσι διορισθή ικαναί κατά τον αριθμόν και εις ανάλογον συμμετρίαν διηρημέναι, ουχί όμως υπερβολικού μεγέθους.

Αρθρ. 8

Και αι οδοί δε και αι πλατείαι αυταί των πόλεων πρέπει να στρωθώσι με στερεάς πέτρας, αι δε μεγάλαι εκ τούτων θέλουσιν έχει και λιθόστρωτα πεζοδρόμια.

Καμάραι και δενδροστοιχίαι δεν επιτρέπονται ειμή εις τας μεγάλας πλατείας και εις τας ευρυχωροτάτας ρύμας των πόλεων.

Αρθρ. 9

Εις όλας τας οδούς και πλατείας των πόλεων θέλουσι κατασκευασθή αύλακες και οχετοί προς εκροήν των υδάτων και ακαθαρσιών. Ένεκα δε τούτου πρέπει να δοθή εις τας οδούς η αναγκαία κλίσις τουλάχιστον 1/10 του μέτρου εις 30 μέτρα δια να φέρωνται τα ύδατα και αι ακαθαρσίαι δι’ αυλάκων και διωρύγων έξω της πόλεως, όπου εκχέωνται εις ρύακας, ποταμούς ή θάλασσαν.

Αρθρ. 10

Θέλει μάλιστα επιτύχει τον προκείμενον σκοπόν η θέσις των κωμών, αν τα δημόσια καταστήματα, οίον η εκκλησία, το σχολείον, το πρεσβυτερείον, το ξενοδοχείον, το δημαρχείον και τα τοιαύτα ευρίσκωνται περί το μέσον της κώμης. Αι δε οικίαι των χωρικών, πέριξ αυτών εις τεραγωνικόν ή κυκλοειδές σχήμα, φυλαττομένων των αναγκαίων εμβαδών (διαστημάτων) προς κατασκευήν κήπων και μικρών οδών. Η δε μεγάλη της κώμης οδός θέλει είναι λιθόστρωτος.

Αρθρ. 11

Καθ’ όλας τας πόλεις και κώμας θέλει γίνει φροντίς περί της αναγκαίας ποσότητος ποτίμου ύδατος δι’ υδραγωγείων, δεξαμενών και φρεάτων. Τα πρώτα αρμόζει μάλιστα να γίνωνται δια σωλήνων υπογείων. Απαιτείται όμως προσοχή δια να μη μολύνωνται ή βλάπτωνται κατά τι ούτε των πηγών αι δεξαμεναί (τα δοχεία) ούτε η καθ’ οδόν διεύθυνσις του υδραγωγείου. Αλλ’ η είσοδος του αέρος δεν θέλει εμποδισθεί παντελώς. Τα δε φρέατα και αι δεξαμεναί έχοντα το αναγκαίον βάθος θέλουσι προφυλάττεσθαι εξαιρέτως από τας εμπιπτούσας ακαθαρσίας ή επιβλαβή άλλα πράγματα, όπως ζώντα ή θνησιμαία ζώα, πτώματα και παρόμοια.

Αρθρ. 12

Παραγγέλομεν δε κατ’ εξοχήν να μη ευρίσκωνται πλησίον δεξαμενών, φρεάτων ή ρυάκων, τέλματα, απόπατοι ή οχετοί αποπάτων, θνησιμαιώνες και νεκροταφείον ή βλαβερά εργαστήρια, οίον χαρτοποιεία και βυρσοδεψεία δυνάμενα να μολύνωσι ή να καταστήσωσιν επιβλαβές το ύδωρ.

Αρθρ. 13

Δεν συγχωρείται επιχείρησις οικοδομής εις δήμους ... πριν εγκριθή το σχέδιον από εμπειρότεχνον άνδρα.

Εις τον αυτόν τούτον κανονισμόν υπάγονται ομοίως και οι λοιποί δήμοι εντός ή πλησίον των οποίων ευρίσκονται εμπειρότεχνοι άνδρες, εκτός μόνον αν η οικοδομή δια την ευτέλειαν της αξίας δεν απαιτή τοιαύτην πρόνοιαν κατά την ευλόγιστον γνώμην των επιτοπίων Αρχών.

Γενικώς το ύψος των οικιών δεν πρέπει να υπερβαίνη τας δυο οροφάς. Όπου δε συμβαίνουσι σεισμοί απαγορεύεται αυστηρώς το να έχωσι πλειοτέρας. Άξια μάλιστα φροντίδος κρίνονται πρώτον μεν η αρμοδία τοποθεσία της καπνοδόχης και των αποπάτων, έπειτα δε η συνεχής και ακριβής επιτήρησις όλου του οικοδομήματος, και κατ’ ιδίαν της στέγης, ήτις πρέπει να υπάρχη όσω δυνατόν ανωτέρα κινδύνου πυρκαϊάς, και εις τας πόλεις

να σκεπάζηται με κεραμίδια, αρδωσίαν σχιστήν λίθον ή μέταλλον. Εις δε τας κώμας αρκεί να

διατεθή ούτως, ώστε ο καπνός να εξέρχηται ακωλύτως.

Αρθρ. 14

Απαγορεύεται η χρήσις εις το εξωτερικόν των οικιών όλων των λαμπρών χρωμάτων, οποίον το κόκκινον, το βαθύ κίτρινον και το λευκόν. Ομοίως δε και των ελαιομίκτων βαφών (couleurs a l’ huile) και του βερενικίου ως επιβλαβών πάντων εις την υγείαν. Αυτά δε ομοίως συμφέρει να μην συνειθίζωνται όσω δυνατόν ούτε εις τα ένδον των οικιών.

Αρθρ. 15

Οικία νεόκτιστος δεν θέλει κατοικείσθαι πριν ξηρανθή εντελώς. Τούτο δε θέλει αποδειχθή δια της αστυνομίας εις την οποίαν ανατίθεται και η επιτήρησις όλων των διειλημμένων διατάξεων.

Αρθρ. 16

Τα δημόσια κτίρια θέλουσι κατατάττεσθαι αρμοδίως εντός της πόλεως εις μέσον ένεστιν

ελευθέρους (αναπεπταμένους) τόπους.

Αρθρ. 17

Οι σταύλοι συμφέρει να μακρύνωνται αρκετά από τας ανθρωπίνους κατοικίας. Εις δε τας κώμας πρέπει τουλάχιστον να διαχωρίζωνται απ’ αυτάς με έν διάφραγμα (μεσότοιχον). Ας κτίζωνται όμως πάντοτε κατωφερείς δια την εύκολον των υγρασιών απορροήν.

Αρθρ. 18

Νοσοκομεία, σωφρονιστήρια είτε φρενοβλαβεία, ειρκταί και εργατικαί φυλακαί ας ανεγείρωνται όσον δυνατόν έξω της πόλεως ή τουλάχιστον εις ελευθέρως αεριζόμενα χωρία.

Αρθρ. 19

Βιομηχανικά είτε τεχνικά καταστήματα, έχοντα βλαβεράν και επικίνδυνον επιρροήν εις τας γειτνιαζούσας κατοικίας, απαγορεύεται ν’ ανεγείρωνται άνευ αστυνομικής αδείας. Υπάγονται δε εις την κατηγορίαν ταύτην: Τα εργαστήρια όπου κατασκευάζονται το άμυλον, το βορουσιακόν κυανούν (bleu de prusse), αι μουσικαί χορδαί, το στιλβωτικόν δια τα τραπέζας μίγμα, το νιτρικόν οξύ (eau - forte), η μίλτος (minium), το αμμωνιακόν άλας, τα κηρόπαστα διαφόρου υφάσματα, τα βιβλιοδετικά χαρτώνια, το αρσενικόν, το βερενίκιον και το εμπυρευματικόν έλαιον, ομοίως δε και τα πυροτεχνεία, τα ρακοσυλλεκτήρια, οι κοπρώνες, τα κανναβοβρεκτήρια, τα ξηραντήρια της καυσίμου γης, αι κάμινοι του γύψου και της ασβέστου τα στεατοχωνευτήρια.

Αρθρ. 20

Τα σφαγεία βάλλονται έξω της πόλεως παρά την θάλασσαν, ποταμόν και εις τόπον όθεν δεν πνέουσιν παντελώς ή τουλάχιστον συχνά οι άνεμοι προς την πόλιν διατηρούνται δε

πάντα καθάρια.

Αρθρ. 21

Τα πεταλωτήρια επιτρέπεται μεν να υπάρχωσιν εις τας πόλεις, εντός όμως των αυλών. Εν ελλείψει δε τούτων οι πεταλωταί εργάζονται μόνον επί των μεγάλων πλατειών.

Αρθρ. 22

Τα λοιπά εργαστήρια, οσμήν δυσώδη ή βαρείαν απόζοντα ή θόρυβον προξενούντα τοπίζονται εις αποκέντρους συνοικίας (μαχαλέδες) της πόλεως.

Αρθρ. 23

Τα εκδορεία των ζώων ας μακρύνωνται τουλάχιστον ημίσειαν ώραν της πόλεως και των κωμών εις υψηλόν και σύδεντρον τόπον. Τα δε εκδαρέντα ζώα πρέπει να κατορύττωνται τουλάχιστον 6 πόδας βαθέως εις την γην.

Αρθρ. 24

Τα κοινοταφεία ας βάλλωνται ομοίως εις ικανήν απόστασιν της πόλεως και κώμης, καταφυτευόμενα με δένδρα και θάμνους κατά το εκδοθέν ήδη περί αυτών διάταγμα.

Αρθρ. 25

Αι οδοί και αι πλατείαι δεν πρέπει παντελώς να γίνωνται αδιάβατοι, εμφραττόμεναι ούτε εν καιρώ οικοδομής δια της κατεδαφίσεως ερειπίων, ούτε όταν αποφορτίζωνται οιαδήποτε αντικείμενα, ούτε τέλος δι’ άλλης τινάς επισωρεύσεως ή διασκορπίσεως πραγματειών διαφόρων ή άλλης ύλης.

Αρθρ. 26

Εις τα πέριξ και πλησιόχωρα μέρη των πόλεων και των κωμών πρέπει να οικονομώνται περίπατοι και αλωαί από καρποφόρα ή τουλάχιστον σκιερά δένδρα.

Αρθρ. 27

Οι Νομάρχαι, Έπαρχοι και Δήμαρχοι οφείλουσι κατά την ιδίαν αυτού έκαστος πολιτικήν δύναμιν να φροντίζωσι περί της ακριβούς φυλακής των εκτεθειμένων ορισμών εις την σύστασιν των πόλεων και κωμών καθώς και όταν γίνωνται μεγάλαι μεταβολαί οικοδομών εντός των πόλεων και χωρίων, αφ’ ενός μεν μέρους θέλουσιν ενεργεί συμβουλεύοντες και νουθετούντες, αφ’ ετέρου δε θέλουσι καταδιώκει τας παραβάσεις των κανονισμών τούτων κατά το κείμενον του Ποινικού Νόμου.

Αρθρ. 28

Το Ημέτερον τούτο διάταγμα θέλει δημοσιευθή δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως

Αρθρ. 29

Η επί των εσωτερικών Γραμματεία επιφορτίζεται την δημοσίευσιν και εκτέλεσιν αυτού.

Εν Αθήναις 3(15) Απριλίου 1835


ΕΝ ΟΝΟΜΑΤΙ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΕΩΣ

Η ΑΝΤΙΒΑΣΙΛΕΙΑ

Ο Κόμης ΑΡΜΑΝΣΠΕΡΓ Πρόεδρος, ΚΟΒΕΛ, ΕΪΔΕΚ

Ο επί των εσωτερικών Γραμματεύς της Επικρατείας Ι. ΚΩΛΕΤΤΗΣ