Το πρώτο ρυμοτομικό σχέδιο του Κιλκίς

Θανάσης Βαφειάδης, Χρονικό του Κιλκίς 1913-1940


Μερική άποψη του Κιλκίς το 1916 (Φωτογραφία του Fred Boissonnas)

Μετά το τέλος των βαλκανικών πολέμων το ελληνικό κράτος ξεκίνησε μια σημαντική προσπάθεια πολεοδομικής αναμόρφωσης των οικισμών που είχαν ενταχθεί στην ελληνική επικράτεια. Διακηρυγμένος στόχος ήταν η αποκατάσταση της ενότητας του εθνικού χώρου, που είχε αυξηθεί εντυπωσιακά ως προς τα γεωγραφικά του όρια και είχε ενισχυθεί πληθυσμιακά με την εγκατάσταση δεκάδων χιλιάδων προσφύγων. Ο τεχνικός εκσυγχρονισμός της χώρας αποτελούσε κομβικό σημείο για την πραγμάτωση της «Μεγάλης Ιδέας» που ευαγγελιζόταν ο βενιζελισμός και σε αυτήν την κατεύθυνση εντάχθηκε η προσπάθεια αναδιοργάνωσης των τεχνικών υπηρεσιών με τη δημιουργία ανεξάρτητου υπουργείου, το οποίο θα αναλάμβανε να αναπτύξει τις τεχνικές υποδομές της χώρας. Έτσι με το ν. 276 της 9ης Ιουνίου 1914 ιδρύθηκε το υπουργείο Συγκοινωνιών. Πρώτος υπουργός ανέλαβε ο πολιτικός μηχανικός και συγκοι­νωνιολόγος Δημήτριος Διαμαντίδης, ένας από τους διαπρεπέστερους εκπροσώπους του ελλη­νικού τεχνικού κόσμου. Το έβδομο υπουργείο, όπως ονομάστηκε το υπουργείο Συγκοινω­νιών, είχε την αρμοδιότητα των Δημοσίων Έργων και των ΤΤΤ (Ταχυδρομεία, Τηλεγραφεία, Τηλέφωνα). Η διεύθυνση των Δημοσίων Έργων διέθετε ξεχωριστό τμήμα «σχεδίων πόλεων και κτηρίων», το οποίο ανέλαβε την εκπόνηση των νέων πολεοδομικών σχεδίων που θα προήγαγαν τον εκπολιτισμό του ελληνικού χώρου. Η αποτίναξη της οθωμανικής κληρονομιάς και ο εξελληνισμός των πόλεων και των χωριών ήταν προϋπόθεση για την επίτευξη αυτού του στόχου, όπως επεσήμαινε με αγόρευση του στη βουλή ο Δ. Διαμαντίδης, στις 19 Σεπτεμβρίου 1914: «οι νεοαποκτηθείσαι πόλεις, εν τη οικοδομική διαμορφώσει των οποίων τόσον εκτύ­πως, ως γνωστόν, υπάρχει κεχαραγμένη η σφραγίς του κράτους υφ’ ο εδούλευον, καθιστά έτι επιτακτικωτέραν την ανάγκην λήψεως των μέτρων δι’ ων και υπό την οικοδομικήν έποψιν θα ήτο δυνατόν να εκπολιτισθώσιν το ταχύτερον».

Το επόμενο διάστημα οι βορειοελλαδικές πόλεις αποτέλεσαν το αποκλειστικό σχεδόν πεδίο άσκησης της ελληνικής πολεοδομίας και μεταξύ αυτών βρέθηκε το Κιλκίς. Η ιδιαιτερό­τητά του εντοπιζόταν στο γεγονός ότι ενώ οι άλλες πόλεις είχαν υποστεί μερική μόνο καταστροφή του αστικού τους ιστού, στο Κιλκίς η καταστροφή υπήρξε σχεδόν ολοκληρωτική.


Τα γενικά στοιχεία του σχεδίου


Μέσα από τα ερείπια και τις στάχτες που άφησε η μεγάλη πυρκαγιά του 1913 άρχισε να αναδύεται η νέα πόλη του Κιλκίς, με τους πρώτους οικιστές της να πυκνώνουν άναρχα τον ιστό της. Ο πληθυσμός του Κιλκίς το 1916 δεν πρέπει να ξεπερνούσε τις 2.000, αν λάβουμε υπ’ όψη τις δυο απογραφές του 1913 και του 1920 που κατέγραφαν αντίστοιχα 1.560 και 2.361 κατοίκους. Τη χρονιά αυτή έχουμε την κύρωση του πρώτου ρυμοτομικού σχεδίου, που αποτελεί την πρώτη απόπειρα ρύθμισης του αστικού χώρου στην πόλη του Κιλκίς. Το σχέδιο, του οποίου ο συντάκτης είναι άγνωστος, υπογράφηκε από τους υπουργούς Συγκοινωνιών και Οικονομικών στις 4 Μαρτίου 1916 και εγκρίθηκε με τη δημοσίευση του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ 50/1916).

Το ρυμοτομικό διάγραμμα συντάχθηκε σε ένα αρκετά λεπτομερές τοπογραφικό υπό­βαθρο, που παρέχει σημαντικές πληροφορίες για την τότε υπάρχουσα κατάσταση. Στο τοπογ­ραφικό διάγραμμα διακρίνονται ίχνη του ιστορικά διαμορφωμένου αστικού ιστού που είχαν διασωθεί κυρίως στον Φραγκομαχαλά με το συγκρότημα της Καθολικής μονής, στον Τουρκο­μαχαλά, με σημαντικότερο κτήριο το λουτρό και στην κυριότερη οδό της πόλης, την 21ης Ιουνίου, με τις παράγκες και τα μικρομάγαζα να παρατάσσονται σε συνεχή δόμηση στο μέτωπο του δρόμου. Η μεγαλύτερη έκταση της πόλης παρουσιάζεται αδόμητη με διάσπαρτες τις προσφυγικές κατοικίες που μόλις είχαν αποπερατωθεί.

Το σχέδιο κάλυπτε έκταση 132 εκταρίων, σχεδόν τη μισή της επιφάνειας που καταλαμβάνει η σημερινή πόλη (272 εκτάρια). Τα ακραία όρια του σχεδίου ήταν βορειοδυτικά η σημερινή συμβολή των οδών Παπαναστασίου και Μακεδονίας, βόρεια ο μύλος του Σαμαρά, βορειοανατολικά η συμβολή των οδών Κ. Μακούλη και Αμπέλων, νοτιοανατολικά η βρύση του Σαλάτς, νότια η πλατεία Ειρήνης, νοτιοανατολικά το δυτικό τμήμα της 21ης Ιουνίου μέχρι το ύψος του Νοσοκομείου και ανατολικά το 3ο δημοτικό σχολείο.


Η αποθέωση της γεωμετρίας


Το σχέδιο συνέθεταν ορθογώνια και επί το πλείστον ισομεγέθη οικοδομικά τετράγωνα τα οποία διατάσσονταν στις πλευρές ευθύγραμμων δρόμων, δημιουργώντας 3 τεμνόμενους ορθογωνικούς κανάβους. Το αυστηρά γεωμετρικό αυτό πρότυπο δεν ήταν καινο­φανές στην ελληνική πολεοδομία, αφού χρησιμοποιήθηκε ως βασική παράμετρος του πολεο­δομικού σχεδιασμού σε όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα. Η εισαγωγή της γεωμετρίας στον ιστό των απελευθερωμένων ελληνικών πόλεων δε λειτούργησε μόνο ως μέσο διευθέτησης του χώρου αλλά και ως μέσο ιδεολογικής σήμανσης και ρήξης με το παρελθόν. Έτσι απέναντι στον ασύμμετρο, πολύπλοκο και ακατανόητο χώρο της οθωμανικής πόλης η σύγχρονη ελληνική πόλη αντιπαρέθεσε τη συμμετρία, τη σαφήνεια και τον ορθολογισμό, που εκφράζονταν με τους ευθείς δρόμους και τους ορθογωνικούς δημόσιους χώρους. Η αντίληψη αυτή στο σχέδιο του Κιλκίς εκφραζόταν με την κατάργηση των στενών δρομίσκων με τις ακανόνιστες, δαιδα­λώδεις και πολλές φορές αδιέξοδες διαδρομές και την αντικατάσταση τους με φαρδείς δρόμους, που ρυμοτομούσαν σε αρκετές περιπτώσεις τα υφιστάμενα κτήρια. Με αυτόν τον τρόπο καταργούνταν οι εσωστρεφείς και περίκλειστες οικοδομικές νησίδες που ανταποκρίνονταν στις ανάγκες της παλιάς εθνικοθρησκευτικής γειτονιάς και αντικαθιστούνταν από τον εξωστρεφή «ευρωπαϊκό» τύπο του οικοδομικού τετραγώνου με κατοικίες και καταστήματα στραμμένα προς την πλευρά του δρόμου. Το αποτέλεσμα του σχεδίου ήταν η ομογενοποίηση του χώρου με τη μεταμόρφωση της παλιάς πολυπυρηνικής οργάνωσης της πόλης σε μονοκεντρική.

Σε αυτόν τον ενιαίο πλέον αστικό χώρο κυρίαρχο στοιχείο ήταν η χωροθέτηση μιας μεγάλης πλατείας στην οποία συνέκλιναν οι δυο βασικοί οδικοί άξονες, οι σημερινές οδοί 21ης Ιουνίου και Βενιζέλου. Νότια και ανατολικά της πλατείας προβλέπονταν δυο κοινωφελείς χώροι, που προορίζονταν για χρήση σχολείου και εκκλησίας. Οι τρεις αυτοί χώροι αυτοί μαζί με τα δυο Ο.Τ που περιέβαλαν τους διασωθέντες ναούς των 15 Μαρτύρων και του Αγίου Δημητρίου, καταλάμβαναν το 3,5% περίπου της συνολικής έκτασης της πόλης και δεν κάλυπταν προφανώς τις μελλοντικές ανάγκες των κατοίκων για κοινωνικές εξυπηρετήσεις.

Όσον αφορά το ιδιοκτησιακό καθεστώς το ρυμοτομικό σχέδιο απλώς διαχώρισε το δημόσιο χώρο από τον ιδιωτικό χωρίς να καθορίσει οικοπεδική διανομή στο εσωτερικό των οικοδομικών τετραγώνων. Πως όμως είχαν ρυθμιστεί τα όρια των ιδιοκτησιών; Ένας ακόμη αστικός μύθος θέλει τους πρώτους οικιστές να καθορίζουν τα όρια της νέας ιδιοκτησίας τους με ρίψη λίθου όπως οι αθλητές της σφαιροβολίας. Αυτό φυσικά δεν συνέβη αφού τα μεγαλύ­τερα οικόπεδα δεν κατέληξαν στους πιο χειροδύναμους αλλά στους οικονομικά ισχυρούς. Βέβαια τα κριτήρια για την αξία ενός οικοπέδου ήταν εντελώς ασαφή και ξένα προς τα σημερινά, αφού αναφέρονται περιπτώσεις κατοίκων που εγκατέλειψαν οικόπεδα που αρχικά είχαν επιλέξει επί της 21ης Ιουνίου και αποσύρθηκαν στα ενδότερα για να αποφύγουν το θόρυβο που έκαναν τα αλογό­καρα κατά τη μετακίνησή τους! Οι περισσότεροι εγκαταστάθηκαν τυχαία, σε όποιο χώρο βρήκαν μπροστά τους κατά τη μαζική τους προσέλευση και άλλοι επειδή εκτίμησαν κάποιο συγκριτικό πλεονέκτημα. Χαρακτηριστική είναι η αναφορά της Ειρήνης Ευθυμιάδου, της γνωστής «δεσποινίδος Ειρήνης»: Κι όταν ήρθαμε τί να δούμε; Όλα ερείπια, γιατί ήταν καμένα. Όταν φτάσαμε εδώ όπου είναι σήμερα το σπίτι μου, δίπλα ήταν μια βρύση με τουλούμπα. Επειδή στη Στρώμνιτσα το νερό ήταν μακριά από το σπίτι μας και υποφέραμε, ο πατέρας μου ταλαιπωρημένος με το νερό, βρήκε το μέρος ιδανικό, κι είπε: «εδώ θα μείνουμε».


Ένα σχέδιο που δεν εφαρμόσθηκε

Το σχέδιο αυτό με τους μεγάλους ευθύγραμμους δρόμους δεν εφαρμόσθηκε στο σύνολο του γιατί παραγνώριζε το υφιστάμενο οδικό δίκτυο και αγνοούσε τμήματα με ιστό ιστορικό, έστω κι αν αυτός ήταν αρκετά κατεστραμμένος. Επίσης στο νότιο τμήμα του λόφου του Αγίου Γεωργίου, που περιλαμβανόταν στο σχέδιο, οι έντονες κλίσεις του αναγλύφου κατέστησαν αδύνατη των διάνοιξη των δρόμων και έτσι αυτή περιοχή δεν δομήθηκε. Ωστόσο σε κάποια τμήματα της πόλης κρατήθηκε η γενική διάταξη με τη συνένωση δυο ΟΤ σε ένα με την προηγούμενη την κατάργηση του ενδιάμεσου δρόμου.

Κάπως έτσι τελείωσε «άδοξα» η διαδρομή του πρώτου ρυμοτομικού σχεδίου της πόλης. Το Κιλκίς θα έπρεπε να περιμένει άλλα 6 χρόνια την έλευση ενός πολεοδόμου, γνωστού αυτή τη φορά, που θα χάραζε ένα πραγματικά φιλόδοξο σχέδιο ρυμοτομίας.