Το πρόβλημα του ελληνικού κτηματολογίου

Δημήτριος Λαμπαδάριος, ΤΕΧΝΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ 15 Οκτωβρίου 1932

 

Αιγύπτιοι αρπεδονάπτες

Το κτηματολόγιον δεν πρέπει να θωρηθή ότι είναι επινόησις της εποχής μας. Γνωρίζομεν από τον Ηρόδοτον (484 - 413 π.Χ) ότι οι αρχαίοι Αιγύπτιοι επί βασιλέως Σεσώστριος (1325 - 1258 π.Χ) είχον κτηματολόγιον φορολογικόν και μάλιστα πληροφορούμεθα από τον ίδιον ότι οσάκις ο ποταμός κατέκλυζε τας ιδιοκτησίας επέμποντο υπάλληλοι οι οποίοι προσδιώριζον την επιφάνειαν των κατακλυσθεισών γαιών και εβεβαίουν ανάλογον φορολογικήν απαλλαγήν. Εν Αιγύπτω υπήρξε ιδιαιτέρα κατηγορία υπαλλήλων, οι κωμογραμματείς και τοπογραμματείς, οι οποίοι βάσει των κτηματικών σχεδίων και βιβλίων αποκαθίστων τα εξαφανισθέντα ορόσημα των κατακλυσθεισών ακινήτων ιδιοκτησιών εις τας αρχικάς αυτών θέσεις μετά την απομάκρυνσιν των υδάτων. Εκτός των Αιγυπτίων και οι Βαβυλώνιοι εγνώριζον την εκτέλεσιν κτηματολογικών μετρήσεων ως τούτο προκύπτει εκ του παλαιοβαβυλωνιακού κτηματικού σχεδίου (2400 π.Χ).

Εις την αρχαίαν Ελλάδα ευρίσκομεν καθιερωμένην την οροσήμανσιν των ιδιοκτησιών, τιθεμένων μάλιστα των ορίων αυτών υπό την προστασίαν του «ορίου Διός» και πλήρη οργάνωσιν «χρεωφυλακίου» ιδία της εποχής του Πελοποννησιακού πολέμου, προς φύλαξιν των τίτλων ιδιοκτησίας. Οι Ρωμαίοι δια των αγρομετρών και της νομοθεσίας αυτών είχον ρυθμίσει τα των κτηματολογικών σχέσεων.

Ο μέγας ανήρ της Γαλλίας, ο Ναπολέων, δια πάντα τα ζητήματα ασχοληθείς δεν παρέλειψε και το κτηματολόγιον. Εις τον Code Civil ισχύοντα εν Γερμανία με τον τίτλον τούτον, περιέλαβε τας σχετικάς διατάξεις και ωργάνωσεν υπηρεσίαν κτηματολογίου.

Εν Ελλάδι, από έκθεσιν της 12 Μαΐου 1691 προς τον Δόγην της Ενετικής Δημοκρατίας του sindico catasticatore ονόματι Μικιέλ, γνωρίζομεν ότι μέχρι της εποχής εκείνης είχε περατωθεί ο κτηματικός χάρτης των Πατρών και της Ηλείας (Καστέλ – Τορνέζε) και ότι είχε καταρτισθή catastico της ιδίας περιοχής και ήτο εν εκτελέσει ο χάρτης της επαρχίας Μεσσήνης, το δε κτηματολόγιο των λοιπών επαρχιών της Πελοποννήσου θ’ απήτει εισέτι διάστημα 8-10 ετών. Εξ ετέρου εγγράφου της 29 Νοεμβρίου 1867 προκύπτει, ότι η Ενετική κυβέρνησις δίδουσα οδηγίας εις τους κατερχομένους εις Πελοπόννησον τρεις συνδίκους τονίζει, ότι «κύριον έργον αυτών ήτο η διαίρεσις της χώρας εις περιοχάς μετά των ορίων των, η παρασκευή διαγραμμάτων και η κατάστρωσις κτηματολογίων περιεχόντων τας ιδιοκτησίας, τους μύλους, τας οικοδομάς, τα ιχθυοτροφεία, τα μεταλλεία και παν ότι χρήσιμον». Τη αληθεία πρέπει να θαυμάση τις την οργάνωσιν της Ενετικής Δημοκρατίας.


Α. Ποίαι υπήρξαν αι μκρατικαί προσπάθειαι παρ’ ημίν από του 1836 μέχρι σήμερον προς καταρτισμόν κτηματολογίου και ποία τα επιτευχθέντα αποτελέσματα.


Η πρώτη απόπειρα εισαγωγής κτηματολογίου εν Ελλάδι εγένετο τω 1836 δια του δημοσιευθέντος εν τω υπ. αριθμ. 70 φύλλω της 2ας Δεκεμβρίου της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως Διατάγματος «περί Κτηματολογίων», επέχοντος θέσιν νόμου. Καίτοι ο τίτλος του Διατάγματος χρησιμοποιεί την λέξιν κτηματολόγιον δεν επρόκειτο περί κτηματικών καταλόγων. Οι Βαυαροί, που τόσους τω όντι εμπνευσμένους νόμους εχάρισαν εις το Κράτος μας, ηθέλησαν να εισαγάγουν και τον γερμανικόν θεσμόν του κτηματολογίου. Δυστυχώς ο νόμος εκείνος έμεινε ανεφάρμοστος. Ο νομοθέτης εδανείσθη εκ της γερμανικής νομοθεσίας διατάξεις τινας αφορώσας εις το τυπικόν και ουσιαστικόν μέρος του καταρτισμού κτηματικών καταλόγων, αφίνων την ρύθμισιν των λεπτομερειών συντάξεως των καταλόγων τούτων εις ιδιαίτερον διάταγμα, όπερ όμως ουδέποτε εξεδόθη.

Μέχρι του 1888, ήτοι επί 52 έτη ουδεμία ενέργεια εγένετο προς καταρτισμόν κτηματολογίου, πλην της επιψηφίσεως νόμων τινων, αποσκοπούντων την εκ της ελλείψεως κτηματολογίου εξοικονόμησιν πραγμάτων, ως επί παραδείγματος, ο περί υποθηκών νόμος της 11 Αυγούστου 1836 και ο περί μεταγραφής της 29 Οκτωβρίου 1856.

Ο Χ. Τρικούπης με τον χάρτη της Ελλάδας

Η πρώτη σοβαρά κίνησις εν Ελλάδι προς καταρτισμόν αποδεικτικού κτηματολογίου εδημιουργήθη υπότης Κυβερνήσεως Τρικούπη ταυτοχρόνως και εκ παραλλήλου με τας προσπαθείας αυτής προς σύνταξιν του γενικού Επιτελικού Χάρτου της χώρας και χρονολογείται από του 1888. Ο αείμνηστος Τρικούπης είχε διαγνώσει την σπουδαιότητα του κτηματολογίου, ειργάσθη δε δραστηρίως και εμελέτησεν αυτό αόκνως, χωρίς όμως να επιτύχη τας αναγκαίας μεταρρυθμίσεις προς εισαγωγήν αυτού. Κατά Οκτώβριον του 1888 είχεν ανακοινωθή εις την Κυβέρνησιν υπό της αρμοδίας Υπηρεσίας του Υπουργείου Οικονομικών, ότι προσεγένετο εις το κράτος ζημία περί το έν εκατομμύριον δραχμών εκ της κατοχής υπό ιδιωτών εθνικών γαιών μη δηλωθεισών, ως ώφειλον ούτοι να πράξουν συμφώνως προς τας διατάξεις του νόμου της 25ης Μαρτίου 1871 περί διανομής και διαθέσεως των εθνικών γαιών. Προς έλεγχον απεφασίσθη υπό της Κυβερνήσεως η αναθεώρησις των εις τους ιδιώτας παραχωρηθεισών γαιών και φυτειών. Κατά δε την 39ην Συνεδρίαν της Βουλής της 16ης Δεκεμβρίου 1888 προέβη ο αείμνηστος Χ. Τρικούπης εις σχετικάς ανακοινώσεις επί της εθνικής ταύτης ζημίας και υπέβαλε νομοσχέδιον «περί συστάσεως χαρτογραφίας» παρά τω υπουργείω Στρατιωτικών, προωρισμένου εις την διαγραφήν, σύνταξιν και εκτύπωσιν παντός είδους χαρτών χρησίμων εις τας διαφόρους υπηρεσίας του κράτους και τον καταρτισμόν χάρτου κτηματολογικού του Δημοσίου, όπερ κατά φρασεολογίαν του Χ. Τρικούπη «θα είνε αφετηρία της συντάξεως του γενικού κτηματολογίου του κράτους». Ήτοι η τότε κυβέρνησις δεν είχε ακόμη λάβει απόφασιν δια την σύνταξιν γενικού κτηματολογίου. Το νομοσχέδιον τούτο εψηφίσθη μόνον εις πρώτην ανάγνωσιν, εγκατελείφθη δε μη επιψηφισθέν.

Αρχομένου όμως του 1889 η κυβέρνησις σκοπούσα την γενικήν Χαρτογράφησιν και κτηματογράφησιν της χώρας, προέβη δι’ ειδικής προς τούτο αποστολής εις την μελέτην των εν Βοσνία και Ερζεγοβίνη υπό των Αυστριακών εκτελουμένων χαρτογραφικών και κτηματογραφικών έργων και επειδή η τότε ελληνική Χαρτογραφική Υπηρεσία Στρατού δεν διέθετε ούτε προσωπικόν ούτε όργανα κατάλληλα δια την εις ευρείαν κλίμακα και συμφώνως προς τας νεωτέρας μεθόδους της εποχής εκείνης εκτέλεσιν Γενικού Επιτελικού Χάρτου και Κτηματολογίου, απεφάσισε να ζητήση παρά της Αυστροουγγρικής κυβερνήσεως την κάθοδον αποστολής εξ υπαλλήλων του Γεωγραφικού Ινστιτούτου της Βιέννης προς οργάνωσιν των τμημάτων Γεωδαισίας, Χαρτογραφίας και Κτηματολογίου της Χαρτογραφικής Υπηρεσίας Στρατού και προς εκπαίδευσιν και δημιουργίαν πυρήνος τεχνικού προσωπικού. Κυρίως αι συνεννοήσεις διεξήχθησαν εν Βιέννη δια του απεσταλμένου της Κυβερνήσεως Κ. Δ. Καρούσου, γνωστού εκ των περί Κτηματολογίου, Κτηματικής Τραπέζης και γεωργικής πολιτικής συγγραμμάτων του, εργασθέντος δε σχεδόν καθ’ όλον τον βίον αυτού με ψύχωσιν και ενθουσιασμόν δια το κτηματολόγιον.

Ο συν/χης Χάινριχ Χαρτλ

Η Αυστριακή αποστολή κατήλθεν εις την Ελλάδα κατ’ Αύγουστον 1889 ειργάσθη συνεχώς και αδιαλείπτως με πρωτοφανή αγάπην και αφοσίωσιν προς την χώραν μας μέχρι του Φεβρουαρίου του 1897, οπότε ανεκλήθη εις Βιέννην. Εις την αποστολήν ταύτην οφείλει η Ελληνική γεωδαιτική επιστήμη ιδιαιτέραν ευγνωμοσύνην, διότι έθηκεν αύτη το θεμέλιον της επιστημονικής και πρακτικής εκτελέσεως των γεωδαιτικών και χαρτογραφικών εργασιών και εδημιούργησεν πολύτιμον πυρήνα γεωδαιτών. Εξ αυτής προήλθαν οι κατόπιν διευθύναντες τας εργασίας στρατιωτικής χαρτογραφίας Ε. Μεσσαλάς, Κ. Κωνσταντινόπουλος, Κ. Νίδερ, Κ. Κοντόσταυλος, Δ. Δόσιος, Κ. Μαζαράκης, και άλλοι. Αι κυρίως κτηματογραφικαί εργασίαι διεξήχθησαν εις περιωρισμένην κλίμακα. Εξετέλεσεν όμως η αποστολή αύτη το σπουδαιότερον προκαταρκτικόν μέρος του κτηματολογίου, ήτοι το πρωτεύον γεωδαιτικόν δίκτυον, όπερ συνιστά τον σκελετόν και την βάσιν αυτού και αφ’ ου εξαρτώνται ως γνωστόν αι λεπτομερειακαί γωμετρικαί μετρήσεις του Κτηματολογίου.

Κατ’ Αύγουστον του 1889 η Κυβέρνησις επιλαμβάνεται εκ νέου του προβλήματος του κτηματολογίου και μάλιστα δις συγκαλούνται εις σύσκεψιν προεδρευομένην υπό του ιδίου προέδρου της Κυβερνήσεως, υπουργοί, νομικοί σύμβουλοι, βουλευταί, αξιωματικοί και υπάλληλοι ενώπιων των οποίων εκτίθενται oι κυβερνητικαί σκέψεις και ειδικοί εισηγηταί εκθέτουν τα εν Βοσνία και Ερζεγοβίνη ισχύοντα περί κτηματολογίου και τα του συστήματος Τόρρενς της Αυστραλιανής νομοθεσίας, όπερ η κυβέρνησις εκ των εν Ρουμανία επιτυχιών αυτού εσκόπει να εισαγάγη και εν Ελλάδι. Είναι η πρώτη φορά που γίνεται σοβαρά σκέψις εισαγωγής και συντάξεως του «αποδεικτικού κτηματολογίου» εις το κράτος μας. Οι αποφάσεις της Κυβερνήσεως έλαβον και επίσημον χαρακτήρα δια των γενομένων ενώπιον της Βουλής ανακοινώσεων υπό του τότε πρωθυπουργού αειμνήστου Χ. Τρικούπη, ως υπουργού επί των Οικονομικών κατά την 11ην συνεδρίαν της 4 Νοεμβρίου 1889, καθ’ ην κατετέθη ο προϋπολογισμός της χρήσεως του έτους 1890. Εδηλούτο τότε υπό της Κυβερνήσεως, ότι προέβη αύτη εις την απόφασιν να εισηγηθή την λήψιν νομοθετικών μέτρων προς τακτοποίησιν της «ακανονίστου» ακινήτου ιδιοκτησίας και των επ’ αυτής πράξεων προς καταρτισμόν γενικού «κτηματικού χάρτου» της Χώρας.

Μετρήσεις τριγωνομετρικού δικτύου το 1896

Αι προσπάθειαι της Κυβερνήσεως Τρικούπη ητόνησαν μετέπειτα, διεκόπησαν αργότερον και τέλος ανεστάλη πάσα κίνησις προς εισαγωγήν του αποδεικτικού κτηματολογίου, περιπεσόντος εις λήθην επί των κατόπιν μέχρι του 1898 κυβερνήσεων. Μάλιστα εκ του νόμου ΒΥΠΑ’ του 1897 συνάγομεν, ότι προσεπάθησε το κράτος τότε δια προσωρινής λύσεως να προβή εις καταμετρήσεις προς έλεγχον των υπό ιδιωτών καταπατηθεισών εθνικών γαιών. Επί κυβερνήσεως Ζαΐμη και επ’ ευκαιρία της σταφιδικής κρίσεως προέκυψεν πάλιν τω 1889 επιτακτικόν το ζήτημα του κτηματολογίου.

Η Κυβέρνησις Ζαΐμη κατά το τέλος του έτους 1898 απεφάσισε κατ’ αρχήν, κυρίως από απόψεως τελειοποιήσεως της κτηματικής νομοθεσίας, την εισαγωγήν του κτηματολογίου εις τας σταφιδοφόρους επαρχίας, όπου ήσαν αι ανάγκαι επιτακτικαί προς εδραίωσιν της κτηματικής πίστεως. Δια την κάλυψιν των δαπανών εσκοπείτο τότε η χρησιμοποίησις του περισσεύματος εκ του σταφιδικού παρακρατήματος. Η πτώσις της Κυβερνήσεως Ζαΐμη ανέστειλε την λίαν ορθώς ληφθείσαν απόφασιν αυτής. Η διαδεχθείσα αυτήν Κυβέρνησις, παρά τας σχετικάς δηλώσεις αυτής δια του τότε υπουργού των οικονομικών περί καταρτισμού κτηματολογίου εν τοις σταφιδοφόροις περιοχαίς και εφαρμογήν τελειοτάτου συστήματος εγγείου φορολογίας, δεν προέβη εις την λήψιν ουδενός νομοθετικού μέτρου (πλην του νόμου περί ιδρύσεως Σταφιδικής Τραπέζης και φορολογίας της σταφίδος).

Επακολουθεί μετά την πτώσιν της Κυβερνήσεως Ζαΐμη δωδεκαετής περίοδος, ήτοι μέχρι του 1909 καθ’ ην πάλιν το Κράτος δια προσωρινών λύσεων και προχείρων μέτρων προσπαθεί να αναπληρώση την έλλειψιν κτηματολογίου. Σειρά νομοθετημάτων περί εκπονήσεως και διανομής των κτημάτων της Ζαππείου περιουσίας, περί συνοικισμού και διανομής γαιών εν Θεσσαλία, περί οργανώσεως και διοικήσεως του Θεσσαλικού Ταμείου και έτερα καταδεικνύουν τούτο.

Εις τα του έτους 1910 αναδιοργανωτικά μέτρα του κράτους, περιελήφθη και η σύνταξις αποδεικτικού κτηματολογίου, ψηφισθέντος υπό της Βουλής του νόμου ΓΧΝΖ’ (3657) της 22 Μαρτίου 1910 «περί κτηματικού χάρτου και οροθεσίας ακινήτων κτημάτων», όστις είχε κατατεθή τη 24 Δεκ. 1909 υπό των Υπουργών επί της Δικαιοσύνης Π.Θ. Ζαΐμη, επί των οικονομικών και εσωτερικών Α. Ευταξία και επί των στρατιωτικών Ι. Κωνσταντινίδη, εγένετο όμως μετά τινας μήνας νόμος του κράτους. Κυρίως αι διατάξεις του νόμου αφεώρων την οροσήμανσιν των ακινήτων ιδιοκτησιών και την διεξαγωγήν των σχετικών γεωμετρικών εργασιών, ων η εκτέλεσις δια του ιδίου νόμου ανετέθη πάλιν εις την Χαρτογραφικήν Υπηρεσίαν Στρατού, επιφυλαχθείσης της κυβερνήσεως δι’ ιδιαιτέρου νομοθετήματος να ρυθμίση τα της συντάξεως και τηρήσεως των κτηματικών βιβλίων.

Ο Δημήτριος Λαμπαδάριος

Κυρίως η οροσήμανσις και αι γεωμετρικαί εργασίαι του κτηματολογίου διεξήχθησαν κατά τον βορειοανατολικόν τομέα της πόλεως Αθηνών, διακοπείσαι το 1912, ήτοι μετά διετίαν σχεδόν, κληθέντος του Στρατού να εκπληρώση άλλο υπέρτερον καθήκον. Άξιον μνείας είναι ότι ο νόμος ΓΧΝΖ’ εφηρμόσθη κατά την συνεπεία πυρκαϊάς ανοικοδόμησιν των

Σερρών. Το Εθνικόν Μετσόβιον Πολυτεχνείον επιθυμούν να ενισχύση εαυτό και το κράτος, προεκήρυξεν τω 1914 διαγώνισμα μεταξύ των αριστούχων διπλωματούχων του ιδρύματος προς αποστολήν εις την αλλοδαπήν επί τριετίαν δαπάνη του Αβερωφείου Κληροδοτήματος, ενός υποτρόφου προς θεωρητικήν και πρακτικήν σπουδήν εις τους κλάδους της γεωδαισίας, χαρτογραφίας και κτηματολογίου. Είχα την τύχην να είμαι επιτυχών και να επωφεληθώ της ευκαιρίας κατά το διάστημα των σπουδών μου τόσον εν Γερμανία, την κοιτίδα του αποδεικτικού κτηματολογίου, όσον και εν Ελβετία να ερευνήσω τα τε νομικά και τεχνικά προβλήματα του κτηματολογίου.

Η κατ’ Αύγουστον του 1917 πυρκαϊά μεγάλου τμήματος της πόλεως Θεσσαλονίκης, κατέστησε εκ νέου, αισθητοτάτην την έλλειψιν αποδεικτικού κτηματολογίου και την ανάγκην της σχετικής νομοθεσίας. Είχα την τιμήν τότε να μοι ανατεθή παρά της κυβερνήσεως προτάσει της επί της Συγκοινωνίας υπουργού κ. Α. Παπαναστασίου, η διεύθυνσις των εργασιών κτηματολογίου της πόλεως Θεσσαλονίκης, αίτινες ήρξαντο αμέσως κατά Σεπτέμβριον μήνα. Επιτροπή, ης προήδρευσεν ο ίδιος ο επί της Συγκοινωνίας κ. Υπουργός και έχουσα μέλη το σήμερα αντιπρόεδρον του Συμβουλίου Επικρατείας κ. Μ. Αγαθόνικον, τον καθηγητήν του Ε. Πανεπιστημίου κ. Θ. Πετμεζάν και τον ομιλητήν επεξειργάσθη και συνέταξε σχέδιον νόμου προσωρινού αποδεικτικού κτηματολογίου ψηφισθέντος υπό της Βουλής και δημοσιευθέντος υπ. αριθ. 1122 (εν τω από 4 Ιανουαρίου 1918 φύλλω (αρ. 5) της Εφημερίδος Κυβερνήσεως). Δια πρώτην φοράν παρ’ ημίν χάρτης και κτηματικά βιβλία εκτελούνται εκ παραλλήλου.