Το Πολυτεχνικό Σχολείο

Αγγελική Φενερλή, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού (συλλογικό)

Το πρώτο κτήριο που στέγασε το Πολυτεχνικό Σχολείο, η οικία Βλαχούτση


Ο ίδιος ο Καποδίστριας από το 1828, πριν ακόμη έλθει στην Ελλάδα, είχε σκοπό να οργανώσει στην Ελβετία ή την Ιταλία κάποιο οικοτροφείο για τα παιδιά που θα ήθελαν ανάμεσα στις άλλες σπουδές τους να ασχοληθούν με τις θετικές επιστήμες ή να αποκτήσουν τεχνικές γνώσεις. Όταν ανέλαβε τη διακυβέρνηση του νεοσύστατου κράτους, προκειμένου να οργανωθεί το ορφανοτροφείο της Αίγινας, δέχτηκε ορισμένες προτάσεις. Σε ένα μάλιστα υπόμνημα του Ι. Βενθύλου (1829) εκτός από το μάθημα της καλλιγραφίας, για όσους δεν είχαν «ευκολία» στα γράμματα προτεινόταν ως απαραίτητα τα εξής μαθήματα: ξυλουργική, τορνευτική, ραπτική, σκυτοτομική, κεραμευτική, κλειδουργική ενώ ως εκπαιδευτές τους θα επιλέγονταν Γερμανοί τεχνίτες ως οι πιο «επιτήδειοι». Σε άλλο σχέδιο για την οργάνωση του ίδιου «καταστήματος» (1829), υποδείχθηκε η διδασκαλία της ιχνογραφίας «ως αναγκαία εις τας τέχνας και εις πάσαν των ανθρώπων βιομηχανίαν» (δηλαδή βιοπορισμό). Ταυτόχρονα προτεινόταν η ίδρυση «εργοστασίου» ραπτικής (για τις ανάγκες του ορφανοτροφείου) καθώς και εργαστηρίου βιβλιοδεσίας.

Είναι εμφανές ότι η επαγγελματική κατάρτιση του νεότερου πληθυσμού, παιδιά αγωνιστών, ορφανά κλπ. ετίθετο επιτακτικά κυρίως μετά τη δημιουργία του ανεξάρτητου κράτους. Σε αυτές τις ανάγκες αλλά και τον εκσυγχρονισμό της χώρας εγγράφεται η ίδρυση (1829 Αίγινα) της Στρατιωτικής Σχολής (Ευελπίδων), στην οποία διδάσκονταν αρχικά ιχνογραφία, οικοδομική, τοπογραφία. Στο Ορφανοτροφείο τοποθετήθηκαν επίσης το 1830 οι αρχιτέκτονες Σταμάτιος Κλεάνθης και Εδουάρδος Σάουμπερτ, προκειμένου να διδάξουν «θεωρητικώς και πρακτικώς» τις οικοδομικές τέχνες. Το 1834 συνέπεσε με την κατάργηση του Ορφανοτροφείου και την αναδιοργάνωση της Στρατιωτικής Σχολής (Ευελπίδων), όπου σε αυτήν η διδασκαλία επεκτάθηκε στην περιγραφική γεωμετρία, τοπογραφία, γεωδαισία, καταμετρήσεις κτιρίων και μηχανών ενώ για την τελευταία τάξη προβλεπόταν: στατική μηχανική των στερεών, χωροστάθμιση, αρχιτεκτονική, οδοποιία, υδραυλική, γεφυροποιία. Οι σπουδές, όμως, αυτές απευθύνονταν σε στρατιωτικούς και αποσκοπούσαν στην κατάρτιση του τεχνικού σώματος του στρατού, το μηχανικό.

Η φροντίδα για την τεχνική εκπαίδευση εκείνη τη στιγμή εκδηλώθηκε και με έναν άλλο τρόπο. Πριν δηλαδή ακόμη ιδρυθεί το Πολυτεχνικό Σχολείο με διαταγή του Όθωνα (11/23-1-1836) προς το υπουργείο Στρατιωτικών προτεινόταν «η σύσταση πολυτεχνικής συλλογής αποτελουμένης από προπλάσματα, αγγεία, μηχανές». Ο Όθωνας ζητούσε ακόμη να προσκληθεί ο λοχαγός των σκαπανέων «Ζέντερ» ο οποίος είχε προπλάσει διάφορα υποδείγματα πολεμικών οικοδομών για τη στρατιωτική σχολή της Αίγινας, προκειμένου «να πλάση παραδείγματα κατά την νέαν διδασκαλίαν δια την ετοιμαζομένην πολυτεχνικήν συλλογήν». Προς χάρη μάλιστα του σχεδιαζόμενου Πολυτεχνικού Σχολείου και της ανάγκης συμπλήρωσης της συλλογής, θα δίνονταν στον Τσέντερ εργάτες από το τάγμα των σκαπανέων και τεχνιτών. Οι κατασκευές θα εγίνοντο εκεί όπου υπήρχε η κατάλληλη υποδομή, δηλαδή στην οπλοθήκη του Ναυπλίου και στο Νεώριο του Πόρου.


Η ίδρυση του Πολυτεχνικού Σχολείου, τα πρώτα χρόνια

Μετά από αυτές τις προετοιμασίες δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως το διάταγμα της ίδρυσης (31-12-1836/12-1-1837) του Πολυτεχνικού Σχολείου.

Στην επικεφαλίδα του ιδρυτικού διατάγματος αναφερόταν ως θέμα η εκπαίδευση «εις την αρχιτεκτονικήν». Το περιεχόμενό του αφορούσε τη διδασκαλία, η οποία θα γινόταν τις Κυριακές και γιορτές, για όσους ήθελαν να γίνουν «μαΐστορες» στην αρχιτεκτονική. Τα μαθήματα ήταν δωρεάν και βασίζονταν σε επαναλήψεις αριθμητικής, λύσεις προβλημάτων, ασκήσεις γεωμετρίας, στοιχεία φυσικής και χημείας κι ειδικότερα στην αρχιτεκτονική τεχνολογία και την οικοδομική. Η ανώτερη διδασκαλία της αρχιτεκτονικής θα γινόταν στη Στρατιωτικη Σχολή ή στο Πανεπιστήμιο. Είναι εμφανές ότι η λειτουργία του σχολείου τις Κυριακές και εορτές προσδιόριζε τον τύπο των μαθητών του δηλαδή, εργαζόμενους – μαθητευόμενους σε παραδοσιακά εργαστήρια κατά τις εργάσιμες μέρες.

Ο Φρειδερίκος φον Τσέντερ

Η επίσημη έναρξη των μαθημάτων ορίστηκε για τις 17 Οκτωβρίου 1837. Έφορος (διευθυντής) του Πολυτεχνικού Σχολείου είχε γίνει τον Απρίλιο της ίδιας χρονιάς και παρέμεινε ως το 1843, ο Φρειδερίκος φον Τσέντερ. Το σχολείο στεγάσθηκε από το 1837 στην επισκευασθείσα οικία Γ. Βλαχούτση επί της οδού Πειραιώς. Με ανακοίνωση του υπουργείου Εσωτερικών (15 Οκτωβρίου 1837 Εφ. Κυβερ. 6/11/1837) αναγγέλθηκε η λειτουργία του Πολυτεχνικού Σχολείου με την ένδειξη ότι, «κατά το παρόν θέλουν παραδοθή τα στοιχειώδη μαθηματικά, η αρχιτεκτονική και η ιχνογραφία». Κατά το πρώτο έτος λειτουργίας δίδαξαν οι Χριστιανός Χάνσεν, ο αρχιτέκτονας Κάρολος Λωράν, ο ανθυπολοχαγός του μηχανικού Θεόδωρος Κομνηνός. Εποπτική διδασκαλία τεχνικών κατασκευών έκανε ο Φρ. Τσέντερ.


Οι πρώτες δωρεές στο Πολυτεχνικό Σχολείο

Ο πρώτος διευθυντής του Πολυτεχνικού Σχολείου Φρειδ. φον Τσέντερ ενεργοποίησε τις επαγγελματικές και κοινωνικές του σχέσεις, όπως εκείνη με το διευθυντή της τεχνικής σχολής της Βιέννης G. Volherr, ενώ ο Όθωνας με το στενό και ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον του κινητοποιήθηκε για την παροχή κάθε είδους υποστήριξης προς το νεοσύστατο ίδρυμα. Πράγματι οι ενέργειες αυτές απέδωσαν καρπούς: πολλά επιστημονικά συγγράμματα, εξειδικευμένες εργασίες, σκεύη, εγχειρίδια τεχνικής, πίνακες τεχνικών κατασκευών, εργαλεία αλλά και χρηματικά ποσά άρχισαν να συγκεντρώνονται από το 1837 στο Πολυτεχνικό Σχολείο. Ένα μεγάλο μέρος αυτών των προσφορών έχει σημειωθεί σε ιδιαίτερο βιβλίο, το βιβλίο δωρεών με σημειωμένα τα ονόματα των δωρητών. Ανάμεσά τους η Σοφία de Marbois, δούκισα της Πλακεντίας, το 1839 χρηματοδότησε το μάθημα της ελαιογραφίας προσκαλώντας το Γάλλο ζωγράφο Pierre Ponirot. Ένα χρόνο αργότερα το 1840 δώρισε διάφορα υλικά ζωγραφικής και 102 λιθογραφίες για τη διδασκαλία της ίδιας τέχνης.

Με βάση την ποικιλία των δωρεών μπορεί κανείς να παρακολουθήσει τη συγκρότηση του εποπτικού και τεχνικού εξοπλισμού, που έδωσε τη δυνατότητα στο διδακτικό προσωπικό του Πολυτεχνικού Σχολείου να βασίσει τη διδασκαλία του στις νέες τεχνικές της εποχής και στις επικρατούσες στην Ευρώπη επιστημονικές και τεχνικές τάσεις.

Από τους πρώτους που συνέβαλαν με δωρεές ήταν ο πρόξενος της Αυστρίας στην Αθήνα Gropius, που το Μάιο κιόλας του 1837, προσέφερε ένα «σκοτεινό θάλαμο». Επρόκειτο για τον πρόγονο της φωτογραφικής μηχανής, τον οποίο το 1839 αντικατέστησε η εφεύρεση του Daguerre, η δαγγεροτυπία. Σχετικά με το σκοτεινό θάλαμο αυτής περίπου της εποχής διαθέτουμε μια σύντομη αλλά χαρακτηριστική περιγραφή σε ένα περιοδικό της Σμύρνης: ήταν ένα «κιβώτιον επίμηκες και έχον κατά το έμπροσθεν μέρος φακόν τινα, δια του οποίου εισερχόμεναι αι ακτίνες εξωτερικών αντικειμένων σχηματίζουσι δι’ αντανακλάσεως τας εικόνας αυτών εις την έσω κειμένην ύαλον». Αργότερα η φωτογραφική τέχνη θα διδαχθεί κάπως πιο συστηματικά στο ίδρυμα.

Το 1837 η διεύθυνση μηχανικού παραχώρησε στο Πολυτεχνικό Σχολείο εξήντα δείγματα ορυκτών προερχόμενα από τον ελληνικό χώρο. Η παραχώρση αυτή σχετιζόταν με τις δυνατότητες που παρείχε στο Πολυτεχνικό Σχολείο το άρθρο 4 του ιδρυτικού διατάγματος για τη συγκέντρωση εποπτικού υλικού, όπου αναφερόταν ότι «τα σχέδια, αι γεωλογικαί συλλογαί, ονομαστικώς δε των εις την Ελλάδα ευρισκομένων λίθων της οικοδομής, προσέτι τα εργαλεία που παραχωρούνται εις την διάθεσιν του διδακτικού καταστήματος τούτου». Μες τη μεσολάβηση του Τσέντερ από το υπουργείο των Εσωτερικών δόθηκε το 1837 στο Πολυτεχνικό Σχολείο η ορυκτολογική συλλογή του «ελληνικού εδάφους» που είχε καταρτίσει ο Φίντλερ για την «Εταιρεία Φυσικής Ιστορίας»,. Τα δείγματα «των ορυκτών του ελληνικού εδάφους» διεύρυναν και συμπλήρωσαν με τις δωρεές τους το 1838, τόσο ο λοχαγός Otton Schiller του βασιλικού σώματος του Brunswich, αποστέλλοντας από τη Βαυαρία 146 δείγματα ορυκτών, όσο και οι λοχαγοί του πυροβολικού Fortenbach και Schumberger με 37 δείγματα ορυκτών. Έτσι δημιουργήθηκε στο Πολυτεχνικό Σχολείο ο πρώτος πυρήνας ορυκτού πλούτου επιστημονικής σημασίας.

Εκτός από τα διαφόρων ειδών αντικείμενα που συγκεντρώθηκαν στο Πολυτεχνικό Σχολείο, το ίδρυμα είχε ανάγκη και από επιστημονικά και εγκυκλοπαιδικά βιβλία, απαραίτητα πάντα για τη συμπλήρωση του διδακτικού έργου. Από πολύ νωρίς η συγκρότηση της βιβλιοθήκης του Πολυτεχνικού Σχολείου απασχόλησε τους διάφορους δωρητές όπως ήδη αναφέρθηκε. Ένα από τα εντυπωσιακά παραδείγματα αποτελεί η αποστολή το 1843 από τον Henri Tabareau διευθυντή της σχολής La Martiniere του γαλλικού λεξικού των ανακαλύψεων σε 17 τόμους.