ΤΟΠΟΓΡΑΦΙΑ

Κ. Χ. Αρβανίτης - ΜΕΓΑΛΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ


Τοπογράφοι της δεκαετίας του 1920 (ΠΗΓΗ: K4Station)

Τοπογραφία καλείται η επιστήμη ήτις σκοπεί την σύνταξιν και χρήσιν χαρτών. Η τοπογραφία διδάσκει τας μεθόδους και τα μέσα δι’ ων δυνάμεθα να παραστήσωμεν γεωμετρικώς επι τινος σχεδίου κατά τρόπον σαφή και πλήρη πάντα τα επί της επιφανείας του εδάφους φυσικά και τεχνητά αντικείμενα μετά του σχήματος και της σχετικής αυτών θέσεως, εξάλλου δε παρέχει και το μέσον της εν τω νω αναπαραστάσεως των λεπτομερειών του εδάφους, δι’ απλής εξετάσεως σχεδίου τινός μικρών διαστάσεων.

Η τοπογραφία αποτελεί σπουδαίον βοήθημα εις τους μηχανικούς τους ασχολουμένους με μελέτας οδοποιίας, γεφυροποιίας και υδραυλικών έργων, κυρίως δε εις τους στρατιωτικούς. Δια να συντελεσθή όμως το έργον της τοπογραφίας, ήτοι η υποτύπωσις του εδάφους, απαραίτητος είναι ο ακριβής προσδιορισμός της θέσεως αριθμού τινος σημείων της γηίνης επιφανείας, ήτοι ο προσδιορισμός των καλουμένων τριγωνομετρικών σημείων δια της γεωδαισίας.

Η μεν γεωδαισία αποβλέπει εις τον ακριβή προσδιορισμόν της θέσεως αριθμού τινος σημείων της γηίνης επιφανείας κειμένων εις μεγάλας επ’ αλλήλων αποστάσεις, η δε τοπογραφία σκοπεί την λεπτομερή υποτύπωσιν της επιφανείας του εδάφους επί φύλλου χάρτου.

Η τοπογραφία δια την υποτύπωσιν αυτής χρησιμοποιεί μεθοδικά όργανα γωνιογραφικά, δια την παράστασιν των διαφόρων επιπεδομετρικών λεπτομερειών, πίνακα συνθηματικών παραστάσεων ως επί το πλείστον διεθνώς παραδεδεγμένων και δια την απόδοσιν του εδάφους το σύστημα των οριζοντίων χωροσταθμικών καμπύλων και εν μέρει το σύστημα των σκιωδών γραμμών των υψομετρικών χρωματισμών και το σύστημα της φωτοσκιάσεως.

Διαίρεσις της τοπογραφίας. Το έργον της τοπογραφίας έγκειται εις την παράστασιν των φυσικών και τεχνητών αντικειμένων του εδάφους και της αναγλύφου αυτών μορφής. Τούτο επιτυγχάνεται δια του καθορισμού της θέσεως των διαφόρων σημείων του εδάφους δια των εξής δύο στοιχείων:

α) Προσδιορισμός των προβολών των σημείων τούτων επί της χωροσταθμικής επιφανείας, δηλαδή των ποδών των κατακορύφων των διερχομένων δια των σημείων τούτων.

β) Προσδιορισμός του ύψους των σημείων από της θεωρουμένης χωροσταθμικής επιφανείας, όπερ μετρείται επί της κατακορύφου του σημείου τούτου, από αυτού μέχρι της προβολής του και όπερ λέγεται

απόλυτον ύψος. Ταύτα επιτυγχάνονται υπό των δυο κλάδων, εις ους διαιρείται η τοπογραφία και οίτινες είναι:

α) η επιπεδομετρία, ήτις σκοπόν έχει να προσδιορίση το πρώτον στοιχείον, δηλαδή διδάσκει τα όργανα και τας μεθόδους δι’ ων ευρίσκομεν την οριζοντίαν προβολήν πάντων των φυσικών και τεχνητών αντικειμένων του εδάφους και παριστώμεν υπό σμίκρυνσιν ταύτα δια σχήματος ομοίου προς το πραγματικόν.

β) Η χωροστάθμησις, ήτις έχει σκοπόν το δεύτερον στοιχείον, δηλαδή τον προσδιορισμόν του απολύτου ύψους των διαφόρων σημείων και την εκ τούτων απεικόνισιν των μορφών του εδάφους. Το σύνολον των εργασιών της επιπεδομετρίας και της χωροσταθμήσεως καλείται υποτύπωσις. Η υποτύπωσις καλείται κανονική, όταν εκτελείται δια μεθόδων και οργάνων ακριβείας, άλλως δε ονομάζεται ταχεία.

Γ) Μερικοί κλάδοι της τοπογραφίας είναι:

1) Η ταχυμετρία, ήτις χρησιμοποιεί όργανα γωνιομετρικά και χρησιμοποιείται δι’ εργασίας ακριβείας (μεγάλης κλίμακος)

2) Η φωτοταχυμετρία

3) Η στερεοφωτοταχυμετρία και

4) η εναέριος φωτοτοπογραφία, εν τη οποία, προς υποτύπωσιν του εδάφους χρησιμοποιούνται αι από αεροπλάνου λαμβανόμεναι φωτογραφίαι του προς απεικόνισιν εδάφους, και επί τη βάσει των φωτογραφιών τούτων, δι’ ειδικού οργάνου, καλουμένου αεροχαρτογράφου, επιτυγχάνεται η απεικόνισις του εδάφους. Κυρίως οι τρεις τελευταίοι κλάδοι υπάγονται εις την φωτοτοπογραφίαν.