Τεχνολογία, τεχνογνωσία και οικοδομική στην παραδοσιακή αρχιτεκτονική (18ος-19ος αι.)

Γιάννης Κίζης, Ιστορία της νεοελληνικής τεχνολογίας, 1988


1825 ΤΥΡΝΑΒΟΣ. Ελληνικό σπίτι (Luis Dupre “A Athenes et a Constantinople”)

Εξετάζοντας την παραδοσιακή αρχιτεκτονική των χρόνων της Τουρκοκρατίας από την οπτική γωνία της τεχνολογίας και γνωρίζοντας εκ των προτέρων τον, σε μέγιστο βαθμό εμπειρικό χαρακτήρα των κατασκευών εκείνων, που μοιραία ελαχιστοποιεί τη, με τη σημερινή έννοια, χρησιμοποίηση «τεχνολογίας», ενώ μάλλον αναφέρεται σε «τεχνική» ίσως πρέπει να προταθεί ένας επαναπροσδιορισμός του όρου στην εξεταζόμενη περιοχή: τεχνολογία στην οικοδομή, λοιπόν, αν θεωρήσουμε το σύνολο που απαρτίζεται από:

1) το επιστημονικό γνωστικό υπόβαθρο,

2) τη μεθοδολογία σχεδιασμού,

3) το βαθμό μεταποίησης πρώτων υλών σε εξελιγμένα οικοδομικά υλικά και

4) τον εργαλειακό εξοπλισμό.

Το τελικό αποτέλεσμα – το κτίριο – δεν είναι απευθείας προϊόν της τεχνολογίας, αλλά της τεχνογνωσίας: δηλαδή της γνώσης της τεχνολογίας και της τεχνικής μαζί.

Πριν δούμε τη μεγάλη κλιμάκωση του επιπέδου τεχνογνωσίας κατά τον 18ο και τον πρώιμο 19ο αι., ας προσπαθήσουμε να εντοπίσουμε τι είχαν στη διάθεσή τους εκείνοι οι άνθρωποι, τι όφειλαν να γνωρίζουν και να χρησιμοποιούν, ώστε να κτίζουν με επιτυχία, κατά τα μέτρα της πολιτιστικής τους εποχής, με δυο λέξεις ποια ήταν η διατιθεμένη τεχνολογία.

1.1.Το γνωστικό υπόβαθρο.


Παραδοσιακή κατοικία στη Γρίβα

Η αρχιτεκτονική της κατοικίας μέχρι τα μέσα του 19ου αι. έχει ένα απλό, ευρύτατα διαδεδομένο και κοινά αποδεκτό «κτιριολογικό πρόγραμμα». Είτε πρόκειται για μικρά χωριάτικα σπίτια, είτε για συνθετότερα αστικού χαρακτήρα, το μοντέλο σχεδιασμού είναι ενιαίο, με παρατακτική σύνθεση μονάδων δωματίων σε συσχετισμό με ημιυπαίθριους μετωπικούς ή ενδιάμεσους χώρους ημιδημόσιου χαρακτήρα (οντάδες και «χαγιάτια»). Είναι μια «διεθνής» αρχιτεκτονική για την κατοικία, συνεχώς επηρεαζόμενη από την εξέλιξη των οικιστικών πραγμάτων της Κωνσταντινούπολης, που αναπτύσσεται μέσα από την αλληλεπίδραση επείσακτων και γηγενών στοιχείων, αστικών προτύπων και πρωτογενών κατασκευών. Μια αρχιτεκτονική της οποίας οι έννοιες είναι απόλυτο και κοινό κτήμα των μαστόρων και των κατοίκων, που απλά και εύκολα συνεννοούνται και συναποφασίζουν το είδος και το μέγεθος του κτιρίου. Οι ειδικές γνώσεις που ζηλότυπα κρατούν για το σινάφι τους οι επαγγελματίες μαστόροι, περιορίζονται στα «μυστικά» της κατασκευής και σπάνια, σπανιότατα προχωρούν σε συνθετικές πρωτοτυπίες. Έτσι σ’ ένα χωριό μπορεί να υπάρχουν πέντε ολόιδια σπίτια με μικρές παραλλαγές στις λεπτομέρειες ή διαφορετικό βαθμό διακόσμησης. Η τυποποίηση και η επανάληψη, λοιπόν, τα ταξίδια των μαστόρων, οι παραστάσεις τους και η μιμητική τους ικανότητα, διευκολύνουν την εδραίωση ενός σίγουρου και αρκετά πλούσιου γνωστικού υποβάθρου.


1.2. Η μεθοδολογία σχεδιασμού


1848 ΓΙΑΝΝΙΤΣΑ (Σκίτσο του Edward Lear)

Οι απλοί διαστασιολογικοί συσχετισμοί, δεδομένης της τυποποίησης που προαναφέραμε, κάνουν εντελώς περιττή τη χρήση της – ούτως ή άλλως ανύπαρκτης σ’ αυτόν τον τομέα – τεχνολογίας. Δεν έχουμε ακόμα βρει στον Ελλαδικό χώρο αρχιτεκτονικά ή απλούστερα, έστω, τεχνικά σχέδια. Αντίθετα, έχουμε μαρτυρίες για τη μέθοδο χάραξης κατευθείαν επί του εδάφους με «ξυλομέτρημα». Να πώς μνημονεύεται η μέθοδος σ’ ένα συμφωνητικό του 1843 από τις Μηλιές του Πηλίου: «Εσυμφωνήσαμε οι υποφαινόμενοι Δημήτριος Κουντζιώτης με την συντροφίαν μου δέκα σφυργιά (...) να κτίσωμεν την εκκλησίαν του Αγίου Νικολάου του Νέου ως εξής. Η εκκλησία θέλει γενή το μάκρος από άγκωνα σε άγκωνα ξύλα δέκα (κατά το ξύλον οπού ο κυρ Δ. Παγώνης) και το πλάτος ξύλα επτά. Το ύψος της από το κατώφλιον της θύρας ξύλα τέσσαρα, και το κατώφλιον μισόν ξύλον ψηλά από την γην, δύο θύραις και παράθυρα όσα χρειάζονται, ταις πεζούλαις και τον νάρθηκα από τα δύω μέρη (...)». Ωστόσο, αν στον επαρχιακό χώρο της πρώην Οθωμανικής αυτοκρατορίας δε συντάσσονταν σχέδια ούτε καν για ξεχωριστά έργα, όπως οι ναοί, φαίνεται ότι δε συνέβαινε το ίδιο στο πολιτισμικό κέντρο της εποχής, στην Κωνσταντινούπολη. Έχουν διασωθεί σχέδια μεγάλων κατοικιών – «κονακιών» του 18ου αι., ίσως και παλιότερα, όπου κανείς με έκπληξη παρατηρεί την κατασκευαστική υπόμνηση της διαστύλωσης και των τεχνικών χαράξεων με εκφραστική ευκρίνεια, αλλά και την απεικόνιση λεπτομερειών και δευτερευόντων στοιχείων, όπως των θυρών σε κατάκλιση, με τα διακοσμητικά τοξωτά ψευδοανώφλια τους. Νομίζω ότι και μόνον με την παράθεση των δυο αυτών τεκμηρίων – ξυλομέτρημα στην επαρχία, αρχιτεκτονικό σχέδιο στην πρωτεύουσα – γίνεται αντιληπτός τόσο ο καταλυτικός ρόλος των προτύπων επωνύμων κτιρίων της ιθύνουσας τάξης, όσο και οι τεράστιες αποστάσεις στην τεχνολογική στάθμη ανάμεσα στην περιφέρεια και το κέντρο. Να θυμηθούμε ακόμα ότι η κωνσταντινουπολίτικη οικοδομική έφθασε σε σημείο προκατασκευής: γύρω στο 1800 απεστάλη στην Ύδρα όλη η ξύλινη ανωδομή του «κονακίου» του Βούλγαρη σε τεμάχια προεπεξεργασμένα μέχρι και την τελευταία διακοσμητική τους λεπτομέρεια, και το αποτέλεσμα της επί τόπου συναρμολόγησης υπήρξε απόλυτα επιτυχές.


1.3. Η επεξεργασία των πρώτων υλών


Δολό Ιωαννίνων. Εξώπορτα σε σπίτι του 1852

Ο βαθμός χρησιμοποίησης μεταποιημένων και μάλιστα βιομηχανικά κατεργασμένων ειδών φέρνει τα κτίρια της παραδοσιακής αρχιτεκτονικής πιο κοντά στη σύγχρονη έννοια της τεχνολογίας. Από την άποψη αυτή δε θα ‘χε κανείς να καταγράψει παρά ελάχιστα οικοδομικά στοιχεία του 18ου και του πρώιμου 19ου αι., κι αυτά συνήθως σε φειδωλή χρήση. Έτσι μια ομάδα μεταποιημένων προϊόντων εισαγόταν από τις χώρες της Μεσευρώπης - γυαλιά για τους χρωματιστούς φεγγίτες ή για τα ακόμη σπανιότερα τζαμλίκια (τσερσιβέδες με γυαλιά), μπρούτζινα είδη κιγκαλερίας - κλειδωνιές και πόμολα στέλνει από την Αυστρία στη σχολή Μηλεών ο Άνθιμος Γαζής. Η επιτόπια επεξεργασία οικοδομικών στοιχείων έχει άλλο χαρακτήρα, πιο «λαϊκό», που έρχεται σε έκδηλη αντίθεση με τα εισαγόμενα: η γραφική όσο και επιδέξια μεταλλοτεχνία του «γύφτου» στην πετούγια της πόρτας, δίπλα στα χυτά Τεργεστίνικα πομολάκια μιας «μουσάντρας», δίνει το μέτρο της τεχνολογικής απόστασης Ανατολής και Δύσης. Την ίδια στιγμή η χρησιμοποίηση οργανικών βελτιωτικών των κονιαμάτων και οι μέθοδοι παρασκευής τους φέρνουν κοντά τις μεσαιωνικές δυτικές τεχνικές και συνταγές στον ανατολικό πολιτισμικό χώρο που εξετάζουμε, υποδηλώνοντας όμως, με τη χρονική διαφορά μερικών αιώνων, την τεχνολογική αργοπορία ορισμένων κοινωνιών. Μια αργοπορία που ποικίλει, ανάλογα με τον εξοπλισμό των πληθυσμών και την ευκολία επαφής τους με τον εκβιομηχανιζόμενο κόσμο. Ακόμα και σήμερα υπάρχουν μικρές κοινωνίες στον Ελλαδικό χώρο που κτίζουν τα σπίτια τους με τεχνολογία 18ου αι. (Πομακοχώρια π.χ).


1.4. Εργαλειακός εξοπλισμός


Αν κανείς συγκρίνει τον εργαλειακό εξοπλισμό της οικοδομικής που εικονογραφεί ένα εγχειρίδιο ιστορίας τεχνολογίας για την αρχαιότητα ή το μεσαίωνα, με τα εργαλεία της παραδοσιακής αρχιτεκτονικής του δικού μας χώρου, μάλλον θα απογοητευθεί. Η εξέλιξη είναι αμελητέα, χρησιμοποιούνται μόνο εργαλεία χειρός πλέον, οι περισσότερες μηχανές έχουν εγκαταλειφθεί. Τα εργαλεία χαράξεων (ζύγια, αλφάδια κλπ) παρέχουν σχετική ακρίβεια και η αδιαφορία ή η αδυναμία προς την τελειότητα της επεξεργασίας προσδίδει το γραφικό λαϊκό χαρακτήρα στα έργα της παραδοσιακής αρχιτεκτονικής - ένα χαρακτήρα που απομειώνεται ή και απαλείφεται όσο πλησιάζει κανείς τα επίκεντρα της αρχιτεκτονικής δημιουργίας της εποχής στην Πόλη. Ανάμεσα στις τεχνολογικά αξιοπερίεργες όσο και ιδιαίτερα πρακτικές επινοήσεις της παραδοσιακής οικοδομικής αναφέρουμε την αλληλένδετη με το σύστημα δομής (ξυλοδεμένες λιθοδομές και ξύλινοι σκελετοί) κατασκευή των ικριωμάτων, που αποκόπτονταν μετά την αποπεράτωση του κτιρίου.


2. Το παραγόμενο κτιριακό έργο συχνά σπάνιας ομορφιάς, με τη σφραγίδα τρων ιδιαιτεροτήτων του κάθε τόπου (οικονομία, θρησκεία, έθιμα και ήθη) και των σχετικά λίγων πρωτοβουλιών του πρωτομάστορα, εντάσσεται εύκολα σε ευρύτερες τυπολογικές, μορφολογικές και κατασκευαστικές κατηγορίες, χωρίς αιχμές ή θεαματικές εξαιρέσεις. Υπό το πρίσμα της τεχνογνωσίας, λοιπόν, διακρίνονται δυο ομάδες μειονεκτικών κατασκευών:

2.1. Γενική παραδοχή απλοϊκών λύσεων, ελάχιστα ανθεκτικών στις καιρικές συνθήκες και ιδιαίτερα στην υγρασία. Η βαθύτατη παράδοση της χρήσης του ξύλου το κάνει να συνυπάρχει με το νερό στις πιο ακατάλληλες θέσεις: ξύλινοι νεροχύτες και νιπτήρες, ξύλινα δάπεδα ανοικτών χαγιατιών, ακόμα αναβρυτήρια και λουτρά ενταγμένα σε ξύλινα σπίτια χωρίς δυνατότητα ορθών μονώσεων. Επίσης η καταλυτική επίδραση του πολιτισμικού παράγοντα με την επανάληψη μορφών με διαφορετικά υλικά οδήγησε σε εσφαλμένες στατικά και αντισεισμικά λύσεις, όπως στις κοίλες ξύλινες αντηρίδες ή στα πυκνά διαδοχικά παράθυρα σε πέτρινους τοίχους. Έτσι εξ ορισμού επισφαλείς κατασκευές παγιώνονται ως αρχιτεκτονική έκφραση, δημιουργούν παράδοση και οδηγούν σε ιδιόμορφες τεχνικές και επεξεργασίες.

2.2. Περιπτωσιακές κακοτεχνίες. Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις ωραιότατων κτιρίων

κατασκευασμένων με απελπιστικά πλημμελή τρόπο, με προχειρότητα, με βασικά οικοδομικά λάθη. Έγραφε ο Leake το 1805 στις εντυπώσεις του από τη φιλοξενία στο σπίτι ενός από τους καλύτερους νοικοκυραίους της Λαμίας: «Σπάνια βρίσκεις σπίτια με ίσιους τοίχους και οριζόντια πατώματα, κι αυτό γιατί χρησιμοποιούν χλωρή ξυλεία κι όλα τα υλικά παραμορφώνονται. Το κονάκι μου αποτελεί ένα θαυμάσιο παράδειγμα και δε χρειάζεται παρά ένας ανάλαφρος σεισμός για να σωριαστεί σε χαλάσματα. Μ’ όλα αυτά κρατάει σαράντα χρόνια και λένε πως πήρε το σημερινό του σουλούπι λίγο ύστερα από το κτίσιμό του». Λίγο αργότερα, το 1814, ο Γαζής με τον Κωσταντά χτίζουν το πρώτο ελληνικό σχολικό κτίριο, στις Μηλιές: εντυπωσιακό στην ομορφιά, στο μέγεθος και στη λειτουργικότητα, αντιπροσωπευτικό δείγμα της κοσμικής αρχιτεκτονικής της εποχής. Το κτίζουν Κονιτσιώτες μαστόροι, εισάγονται από την Ευρώπη πολλά υλικά και εξαρτήματα, στεγάζεται πλούσια και σπάνια βιβλιοθήκη και πρωτοφανή για τα ελληνικά χρονικά μέσα διδασκαλίας, ξοδεύονται δυσανάλογα προς τον κτιριακό όγκο ποσά. Κι όμως μέσα σε τριάντα χρόνια έχει καταρρεύσει η νοτιοανατολική πτέρυγα! Και δεν είχαν συμπληρωθεί δεκαπέντε χρόνια από τα εγκαίνια όταν, το 1833, έγραφαν οι επίτροποι στον κτήτορα Κωνσταντά: «Αξιοσέβαστε διδάσκαλε (...) μέρος της σχολής επεσκευάσθη και έγινε πολλά καλλίτερον παρά πρώτον»(!)

Άνω πόλη. Παραδοσιακή κατοικία που κατέρρευσε

Ας μην παγιδευόμαστε λοιπόν στη γραφικότητα των μορφών ή στην ιδιομορφία και το λαογραφικό ενδιαφέρον και ας δούμε τα πράγματα πιο αντικειμενικά. Τα έγγραφα και οι μαστορικές επιγραφές προδίνουν μια απελπιστική αγραμματοσύνη στο 18ο αι. Αγραμματοσύνη και φτώχεια. Φοβάμαι ότι αυτό δεν είναι άσχετο με τα πολλά μειονεκτήματα των έργων της εποχής: λάθη στις χαράξεις, προχειρότητα στις συνδέσεις, υπερεκτίμηση αντοχών, κακές επιλογές υλικών, ακόμα – σπάνια – άστοχη αίσθηση της δομής και των καταπονήσεων. Δεν υπήρξαν λίγες φορές, όπως μαρτυρούν και τα σωζόμενα παραδοσιακά κτίρια, όπου η τεχνογνωσία στάθηκε ιδιαίτερα χαμηλή. Ωστόσο δεν είναι παντού και πάντοτε έτσι τα πράγματα. Όχι μόνο μεμονωμένα σπίτια και αρχοντικά, αλλά και περιοχές ολόκληρες φανερώνουν ταλαντούχους και προσεκτικούς μαστόρους. Και μάλιστα συχνότερα τα πιο παλιά κτίρια (μέσων 18ου αι.) έχουν πολύ σοβαρότερο βαθμό επεξεργασίας και προσοχής στην κατασκευή από τα νεότερα, όπου οι τεχνίτες «ξεθαρρεύουν» και φτηναίνουν τη δουλειά τους, υπερεκτιμώντας την αντοχή στις καταπονήσεις και στη φθορά του χρόνου.