Τα πολεοδομικά σχέδια μετά την απελευθέρωση της Μακεδονίας

Αλέκα Γερόλυμπου, Νίκος Καλογήρου, Κωστής Χατζημιχάλης, Βορειοελλαδικοί οικισμοί πριν και μετά την απελευθέρωση, 1988

Θεσσαλονίκη - Το σχέδιο του Ερμπράρ

Η πρώτη ελληνική διοίκηση της Μακεδονίας (1912-13) ασχολήθηκε όταν το επέβαλλαν οι περιστάσεις με τον σχεδιασμό των πόλεων. Συγκεκριμένα ο Κ. Ρακτιβάν αναφέρει σε «έγγραφα και σημειώσεις» του ότι εκπονήθηκε «άνευ χρονοτριβής απλούν σχέδιον» για το Αμύνταιο (Σόροβιτς) που είχε καεί. Το σχέδιο πρέπει να είχε άμεση υλοποίηση εφ’ όσον ο Ρακτιβάν σημειώνει ότι με μεγάλη ευχαρίστηση είδε την κωμόπολη «ανεγειρομένην εκ της τέφρας αυτής». Παρόμοια εργασία έγινε στην Πτολεμαΐδα. Στο μεταγενέστερο σχέδιο του 1920 που παραθέτουμε διακρίνονται κτίσματα και χαράξεις που θα πρέπει να αντιστοιχούν στο αρχικό σχέδιο (ΟΤ γύρω από την κεντρική ελλειπτική πλατεία). Ακόμη στην ίδια περίοδο (1912-13) λήφθηκε πρόνοια για τη διευθέτηση της ρυμοτομίας και την ανοικοδόμηση σε καταλληλότερη θέση της αγοράς των Γιαννιτσών.

Η πρώτη διοίκηση της Μακεδονίας ασχολήθηκε και με την περίπτωση της Θεσσαλονίκης. Έτσι γνωρίζουμε ότι ο Κ. Ρακτιβάν εμπόδισε σε μια περίπτωση την καταστρατήγηση του σχεδίου διάνοιξης της οδού Σαμπρή Πασά (Βενιζέλου) που δεν είχε ολοκληρωθεί, παρά την πίεση από το αυστριακό προξενείο. Συνέστησε ακόμη μία επιτροπή, που περιλάμβανε τον αρχιτέκτονα Ζάχο ως ειδικό εισηγητή για τη γενική διαρρύθμιση του σχεδίου της μακεδονικής πρωτεύουσας και για τα έργα του καλλωπισμού της.

Ο εμπρησμός ενός μεγάλου τμήματος των Σερρών το 1914 δίνει την ευκαιρία για τον πρώτο ανασχεδιασμό μεγάλης κλίμακας. Ο νόμος 455/1914 «περί ανοικοδομήσεως του εμπρησθέντος τμήματος των Σερρών» έχει ιδιαίτερη σημασία στην εξέλιξη της ελληνικής πολεοδομίας. Εισάγεται για πρώτη φορά ο θεσμός του αστικού αναδασμού με τη συνολική απαλλοτρίωση τμήματος της πόλης και την αναλογική αναδιανομή στο σύνολο των ιδιοκτητών. Η καταστροφή του ιστορικού κέντρου παρέχει μιας πρώτης τάξεως ευκαιρία για τη ριζική αναδιάρθρωση του αστικού χώρου. Ορισμένες επί μέρους παρατηρήσεις και προβλήματα μπορούν να εντοπιστούν. Έτσι το κύριο βάρος για τη διεύρυνση των δρόμων, των πλατειών και για τη δημιουργία κοινωφελών χώρων αναλαμβάνεται από τη δημοτική και δημόσια γη. Οι ιδιώτες θα συνεισφέρουν μόνο στην περίπτωση ανεπάρκειας της δημόσιας γης. Αυτό καθορίζει τη μορφή της πόλης με δεδομένη την ανεπάρκεια κοινοχρήστων και κοινωφελών χώρων. Η εισφορά μέρους της «υπεραξίας» που θα προέκυπτε από την εφαρμογή του σχεδίου δεν είναι στις άμεσες προθέσεις του νομοθέτη. Παρά τον «ρεαλισμό» του το σχέδιο δε θα έχει άμεση εφαρμογή. Καθοριστική βέβαια είναι η προσωρινή κατάληψη της πόλης από το βουλγαρικό στρατό (1915-1918). Αργότερα το 1920 ένας νέος νόμος (2517/1920 «περί ανοικοδομήσεως της πόλεως Σερρών επί νέου σχεδίου») συνοδεύει το δεύτερο σχέδιο που εντάσσει το κατεστραμμένο τμήμα σ’ ένα γενικότερο σχέδιο της πόλης με τις μελλοντικές επεκτάσεις της. Η εμπειρία του σχεδίου της Θεσσαλονίκης που έχει μεσολαβήσει αξιοποιείται. Υπάρχει στοιχειώδης έλεγχος των χρήσεων γης με τη διαφύλαξη χώρων για κοινωφελείς λειτουργίες, όρια αρτιότητας των οικοπέδων. Μία τεχνική επιτροπή αναλαμβάνει την διεκπεραίωση του σχεδίου, ενώ δημιουργείται ένα νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου η κτηματική ομάδα αντίστοιχη μ’ αυτήν της Θεσσαλονίκης.

Το τελικό αναθεωρημένο σχέδιο του αρχιτέκτονα Ν. Τσακίρη (1921) ανατρέπει ολοκληρωτικά την εικόνα της παραδοσιακής πόλης. Από τον αρχικό πολεοδομικό ιστό παραμένουν μόνο ορισμένες κύριες διαδρομές και χωροθετήσεις. Χαράσσονται άνετες δενδροφυτευμένες λεωφόροι, πλατείες, άλση και τόποι αναψυχής. Ορίζονται χώροι και μορφές για τα κυριότερα δημόσια κτίρια (δημαρχείο, θέατρο, ξενοδοχείο, ταχυδρομείο, διδακτήρια, εκκλησίες κλπ.) Τα οικοδομικά τετράγωνα έχουν σχετικά κανονικά και γεωμετρικά σχήματα. Αναδιαρθρώνονται και τακτοποιούνται οι ιδιοκτησίες. Γενικά το σχέδιο προσφέρει επεξεργασμένες διευθετήσεις, εμφανίζει μια οργανικότητα και προκύπτει από μία ολοκληρωμένη σύλληψη του ρόλου ενός μεσαίου αστικού κέντρου. Εκφράζει καθαρά μια νέα αντίληψη για τον αστικό σχεδιασμό σ’ ένα μεσαίο αστικό κέντρο που σε ελάχιστες περιπτώσεις θα εμφανιστεί στη συνέχεια.

Αριστερά: Το σχέδιο του Δοξάτου (1923) - Δεξιά: το σχέδιο των Σερρών (1921)


Το σχέδιο των Ιωαννίνων (1915) που εγκρίθηκε από τη Γενική Διοίκηση Ηπείρου είναι βασικά ένα σχέδιο ρυμοτόμησης. Χαράσσονται ορισμένες κύριες διαδρομές, εκλογικεύονται οι παραδοσιακές χαράξεις και καθορίζονται οι κοινόχρηστοι και κοινωφελείς χώροι. Στο κάστρο της πόλης υιοθετείται ένας ορθογωνικός κάνναβος που έρχεται σε πλήρη ασυμφωνία με τον πολύπλοκο και ακανόνιστο ιστό (στα δομημένα τμήματα).

Το διάγραμμα ρυμοτομίας της πόλεως των Γρεβενών (1916) είναι ένα αρκετά επεξεργασμένο σχέδιο. Στο κέντρο της αραιοδομημένης πόλης ο ιστός ακολουθεί τις υφιστάμενες διαδρομές με περιορισμένες διανοίξεις. Η πλατεία «παλαιά και νέα» διατηρεί ένα ενδιαφέρον οργανικό σχήμα. Τα κτίσματα που αναπτύσσονταν ελεύθερα στο χώρο εντάσσονται τώρα σε οικοδομικά τετράγωνα. Καθορίζονται ακόμη οι κοινόχρηστοι και κοινωφελείς χώροι (πλατεία εβδομαδιαίας αγοράς, ναός, σχολεία, στρατών κλπ). Ένας μεγάλος δημόσιος κήπος με κανονικές χαράξεις καταλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος του σχεδίου νότια από τον ποταμό Γρεβενίτη. Η διαδρομή του ποταμού συνιστά ακόμη ένα κύριο στοιχείο του σχεδίου. Προς την περιφέρεια και τις επεκτάσεις το σχέδιο αποκτά την «κανονική» ορθογωνική μορφή με την υιοθέτηση διαδοχικών συστημάτων καννάβων καθέτων στις υφιστάμενες χαράξεις των κύριων διαδρομών.

Το σχέδιο του Κιλκίς (1916) αποτελείται από τρεις τεμνόμενους ορθογωνικούς καννάβους που συνδέονται από τους δυο κεντρικούς δρόμους. Το σχέδιο είναι ένα στοιχειώδες ορθογωνικό διάγραμμα χωρίς ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Στο υπόβαθρο διακρίνονται ελάχιστα στοιχεία του υφιστάμενου αρχικού πολεοδομικού ιστού.

Το σχέδιο της Ενωτικής οδού Κοζάνης – Καρατζαλάρ (1919) είανι ένα απλό σχέδιο διάνοιξης, που εκλογικεύει την υφιστάμενη διάταξη με τοπική διεύρυνση σ’ ένα αδόμητο τμήμα της.

Το σχέδιο της Φλώρινας (1918-19) φανερώνει τη μεγάλη σημασία που αποδιδόταν στην πόλη, που προοριζόταν να εξισορροπήσει την απώλεια του Μοναστηρίου. Το σχέδιο που έχει συνταχθεί στα γαλλικά υπογράφεται από το δήμαρχο, το δημοτικό συμβούλιο, το διοικητή της Δυτικής Μακεδονίας Ι.Τ. Ηλιάκη και τον υπουργό Α. Παπαναστασίου. Περιλαμβάνει τη συνολική αναθεώρηση της υφιστάμενης πόλης κατά μήκος της κοιλάδας και μία σημαντική επέκταση ανατολικά στο πεδινό τμήμα που δεν έχει ούτε σήμερα δομηθεί. Το σχέδιο αναθεώρησης βασίζεται σε μια ιδιαίτερα προσεκτική αποτύπωση του πολεοδομικού ιστού, όπου σημειώνονται τα κτίσματα που υπάρχουν με τα ύψη τους και τα υλικά κατασκευής τους. Αποτυπώνεται ακόμη πλήρως το οικοπεδικό σύστημα και το πλέγμα των διαδρομών. Το νέο σχέδιο ακολουθεί κατ’ αρχήν τις υφιστάμενες διαδρομές με «εκλογίκευση» και μικρές διανοίξεις κατά περιοχές. Νέες διαδρομές χαράσσονται στα εσωτερικά των αραιοδομημένων οικοδομικών νησίδων. Οι δυο κύριες διαδρομές αναπτύσσονται κατά μήκος του ποταμού. Η πρώτη (οδός Μεγάλου Αλεξάνδρου) ακολουθεί την κύρια διαδρομή που προϋπήρχε, ενώ η δεύτερη ακολουθεί με διευθετήσεις τις όχθες του ποταμού. Το σύστημα των πλατειών Ηρώων, Δικαιοσύνης και Ερμού με τα σχετικά δημόσια κτίρια εντάσσεται μεταξύ των δύο παραπάνω διαδρομών ενοποιώντας, τον επιμήκη αστικό ιστό. Στο τμήμα της επέκτασης προτείνεται ένα ορθογωνικό σχέδιο με αποκλίσεις από την κανονικότητα, όπου τα δεδομένα του εδάφους (ποταμοί, ρέματα) και η σύνδεση με τον υφιστάμενο ιστό το επιβάλλουν. Υπάρχουν αποτμήσεις στις γωνίες των ΟΤ και κυκλικές πλατείες στις κύριες διασταυρώσεις.

Το σχέδιον ρυμοτομίας Νιγρίτας (1921) ακολουθεί ένα πλέγμα χαράξεων με ορθολογικό χαρακτήρα όπου όμως δεν υπάρχουν ορθογωνικά οικοδομικά τετράγωνα. Οι διαδρομές είναι ιεραρχημένες με δενδροφυτεύσεις στους κύριους άξονες. Σημειώνονται ελάχιστοι κοινωφελείς χώροι (2 σχολεία, 2 εκκλησίες) και περιορισμένες νησίδες πρασίνου.

Το διάγραμμα ρυμοτομίας του Δοξάτου (1923) είναι ένα στοιχειώδες σχέδιο με ορθογωνικά οικοδομικά τετράγωνα που ανήκουν σε 3 αλληλοτεμνόμενα ορθογωνικά συστήματα. Στο σχέδιο υπάρχουν 4 διευρύνσεις –πλατείες ενώ δεν σημειώνονται καθόλου κοινωφελείς χώροι. Σε μεγάλο τμήμα του σχεδίου επιβάλλεται υποχρεωτική πρασιά, όπως φαίνεται από τον τύπο εγκάρσιας τομής οδού που το συνοδεύει.

Χωρίς αμφιβολία η σημαντικότερη πολεοδομική επέμβαση της περιόδου που περιγράφουμε είναι η ανοικοδόμηση της Θεσσαλονίκης (1917-1921) που αποτελεί ορόσημο στην ανάπτυξη της ελληνικής πολεοδομίας. Η κριτική ανάλυση του σχεδίου και των επιπτώσεών του έχει δημοσιευθεί πρόσφατα. Εδώ περιοριζόμαστε να επισημάνουμε ότι το σχέδιο εκπονήθηκε από πολυάριθμους Έλληνες και ξένους τεχνικούς με επικεφαλής τον αρχιτέκτονα – πολεοδόμο Ernest Hebrard συνιστά την σημαντικότερη υλοποίηση των εκσυγχρονιστικών προσπαθειών του Ελ. Βενιζέλου και του Αλ. Παπαναστασίου. Η εφαρμογή του στηρίζεται στη δημιουργία καταλλήλου θεσμικού πλαισίου που προβλέπει γενική απαλλοτρίωση και αναδασμό της αστικής γης, εκτίμηση της αξίας του αστικού εδάφους και έκδοση κτηματικών τίτλων (Ν1397 του 1918, Ν2633 του 1921). Στο προγραμματικό επίπεδο υιοθετείται ο τολμηρός πληθυσμιακός στόχος των 300.000 κατοίκων και εφαρμόζεται το πρώτο γενικό σχέδιο με διακεκριμένες περιοχές εργατικών και αστικών συνοικιών, βιομηχανίας, κεντρικών λειτουργιών (διοίκηση, εμπόριο), πρασίνου και ελευθέρων χώρων. Χωρίς να δηλώνεται ρητά επιδιώκεται και επιτυγχάνεται με συνέπεια η ολική αναδιάρθρωση του αστικού χώρου με την οριστική αντικατάσταση των παραδοσιακών οικοδομικών νησίδων και συνοικιών, από ενιαία οικοδομικά τετράγωνα που συνθέτουν ευρύτερες ενότητες με λειτουργικό χαρακτήρα.

Τα γεωμετρικά χαρακτηριστικά του αστικού χώρου προκύπτουν από ένα αναθεωρημένο ορθογωνικό σύστημα που εμπλουτίζεται με διαγώνιες χαράξεις, μνημειακές προοπτικές και ένα επεξεργασμένο σύστημα πλατειών και ελεύθερων χώρων. Υιοθετούνται επιλεκτικά στοιχεία από τον ελληνιστικό – ρωμαϊκό κάνναβο της Θεσσαλονίκης και «αναδεικνύονται» σε απομονωμένες και περίοπτες θέσεις τα ρωμαϊκά και βυζαντινά μνημεία της πόλης. Αντίθετα, με ελάχιστες εξαιρέσεις περιφρονούνται τα νεότερα κτίσματα της οθωμανικής περιόδου και αγνοείται συστηματικά η πολυμορφία του ιστορικού αστικού οργανισμού. Τα νέα μνημειακά σύνολα και οι προοπτικές διευθετούνται με γεωμετρική αυστηρότητα, λιτότητα και τάξη. Προσαρμόζονται σε ικανοποιητικό βαθμό στο γεωγραφικό τοπίο με αναφορές στην ιστορία, το κλίμα και τα χαρακτηριστικά του τόπου. Η αρχιτεκτονική της πόλης προκύπτει από ενιαίες αρχές σχεδιασμού στο επίπεδο του οικοδομικού τετραγώνου που αποτελεί και τη στοιχειώδη συστατική μονάδα του αναδιαρθρωμένου αστικού χώρου.

Οι κατόψεις ακολουθούν συγκεκριμένη τυπολογία, με πρόσβαση στο δρόμο κι ενοποιημένους ακάλυπτους χώρους στο εσωτερικό του τετραγώνου. Τα μνημεία της πόλης αποτελούν πλέον μεμονωμένα μοναδικά στοιχεία. Για τα σημαντικά οικοδομικά συγκροτήματα (κεντρική πλατεία, οδός Αριστοτέλους, Αχειροποίητος, Ροτόντα, Ιππόδρομος), προτείνονται ενιαίες αρχιτεκτονικές συνθέσεις με ενιαίες υποχρεωτικές προσόψεις που συνδυάζουν την «ελληνικότητα» («νεοβυζαντινά» διακοσμητικά στοιχεία) με μοντέρνες διευθετήσεις. Η αρχιτεκτονική δεν καλύπτει μόνο τις λειτουργικές απαιτήσεις, (ανοίγματα, φωτισμός, αερισμός, εξώστες) αλλά μεριμνά για τη σωστή διάρθρωση των όψεων με σωστές αναλογίες (διαίρεση των κτιρίων καθ’ ύψος, κορωνίδες, εξοχές, σχέσεις πλήρων – κενών κλπ).

Η ανοικοδόμηση της Θεσσαλονίκης αποτελεί σταθμό στην ιστορία της ελληνικής πολεοδομίας με διπλή έννοια. Είναι το τελικό προϊόν μιας εξέλιξης που άρχισε με τη δημιουργία του ελληνικού κράτους. Ταυτόχρονα παρά τα «κλασσικά» στοιχεία του σχεδίου εισάγονται για πρώτη φορά με συνέπεια τα μοντέρνα θεσμικά και σχεδιαστικά εργαλεία που ολοκληρώνουν τον εκσυγχρονισμό της νεοελληνικής πόλης. Η εξαιρετική συγκυρία αυτή δεν θα επαναληφθεί στο μέλλον. Υπό αυτή την έννοια το παράδειγμα της Θεσσαλονίκης είναι ένας σταθμός σε μία διαδικασία εκσυγχρονισμού που δεν ολοκληρώθηκε.