«Στεγαστική αποκατάσταση των προσφύγων» ή άλλως «το βασίλειο της ρεμούλας και της κακοτεχνίας»

Θανάσης Βαφειάδης, Χρονικό του Κιλκίς 1913-1940

Προσφυγόπουλα κατασκευάζουν πλιθιά (The National Geographic Magazine)

Η Ε.Α.Π αναλαμβάνοντας το έργο της αποκατάστασης των προσφύγων επέλεξε δυο τρόπους για την επίλυση του στεγαστικού προβλήματος. Ο πρώτος ήταν η ανέγερση των αγροτικών οικίσκων να γίνει με μικρές εργολαβίες και παροχή των απαραιτήτων εφοδίων - ξυλείας, τούβλων, κεραμιδιών, υαλοπινάκων- από τις υπηρεσίες του εποικισμού. Ο δεύτερος προέβλεπε η ανέγερση να υλοποιηθεί με μια μεγάλη εργολαβία, την οποία ανέλαβε τελικά η γερμανική εταιρία Δεχάτεγκε. Ενάμισι χρόνο μετά, το αποτέλεσμα και των δυο συστημάτων υπήρξε απογοητευτικό και δυσανάλογο με τις θυσίες που είχε υποστεί ο προσφυγικός κόσμος, ο οποίος είχε χρεωθεί το κόστος της στεγαστικής του αποκατάστασης.

Ο πρώτος τρόπος της μικρής εργολαβίας, αν και εξυπηρέτησε καλύτερα τα προσφυγικά συμφέροντα από το δεύτερο, αποδείχτηκε ασύμφορος γιατί τα υλικά που χορηγούνταν από τον εποικισμό ήταν κατώτερης ποιότητας και κάποιες φορές εντελώς άχρηστα. Επίσης έφθαναν καθυστερημένα, ζημιώνοντας τους ενδιαφερόμενους, αλλά και φθείρονταν από τις αλλεπάλληλες μετακινήσεις. Για τις καθυστερήσεις ευθυνόταν η ελλιπής οργάνωση των γραφείων παραλαβής και διανομής ενώ δεν ήταν σπάνιο το φαινόμενο δεκάδες βαγόνια κατάφορτα με υλικά να παραμένουν επί μακρόν αζήτητα σε διάφορους σιδηροδρομικούς σταθμούς. Από την άλλη η ανέγερση των οικίσκων από τη Δεχάτεγχε δεν παρουσίασε κανένα από τα πλεονεκτήματα της μεγάλης επιχείρησης. Ούτε ταχύτητα παρουσιάσθηκε στην κατασκευή ούτε το τελικό κόστος ήταν εύλογο για κατασκευή παρόμοιων οικίσκων. Έτσι, ακόμη και μετά την παρέλευση της ημερομηνίας που προέβλεπε το σχετικό χρονοδιάγραμμα, πολλοί οικίσκοι δεν είχαν ακόμη κατασκευασθεί ενώ άλλοι παρέμεναν ημιτελείς. Στο Κιλκίς μέχρι τα τέλη Απριλίου 1925 ανέμεναν να ξεκινήσει η ανέγερση 200 οικίσκων.


Η Δεχάτεγχε συνεχίζει το … επιτυχημένο έργο της


Το έργο της Δεχάτεγκε αμφισβητήθηκε από το σύνολο του προσφυγικού κόσμου και από μεγάλη μερίδα του Τύπου. Η αξίωση της εταιρίας να συνεχίσει με την επένδυση των ξύλινων σκελετών που κατασκεύαζε προκάλεσε θύελλα διαμαρτυριών όπως η παρακάτω: «Ως να μην ήρκει η ρεμούλα του ταμείου του Εποικισμού υπό της περιφήμου Ντεχάτεγκε αντί των αθλιεστάτων ξυλίνων σκελετών, τους οποίους υπό τύπον δήθεν σπητιών εχορήγησε. Ως να μην έφθανεν η ανήκουστος περιφρόνησις της γερμανικής αυτής εταιρείας προς τον ελληνικόν εργατικόν κόσμον, τον αεργούντα, αντί του οποίου μας εκουβάλησαν εκατοντάδας Γερμανών και Σέρβων εργατών δια την θεμελίωσιν και το στήσιμον των αχρήστων σκελετών της, παρουσιάζεται τώρα αξιούσα και το δικαίωμα να αναλάβει αυτή την επένδυσιν των κατ’ ευφημισμόν σπιτιών, πράγματι δε ικριωμάτων, εις τα οποία έπρεπε να κρεμασθή» (ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΑ ΝΕΑ 7-5-1925). Το επιχείρημα της εταιρίας για τη συνέχιση της εργολαβίας ήταν ότι αν αναλάμβανε κάποιος άλλος να τελειώσει το έργο που αυτή είχε ξεκινήσει θα τη …δυσφημούσε.

Η επένδυση των ξύλινων σκελετών της Δεχάτεγκε υπήρξε μια «αμαρτωλή» ιστορία που οδήγησε σε άσκοπη και αλόγιστη οικονομική σπατάλη. Μέχρι το Δεκέμβριο του 1924 έπρεπε να έχουν παραδοθεί 10.000 οικίσκοι και άγνωστο παρέμενε πόσοι από αυτούς είχαν αποπερατωθεί όπως άγνωστοι παρέμεναν και οι λόγοι της καθυστέρησης. Για να σωθούν οι πρόσφυγες από τα δεινά της βαρυχειμωνιάς των αρχών του 1925 ο εποικισμός προχώρησε στην προσωρινή και πρόχειρη επένδυση των οικίσκων με σανίδες. Οι σανίδες αυτές, που ράγισαν από τις καιρικές μεταβολές και ήταν αδύνατο να χρησιμοποιηθούν σε άλλες εργασίες, αποδείχτηκαν εξίσου άχρηστες και για την προστασία του κόσμου από τις βροχές και το κρύο. Φυσικά την επιπλέον αυτή δαπάνη την επωμίσθηκαν οι πρόσφυγες. Τις απίστευτες κακοτεχνίες που έγιναν στο έργο της επένδυσης σχολίασε ο Κιλκισιώτης βουλευτής Δ. Ευθυμιάδης, ο οποίος σαν πολιτικός μηχανικός ήταν γνώστης του θέματος: «Αλλά τι να είπωμεν και δι’ αυτήν την επένδυσιν; Εφηρμόσθησαν εις βάρος των προσφύγων επινοήσεις ελληνικής προελεύσεως. Εις τον συνοικισμόν Αποστολάρ η επένδυσις γίνεται δήθεν με μπετόν – αρμέ. Ως το ονομάζουν! Κατά την ακόλουθον πρωτότυπον μέθοδον. Μεταξύ των στηλών των σκελετών σχηματίζεται εκ των συμμαχικών συρματοπλεγμάτων εν είδος σταυρού Χ εις κάθε τετραγωνικόν μέτρον. Γεμίζεται έπειτα με κάποιο «κογκλομεράτ» ονομαζόμενον μπετόν (μίγμα τσιμέντου, άμμου, χόρτου, λάσπης και διαφόρων άλλων υλικών) και την επομένην αφαιρούνται οι φόρμες δια να συνεχισθή η εργασία δια νέον σπίτι. Εννοείται ότι ουδείς λόγος είναι δυνατόν να γίνη ενταύθα περί επιστημονικής εργασίας αλλ’ απλώς περί τεχνικής καταχρήσεως ή αγνοίας τεχνικής υπηρεσίας. Το χειρότερον δε είνε ότι το χρησιμοποιούμενον τσιμέντο δια την όλην εργασίαν είνε κομμένο (μεταβαλλόμενον εις πέτραν). Το ευτύχημα είνε ότι τα μπετόν αρμέ αυτά καταρρέουν πριν ή στεγασθούν εντός των οικίσκων οι πρόσφυγες. Άλλως θα είχομεν να θρηνήσωμεν πλείστα όσα θύματα. Έτερον είδος επενδύσεως είνε η συμπλήρωσις της επενδύσεως του μπετόν ράμπιτς. Εις το πρώτον φύσημα του αέρος τα τούβλα πίπτουν εντός των δωματίων (ως συμβαίνει εις το Καρασούλι) και αι οικογένειαι είναι υποχρεωμένα ως εκ τούτου να αποφεύγουν την διανυκτέρευσιν πλησίον των τοίχων» (ΦΩΣ 15-9-1925).


Το πρόβλημα της στέγης στην περιφέρεια του Κιλκίς


Προσφυγικά σπίτια στο Μαυρονέρι το 1925 (Ντίνος Τριαρίδης)

Το πρόβλημα της στέγης είχε σαν βασική αιτία τη δυσαναλογία των Ελλήνων προσφύγων με τους ανταλλαγέντες Οθωμανούς. Όταν η προσφυγική πλημμυρίδα έπνιγε την Ελλάδα οι αρμόδιες υπηρεσίες προωθούσαν όπως – όπως και όπου νάναι τους πρόσφυγες, ώστε να μπορέσουν να αντιμετωπίσουν το επόμενο προσφυγικό κύμα. Έτσι εγκατέστησαν στους άλλοτε τούρκικους συνοικισμούς αριθμό προσφυγικών οικογενειών πολύ μεγαλύτερο από τα διαθέσιμα οικήματα. Πολυμελείς προσφυγικές οικογένειες αναγκάσθηκαν να στεγαστούν σε ετοιμόρροπα οικήματα ακόμα και να χωρέσουν σε ένα μόνο δωμάτιο ελάχιστων τετραγωνικών μέτρων. Αιχμάλωτοι μέσα σε τέσσερεις τοίχους, χωρίς τις στοιχειώδεις εγκαταστάσεις υγιεινής, χωρίς αποθήκη για τα γεννήματα, χωρίς αχυρώνα και στάβλο για τα ζώα, οι πρόσφυγες αγρότες και οι οικογένειές τους έφθιναν και οδηγούνταν σε αργό θάνατο. Τέτοια κατάσταση επικρατούσε στα τουρκοχώρια των Κρουσίων και ιδιαίτερα στο Μουτούλοβο, την Πλανίτσα, το Πέικοβο, το Παπράτ, το Χαμζαλή, το Τσαπάντζαλη, το Μουρσαλή, το Μουσγαλή, το Δαουτλή, το Ινανλή κλπ.

Πρωτόκολλο παραδόσεως οικήματος

Στους καινούργιους συνοικισμούς, όπως το Αποστολάρ ή το Καρασούλι, που από υγιεινής άποψης εμφανίζονταν προνομιούχοι έναντι των παλιών, η έλλειψη επίβλεψης κατά την ανέγερση των κατοικιών επέτρεψε κατασκευαστικές αστοχίες, οι οποίες έθεταν υπό αμφισβήτηση την στερεότητα και την μακροχρόνια αντοχή των σπιτιών.

Υπήρχε μια τρίτη κατηγορία προσφύγων, μικρή σε σχέση με τις δυο προηγούμενες, που την αποτελούσαν πρόσφυγες οι οποίοι, πριν την μικρασιατική καταστροφή, επιχείρησαν να λύσουν το πρόβλημα της στέγασης τους με προσωπική εργασία και μέσα παρεχόμενα από το κράτος, σύμφωνα με το σύστημα που επικρατούσε τότε. Μέρος αυτών των προσφύγων παρέμεναν άστεγοι, αφού με την αρχική κρατική βοήθεια των 1.000 δρχ που τους χορηγήθηκε κατάφεραν να χτίσουν μόνο ένα τμήμα του σπιτιού τους. Στη συνέχεια έμειναν χωρίς επιχορήγηση γιατί θεωρήθηκαν παλαιοί πρόσφυγες και έτσι τα σπίτια τους έμειναν ημιτελή. Τέτοιες περιπτώσεις υπήρχαν στα χωριά Ποταρός, Αλέξια, Μπαγιάλτσα. Υπήρχαν βέβαια και αυτοί που κατάφεραν με τα ίδια τους τα χέρια και με την ενίσχυση του εποικισμού, με κόστος μικρότερο από αυτό των έτοιμων σπιτιών, να ανεγείρουν πρότυπους οικίσκους από άποψη υγιεινής και στερεότητας, όπως συνέβη στα χωριά Γιάννες, Κιρέτς, Τσιγούντα.

Όσο για την πόλη του Κιλκίς υπήρχαν ακόμη πρόσφυγες που συνέχιζαν, μέσα στο καταχείμωνο, να διαμένουν στις αποθήκες του δημοσίου: «Και ήδη κατεδικάσθησαν και πάλιν να διαχειμάσωσιν εν ταις αποθήκαις. Είνε δε αποθήκη τόπος υγρός και δυσώδης, άνευ παραθύρων, εις ον και τα κτήνη θα υπέφερον ακόμη, ως χωρίσματα δε δωματίων χρησιμοποιούνται ψάθαι παλαιαί και ράκη. Εν καιρώ χειμώνος οπόταν προς θέρμανσιν των καίουν αγριακάνθας και κλίματα, πληρούνται τα πάντα ασφυκτικώς καπνού και δυσωσίας. Εις τοιαύτην ευρισκόμενοι κατάστασιν η ζωή των κατέστη μαρτύριον και κόλασις. Εμπνέει δε φρίκην και τον οίκτον εις πάντα θεατήν συναισθανόμενον την θέσιν των» (ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ 9-11-1925). Ο εποικισμός όμως δεν φαινόταν να συγκινείται ή τουλάχιστον δεν προσπαθούσε αρκετά να σώσει τους ανθρώπους αυτούς από το μαρτύριό τους. Άλλωστε τα λεφτά που υπήρχαν είχαν καταλήξει στις γερμανικές τσέπες. Αλλά εκεί δεν καταλήγουν πάντα τα χρήματα του ελληνικού λαού; Τότε ήταν η Δεχάτεγκε, σήμερα είναι η Ζήμενς, αύριο θα είναι κάποιος άλλος γερμανικός όμιλος. Εκτός αν…