Πολεοδομική εξέλιξη της Γουμένισσας

Θανάσης Βαφειάδης, Πολεοδομική εξέλιξη – αξιόλογα κτίρια περιοχής Γουμένισσας


Η δημιουργία του οικισμού τοποθετείται στα πρώτα χρόνια της τουρκοκρατίας. Η ίδρυση του συνδέεται άμεσα με την ιστορία του ναού της Κοίμησης της Θεοτόκου, που ως καθολικό [1] μοναστηριού είχε εξελιχθεί σε σημαντικό θρησκευτικό κέντρο της περιοχής.

Η ονομασία του οικισμού πιθανότατα οφείλεται στον Ηγούμενο της μονής της Παναγίας ο οποίος στη διάρκεια ληστρικής επίθεσης απαγχονίστηκε από ληστές στο δάσος, που υπήρχε αρχικά στη θέση του οικισμού. Σχετικά με την ονομασία του οικισμού ο Γ. Εχέδωρος αναφέρει: Ο τόπος του ηγουμένου στα τούρκικα λέγονταν Γουμεν-τσε (ce). Η κατάληξη -ιτσα ίσως να προέρχεται από τη σλαβική ica [2]. Υπάρχουν αρκετές ακόμη εκδοχές: Ο Βούλγαρος Χρ. Σάλντεφ υποστηρίζει την προέλευση του ονόματος από την τουρκική λέξη γκιούμε (=καλύβη, μικρός σωρός, επιχωμάτωση). Ο Γερμανός σλαβολόγος Max Vasmer δέχεται την ονομασία από τη σλαβική Γκουμνίτσα. Και ο Στ. Καρατζάς δέχεται την ονομασία από τη σλαβική Γκουμνίστε [3].

Σε διάφορα κείμενα συναντούμε την πόλη ως Γουμένισσα, Γουμένιτζα, Γουμένιτσα, Γκουμέντζα, Γκουμέντσα, Γκουμένιτσα, Γκομέντζα, Κουμένιτσα, Γουμέντσια κα [4].


Αρχική συγκρότηση του αστικού χώρου


Ο πρώτος συγκροτημένος οικισμός προέκυψε από την σταδιακή συνένωση μικρότερων αγροτοκτηνοτροφικών μονάδων της γύρω περιοχής. Ο λόγος της συνένωσης ήταν η εξασφάλιση καλύτερων συνθηκών άμυνας απέναντι στις ληστρικές επιδρομές που πραγματοποιούσαν συμμορίες οι οποίες λυμαίνονταν την περιοχή. Δεν είναι γνωστός ο χρόνος δημιουργίας του οικισμού μπορούμε όμως να υποθέσουμε ότι συμπίπτει με την πρώτη περίοδο της τουρκικής κατάκτησης. Πάντως η πρώτη επίσημη καταγραφή του γίνεται σε φιρμάνι του 1696.

Ο αρχικός πυρήνας σύμφωνα με την παράδοση βρισκόταν γύρω από τη σημερινή εκκλησία της Παναγίας. Η περιοχή αυτή βρισκόταν σε σχετικά μεγαλύτερο υψόμετρο και διέθετε πηγές πόσιμου νερού. Για τη μορφή των πρώτων οικημάτων που χτίστηκαν εδώ κατά τον 15ο – 16ο αιώνα δεν έχουμε κανένα στοιχείο. Με βάση τις μορφές που υπήρχαν αυτήν την περίοδο υποθέτουμε πως πρέπει να ήταν ισόγεια πλατυμέτωπα καλύβια με δίρριχτες σκεπασμένες με κεραμίδια στέγες. Τα καλύβια αυτά με τις σταδιακές υποδιαιρέσεις του εσωτερικού τους ή με προσθήκες εξελίχθηκαν στους πιο σύνθετους τύπους σπιτιών που συναντάμε αργότερα.

Βαθμιαία ο οικισμός άρχισε να εξαπλώνεται κυρίως κατά μήκος του δρόμου που οδηγεί στη σημερινή κεντρική πλατεία, που ήταν και το απώτατο όριο του αρχικού αυτού πυρήνα. Στον χώρο αυτό, που ήταν ένα αδιαμόρφωτο πλάτωμα με αιωνόβια δέντρα, γίνονταν οι ανταλλαγές, οι αγοραπωλησίες των ζώων ή το παζάρι. Το θεωρητικό αυτό σχήμα για την αρχική συγκρότηση του οικισμού συμφωνεί με το κλασικό μοντέλο οικιστικής ανάπτυξης κατά μήκος ενός άξονα που στο ένα άκρο του υπάρχει ή εξελίσσεται ένα θρησκευτικό κέντρο και στο άλλο βρίσκεται ένας μεγάλος ελεύθερος, χώρος, ο οποίος στη συνέχεια διαμορφώνεται σε πλατεία. Τα σημεία αυτά αποτελούν ταυτόχρονα και τις εισόδους του οικισμού που τον διαπερνά ένας μεγάλος οδικός άξονας ο οποίος κατευθύνεται Ανατολικά προς Αξιούπολη και Δυτικά προς Πεντάλοφο.

Από το μέσα περίπου του 19ου αιώνα και κατά μήκος αυτού του άξονα επεκτείνεται σε δεύτερη φάση ο οικισμός. Αυτό το συμπεραίνουμε από την ανέγερση της δεύτερης εκκλησίας και του σχολείου, που καταλαμβάνουν τον υπάρχοντα μεγάλο κενό χώρο. Γύρω από αυτόν ανεγείρονται κατοικίες και συγκροτείται ο δεύτερος πυρήνας που εξαπλώνεται μεταξύ της πλατείας, που πλέον γίνεται κεντρική, και του σημείου όπου βρίσκεται η σημερινή πλατεία Μακεδονομάχων. Και εδώ η ύπαρξη νερού συνηγορεί για την ανάπτυξη της κατοικίας.

Σε τρίτη φάση ο οικισμός αναπτύσσεται κατά μήκος του οδικού άξονα που οδηγεί προς Βορά στη Γρίβα και προς Νότο στα Γιαννιτσά. Οι δυο βασικοί άξονες διχοτομούνται στο ύψος της κεντρικής πλατείας και διαμορφώνουν ένα σαφώς ιεραρχημένο οδικό δίκτυο.

Ο ιστός άρχισε να πυκνώνει με κατασκευές που στην πλειονότητά τους ήταν ξύλινες, αφού τα μέσα των κατοίκων δεν επαρκούσαν για να ανεγείρουν οικοδομές με τοιχοποιίες που απαιτούσαν μεγαλύτερες δαπάνες. Αυτά τα πρώτα τμήματα έχουν εξαφανισθεί αφού ήταν κτισμένα με ευτελή υλικά, που δεν μπόρεσαν να αντέξουν στη φθορά του χρόνου. Από τα μέσα του 19ου αιώνα πρέπει να εμφανίστηκαν οικοδομές με λίθινους τοίχους στα χαμηλά επίπεδα και πλινθοδομή στους ορόφους. Σύμφωνα με τον οικοδομικό κανονισμό του 1848 οι κατασκευές αυτές ονομαζόταν Kargir και ο χρόνος ζωής τους υπολογιζόταν σε 200 χρόνια ή διπλάσιος από αυτόν ενός ξύλινου κτιρίου. Ο οικισμός με χαμηλή οικοδομική πυκνότητα την εποχή αυτή, παρουσίαζε αγροτικό χαρακτήρα με σπίτια ανεξάρτητα και μεγάλες αυλές. Οι αυλές και οι ημιυπαίθριοι χώροι που υπήρχαν απαραίτητα σε κάθε κατοικία χωροθετούνταν στην αντίθετη πλευρά του δρόμου ή προφυλάσσονταν με υψηλούς μανδρότοιχους. Έτσι η γειτονιά εμφανιζόταν κλειστή προς την πλευρά του δρόμου.

Γύρω από τους δυο βασικούς δρόμους αναπτύχθηκε ακτινωτά ένα δευτερεύον οδικό δίκτυο που εξασφάλιζε την πρόσβαση και την επικοινωνία μεταξύ των ιδιοκτησιών. Οι δρόμοι ακολουθώντας την διάταξη των οικοδομών διαμόρφωσαν ένα σύστημα ακανόνιστων οικοδομικών νησίδων που εξακολουθεί να επιβιώνει μέχρι σήμερα. Στο εσωτερικό των νησίδων προχώρησε η κατάτμηση της οικοπεδικής γης, για κληρονομικούς κυρίως λόγους και άρχισε να πυκνώνει και η δόμηση. Ο τρόπος της οριοθέτησης των κτισμάτων και της επέκτασης των ορίων τους ήταν μάλλον ανεξέλεγκτος, αφού η διαδικασία με την οποία ανανεωνόταν το οικιστικό απόθεμα δεν απασχολούσε τη διοίκηση. Η οργάνωση του χώρου αφηνόταν στα χέρια των ιδιωτών μιας και το οθωμανικό κράτος δεν ενδιαφερόταν να προωθήσει την αστικοποίηση «προικοδοτώντας» με αστική γη τους υπηκόους του και επιχειρώντας να παρέμβει με σχέδια [5]. Το μόνο που ενδιέφερε ήταν το νέο κτίσμα να μην θίγει το δικαίωμα των γειτόνων για φως και θέα και να εξασφαλίζεται στοιχειωδώς η πρόσβαση στην ιδιοκτησία. Έτσι με την σταδιακή αμοιβαία υποχώρηση των ορίων στις όμορες ιδιοκτησίες δημιουργήθηκαν δίοδοι και περάσματα, άλλοτε διαμπερή και άλλοτε αδιέξοδα, που στη συνέχεια πήραν τη μορφή δρόμων, διαμορφώνοντας ένα ιστό περίπλοκο και ακανόνιστο. Οι δρόμοι αυτοί με τον ανεπίσημο χαρακτήρα θεωρούνταν η συνέχεια της αυλής και της κατοικίας [6] και αυτό τους έκανε τόσο οικείους στους περιοίκους ώστε να περνούν εκεί μεγάλο διάστημα της ημέρας.

Μπορούμε να υποθέσουμε ότι η γενική εικόνα του οικισμού χαρακτηρίζεται από την ελεύθερη διάταξη των όγκων και το ελεύθερο αλλά ιεραρχημένο σύστημα χαράξεων. Όσον αφορά την εσωτερική διάρθρωση του χώρου δεν υπάρχουν πληροφορίες για όρια ενοτήτων αφού υπήρχε ομογένεια του πληθυσμού.


Η μορφή του αστικού χώρου στα τέλη του 19ου αιώνα


Η εκκλησία της Παναγίας στη Γουμένισσα

Η ενασχόληση των κατοίκων της Γουμένισσας με την παραγωγή μετάξης και την αμπελουργία γρήγορα οδήγησαν στην οικονομική της ευμάρεια. Στα τέλη του 19ου αιώνα διαφαίνεται μια γενικότερη άνθιση της κωμόπολης. Η ανοικοδόμηση συνεχίζεται εντατικότερα ενώ έκαναν την εμφάνιση τους πιο εξελιγμένες μορφές αγροτικής κατοικίας. Η ταξική διαφοροποίηση και οι νέες κατασκευαστικές δυνατότητες οδήγησαν στην κατασκευή τριώροφων οικοδομών (Παζαρέντσου, Π.Ίντου) που διαφοροποιούνταν από τα προηγούμενα πρότυπα. Ο τρόπος δόμησης εμφανίζεται με όλα τα συστήματα: συνεχές, ασυνεχές, πανταχόθεν ελεύθερο. Τα κτίρια που συνδυάζονταν εν σειρά έδιναν μέτωπα και δρόμους με αστικό χαρακτήρα. Πολλές από τις κατοικίες έχουν ακανόνιστα περιγράμματα που οφείλονταν στο καθεστώς ιδιοκτησίας και το οικοπεδικό σύστημα.

Τα θρησκευτικά και σχολικά ιδρύματα που εντυπωσίαζαν με το μέγεθος και την αρχιτεκτονική τους επέβαλλαν μια διαφορετική, σε σχέση με πριν, εικόνα του αστικού χώρου. Γύρω από αδιαμόρφωτη πλατεία άρχισε να δημιουργείται μια υποτυπώδης εμπορική ζώνη με την εμφάνιση ενός ιδιαίτερου τύπου σπιτιού με καταστήματα στο ισόγειο και χώρους κατοικίας στον όροφο[7]. Στα νεόκτιστα μαγαζιά μεταφέρθηκαν οι λειτουργίες που παζαριού, που συνέχισε όμως να επιβιώνει σε αυτό το χώρο. Η σημερινή οδός Ίωνος Δραγούμη, από την κεντρική πλατεία μέχρι τη σημερινή πλατεία 23ης Οκτωβρίου, διαμορφώθηκε σε καθαρά εμπορικό δρόμο, με καταστήματα και από τις δυο πλευρές της. Από τα δημόσια κτίρια αυτής της περιόδου ξεχωρίζει το τριώροφο βουλγάρικο σχολείο που ανεγείρεται γύρω στο 1900. Μετά την απελευθέρωση θα στεγάσει το Διοικητήριο της Γουμένισσας.

Στα υπόλοιπα τμήματα οι δρόμοι εξακολουθούν να παραμένουν στενοί αφού δεν υπάρχουν τροχοφόρα, αλλά μόνο μετακινήσεις πεζών και υποζυγίων. Τα σταφύλια και τα κλαδιά με τα μωρεόφυλλα μεταφέρονται με τα ζώα ή με τα χέρια ως στις αυλές των σπιτιών και από εκεί στους χώρους επεξεργασίας.

Οι συνεχείς κατατμήσεις έδωσαν στενομέτωπα οικόπεδα, με μικρό πρόσωπο στους κύριους δρόμους και μεγάλο βάθος προς το εσωτερικό της νησίδας. Αυτές οι άτυπες διανομές μεταξύ συγγενών καθόρισαν και το σχήμα των οικόπεδων με ευθύγραμμες τις πλάγιες πλευρές, κυρίως στα τμήματα που βρίσκονταν στην περίμετρο του οικισμού, όπου η δόμηση δεν ήταν τόσο πυκνή ώστε να επιβάλλει ακανόνιστα σχήματα.

Το πέρασμα του σιδηρόδρομου που θα μπορούσε να δυναμώσει την εμπορική της σημασία. δεν έγινε τελικά ύστερα από πιέσεις των κατοίκων. Αυτό αποτελεί ένα ιστορικό παράδοξο αν σκεφτεί κανείς ότι σε άλλες μακεδονικές πόλεις οι κάτοικοι δραστηριοποιούνταν και επεδίωκαν το πέρασμα του σιδηρόδρομου μέσα από τις πόλεις τους ή όσο το δυνατόν κοντύτερα σε αυτές.

Ο αστικός χώρος εξακολουθεί να λειτουργεί ως σύστημα αυτορυθμιζόμενο και διαμορφώνει τα χαρακτηριστικά του χωρίς την ορατή επέμβαση του κράτους.


Η αλλαγή των χαρακτηριστικών του αστικού χώρου μετά την απελευθέρωση


Η κεντρική πλατεία το 1916

Με το τέλος του πολέμου η Γουμένισσα και τα χωριά ξεκινούν την προσπάθεια ανασυγκρότησης τους σε ειρηνικές αλλά εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες. Η νέα ιστορική πραγματικότητα ανέδειξε εντονότερα και την αλλαγή στις οικονομικές σχέσεις που άρχισε να συντελείται από τις αρχές του 20ου αιώνα. Η εμφάνιση των πρώτων επιχειρήσεων, η εισροή βιομηχανικών προϊόντων, οι διαφοροποιήσεις μέσα στις τάξεις των εμπόρων, οι απαιτήσεις ενός νέου τρόπου ζωής εξασθένησαν σημαντικά την κλειστή οικονομία της οικογένειας και τον παραδοσιακό τρόπο παραγωγής. Όλα αυτά είχαν αντίκτυπο και στη λαϊκή αρχιτεκτονική, αφού η εξέλιξη της κατοικίας συνδέθηκε στενά με τη νέα ιστορική και κοινωνική πραγματικότητα. Όμως οι εξελίξεις καθορίστηκαν σε μεγάλο βαθμό από την κεντρική πολιτική που ακολουθήθηκε μετά την απελευθέρωση. Άξονες αυτής της πολιτικής ήταν ο εκσυγχρονισμός και η εθνική ολοκλήρωση που εκδηλώθηκε είτε ως «αλυτρωτισμός» στην αρχή, είτε στη συνέχεια, ως εθνική ομογενοποίηση του χώρου και κατοχύρωση της νέας εθνικής ταυτότητας των πόλεων και περιοχών. Η ρήξη με το πρόσφατο παρελθόν, η απόρριψη της κληρονομιάς τεσσάρων και πλέον αιώνων δουλείας, δημιούργησε τις προϋποθέσεις για την ταύτιση των στόχων και των μέσων των δυο αξόνων της πολιτικής. Μιας πολιτικής που οι επιδιώξεις της συμπυκνώνονταν στον «αποτουρκισμό», τον «εξελληνισμό», τον «εκπολιτισμό», τον «εκσυγχρονισμό» των πόλεων του ελληνικού χώρου. Αυτές οι έννοιες που είχαν εμφανιστεί στην πρώτη περίοδο του ελληνικού κράτους επανήλθαν στην επικαιρότητα με την ενσωμάτωση των Νέων Χωρών μετά το 1912. Ο Δ. Διαμαντίδης, πρώτος υπουργός του νεοσύστατου υπουργείου Συγκοινωνίας, εισηγούμενος στις 19.9.1914 το νομοθέτημα «περί συστάσεως νομοπαρασκευαστικής επιτροπής προς αναθεώρησιν της νομοθεσίας και σύνταξιν του νόμου περί Σχεδίων Πόλεων και απαλλοτριώσεων» έλεγε: «Οι νεοαποκτηθείσες πόλεις εν τη οικοδομική διαμορφώσει των οποίων τόσον εκτύπως, ως γνωστόν, υπάρχει κεχαραγμένη σφραγίς του κράτους υφ’ ο εδούλευον… καθιστά έτι επιτακτικωτέραν την ανάγκην της λήψεως των μέτρων δι ων και υπό την οικοδομικήν άποψιν θα ήτο δυνατόν να εκπολιτισθώσιν το ταχύτερον».

Στη δεκαετία του 20 άρχισε να φθίνει η παραδοσιακή αρχιτεκτονική. Η αιτία ήταν η χρησιμοποίηση των τούβλων, που υποκατέστησαν τη λάσπη και τα πλιθιά των τοίχων και κυριάρχησαν ως οικοδομικό υλικό. Η μετατροπή χώρων του ισογείου εκ παραδόσεως ακατοίκητων σε κατοικήσιμους ή χώρους καταστημάτων επέφερε αλλαγές στην τυπολογία της κατοικίας, που έκαναν ασυμβίβαστες τις μορφές της παραδοσιακής αρχιτεκτονικής. Η καθιέρωση νέων λειτουργικών κριτηρίων διαφοροποίησε τον αρχιτεκτονικό χαρακτήρα αλλά και τη διακοσμητική διαμόρφωση των οικοδομημάτων. (Δίδυμες οικίες Ζάικου).

Κυρίαρχο σημείο αναφοράς στην κωμόπολη έγινε η κεντρική πλατεία όπου συγκεντρώνονταν ένα μεγάλο τμήμα της οικονομικής, κοινωνικής και πολιτιστικής ζωής. Μια εξαιρετική περιγραφή της μας δίνει ο Μ. Λουντέμης: «Η πλατειούλα ήταν σκιερή, κουρνιασμένη κάτω από το Πάικο, όλη μια μοσκοβολιά, καρπερός τόπος, ολοπράσινα περιβόλια, γεμάτα μουριές, μηλιές, ροδακινιές… Δρόμοι πολλοί σ’ έβγαζαν από την πόλη κι άλλοι σ’ έφερναν στην πόλη, όπου κορίτσια τραγουδούσαν, μες στα κουκουλάδικα. Οι καφενέδες έβραζαν απ’ τους χωριάτες που έπιναν ρακί κι έπαιζαν με άχτι τάβλι. Δέντρα πολύκλαδα ίσκιωναν την πλατεία, μα και χωρίς αυτά η πλατεία θα ήταν όμορφη. Όλο μπακάλικα, καφενεδάκια, μανιφατούρες και μπαρμπεριά και δίπλα τα κουκουλάδικα με τα κορίτσια».


Η προσφυγική εγκατάσταση


Η σημερινή πλατεία Μακεδονομάχων

Οι πρόσφυγες που ήρθαν μετά το 1924 προστέθηκαν στο ανθρώπινο δυναμικό της κωμόπολης. Αρχικά εγκαταστάθηκαν σε σκηνές και σε ξύλινα συνεχόμενα παραπήγματα που κατασκευάστηκαν πίσω από το χώρο του σημερινού Δημαρχείου. Πολλοί πρόσφυγες εγκαταστάθηκαν στα σπίτια των γηγενών, που υποχρεώθηκαν από την Κοινότητα να τους «φιλοξενήσουν», παραχωρώντας τους προσωρινά ένα από τα δωμάτια των οικιών τους. Η επίταξη των σπιτιών έγινε με βάση νόμο που ψηφίστηκε την 1η Νοεμβρίου 1922 και στο 1ο του άρθρο όριζε: επιτρέπεται η επίταξις εν όλω ή εν μέρει ...παντός είδους ακινήτων καταλλήλων προς προσωρινήν στέγασιν των προσφύγων...ανηκόντων εις φυσικά πρόσωπα, εις εταιρείας, εις νομικά πρόσωπα δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, ως και εις Μονάς, Ναούς ή άλλα εκκλησιαστικά ιδρύματα και μη κατοικουμένων ή άλλως πως χρησιμοποιουμένων υπό του ιδιοκτήτου.

Η «προσωρινή» στέγαση των πολυμελών συνήθως προσφυγικών οικογενειών στα ελάχιστα τετραγωνικά μέτρα ενός δωματίου[8], παρατάθηκε, μέχρι να ολοκληρωθεί η ανέγερση από την Ε.Α.Π των προσφυγικών κατοικιών. Για τις ανάγκες τους η Μονή Ιβήρων το 1931 παραχώρησε στο Κράτος το μετόχι της, που περιελάμβανε αστικά κτήματα και αγροτικές ιδιοκτησίες. Οι νέες συνοικίες δημιουργήθηκαν στα αραιοδομημένα τμήματα στη βόρεια και ανατολική πλευρά της κωμόπολης. Πληροφορίες για τη διανομή των οικοπέδων βρίσκουμε σε έγγραφο του Υπουργείου Γεωργίας (Συνεργείον Ερεύνης Γουμενίσσης) προς την Διεύθυνση Γεωργίας και Εποικισμού Μακεδονίας - Θράκης στις 21.4.1932: «...εξετάσαντες επισταμένως το ζήτημα της καταπατήσεως Βουλγαρικών ανταλλαξίμων εκτάσεων, υπό διαφόρων γηγενών, κατοίκων Γουμενίσσης, εξηκριβώσαμεν ότι ούτε εν στρέμμα υπάρχει αδέσποτον ή κατεχόμενον αυθαιρέτως παρ’ εντοπίου τινός, εκτός των 92 δεκαδικών στρεμμάτων, παραχωρηθέντων εις διαφόρους γηγενείς υπό της Ε.Α.Π. κατά το έτος 1927 (20-2-27) συνεπεία της υπ’ αριθ. 826111/8214 διαταγής της Γ.Δ.Ε.Μ. (4-9-26) εις ανταλλαγήν ιδιοκτησιών των εκ τεσσαράκοντα έξ δεκαδικών στρεμμάτων, εγκαταλειφθέντων υπό των ανωτέρω αναφερομένων γηγενών και κειμένων εις την περιοχήν εις ην ανηγέρθη ο Συνοικισμός των Βορειοθρακών. Οι κατοικίες που κατασκευάστηκαν από την Ε.Α.Π. ήταν πολύ απλές και κάλυπταν μόνο στοιχειώδεις ανάγκες.

Συνοικισμοί της Γουμένισσας μετά τη προσφυγική εγκατάσταση

Οι πρόσφυγες έδωσαν στον συνοικισμό το όνομα του προστάτη των αμπελουργών του Αγίου Τρύφωνα. Αλλά και οι ονομασίες των δρόμων του συνοικισμού όπως Στενημάχου, Ανατολικής Ρωμυλίας, παρέπεμπαν στους τόπους καταγωγής τους και διατηρούσαν την ανάμνηση ενός παρελθόντος, που βίαια είχε καταργηθεί.

Με τη δημιουργία των προσφυγικών συνοικιών ο οικισμός ολοκληρώνει τη μορφή του, που απαρτίζεται από τέσσερις διαφορετικές ενότητες στις οποίες οι κάτοικοι ς διαφοροποιούνται σε σχέση με την προέλευσή τους. Έτσι έχουμε τον συνοικισμό των «ντόπιων», το συνοικισμό του Αγίου Γεωργίου («γύφτικα»), το συνοικισμό των «Ποντίων» και το συνοικισμό των «Βουλγαροπροσφύγων», όρος που χρησιμοποιείται για τους πρόσφυγες από την Ανατολική Ρωμυλία. Η γεωμετρική μορφή του αστικού χώρου είναι ένας συνδυασμός ακτινικού συστήματος με ορθογωνικούς κανάβους στους συνοικισμούς των προσφύγων.

Τέλος δυο σημαντικό κτίρια που ανοικοδομούνται αυτήν την περίοδο θα γίνουν ιδιαίτερα σημεία αναφοράς για την κωμόπολη. Το ένα είναι το διδακτήριο που κατασκευάζεται την περίοδο της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης της τελευταίας κυβέρνησης του Ε. Βενιζέλου. Το άλλο είναι το μεταξουργείο «Χρυσσαλίς» που θα σηματοδοτήσει την οικονομική ζωή της Γουμένισσας τα επόμενα χρόνια.


Υποσημειώσεις


1 Καθολικό ή καθολικός ναός. Ο κεντρικός ναός της μονής
2 Η γέννηση του ονόματος ενός τόπου συνδέεται με εθνικές, ιστορικές, θρησκευτικές, πολιτικές, γεωμορφολογικές, κλιματολογικές και άλλες γεωγραφικές συνθήκες και γενικά με την τάση των ανθρώπων να εκφράζουν, με τη  συνήθως μονολεκτική διατύπωση του ονόματος, το κυρίαρχο στοιχείο που θέλουν να θυμίζουν και μέσω του οποίου να αναγνωρίζονται. Το τοπωνύμιο διατυπώνεται συνήθως στην κυρίαρχη γλώσσα της περιοχής του.
3 Βλ. Τιμοθεάδης Τιμόθεος, Η παιδεία στον καζά Γιαννιτσών – Περιφέρεια Γιαννιτσών και Γουμενίσσης 1870-1912.
4 Στο Λεξικόν Εγκυκλοπαιδικόν, τ.3, εκδ. Μπαρτ και Χηρς, Ιανουάριος 1892, και στο λήμμα «Γκομέντζα» διαβάζουμε: Γκομέντζα κώμη της Μακεδονίας. Παράγει άριστον οίνον, τον της Γκομέντζας λεγόμενον, ούτινος γίνεται μεγάλη εξαγωγή. Βλ. Ζέτα Παπαγεωργοπούλου, Γηγενείς κάτοικοι και πρόσφυγες από την Ανατολική Ρωμυλία. Δυο φορείς αμπελοοινικής παράδοσης στη Γουμένισσα.
5 Το παραδοσιακό οθωμανικό σύστημα ήταν αποκεντρωτικό και δεν αναλάμβανε καμιά πολεοδομική πρωτοβουλία. Από την στιγμή που υπήρχαν ορισμένες βασικές αρτηρίες οι υπόλοιποι δρόμοι διαμπερείς ή αδιέξοδοι απλώς αφήνονταν να υπάρχουν. Το ίδιο συνέβαινε και με τους υπόλοιπους χώρους κοινωνικών δραστηριοτήτων, όπως η δημόσια υγεία, παιδεία, πρόνοια που ήταν στα χέρια των διαφόρων εθνικοθρησκευτικών κοινοτήτων. Βλ. Αλέκα Καραδήμου- Γερόλυμπου, Μεταξύ Ανατολής και Δύσης – Οι Βορειοελλαδικές πόλεις την περίοδο των οθωμανικών μεταρρυθμίσεων.
6 Η νομολογία αναγνώριζε το μοίρασμα του άξονα μεταξύ των απέναντι κατοίκων που είχαν την δυνατότητα να τον καταπατούν να διαμορφώνουν σκάλες, μπαλκόνια υπό τον όρο ότι δεν καταλαμβάνουν το τμήμα που ανήκει στον γείτονα. 
7 Η νομοθεσία του 1891 επιβάλλει την οικοδόμηση χώρων κατοικίας πάνω από τα καταστήματα εισάγοντας έτσι την συμβίωση δυο παραδοσιακά ασυμβίβαστων λειτουργιών. Το φαινόμενο αυτό παρατηρείται στα νέα κτίρια που κτίζονται στον κύριο εμπορικό δρόμο και λιγότερο στις περιοχές που εφάπτονται στον κεντρικό εμπορικό πυρήνα.
8 Οι αφηγήσεις των παλαιοτέρων για τις συνθήκες διαβίωσης της προσφυγικής οικογένειας μοιάζουν με την περιγραφή των εργατικών σπιτιών που δημοσίευσε το 1918 ο Σπήλιος Αγαπητός, στον Αρχιμήδη, όργανο του Πολυτεχνικού Συνδέσμου: Η αθλιότης της κατοικίας έχει ως άμεσον αποτέλεσμα την κατάπτωσιν, υλικήν και ηθικήν της οικογενείας. Ο πατήρ, όστις πολλάκις εκτός των πολυαρίθμων τέκνων του είνε επι