Παραδοσιακή κατοικία στη Γουμένισσα

Θανάσης Βαφειάδης, Πολεοδομική εξέλιξη – αξιόλογα κτίρια της περιοχής Γουμένισσας


Πλατυμέτωπη κατοικία με χαγιάτι

Η μορφή της παραδοσιακής κατοικίας στη Γουμένισσα και στους ορεινούς οικισμούς, παραπέμπει στη Μακεδονική αρχιτεκτονική που κυριάρχησε στην Κεντροδυτική Μακεδονία και στην Ήπειρο μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα.

Η μεγάλη πλειοψηφία των κτισμάτων ήταν έργα σχετικά ανειδίκευτων εργατών, δεν λείπουν όμως οι μαρτυρίες για συντεχνίες Ηπειρωτών μαστόρων που κατά καιρούς δούλεψαν εδώ. Οι ντόπιοι τεχνίτες λίγο διέφεραν από τον υπόλοιπο πληθυσμό ενώ η κύρια απασχόληση τους μπορεί κάλλιστα να ήταν άλλη και να εργάζονταν σαν τεχνίτες ευκαιριακά. Στην κατασκευή ενός σπιτιού συμμετείχαν αρκετά μέλη της κοινότητας τα οποία συνεισέφεραν σε βοήθεια και υλικά για να χτιστεί μια οικοδομή ενός συγγενούς ή φίλου (αλληλοβοήθεια). Όλοι αυτοί, ξένοι τεχνίτες, λαϊκοί μάστορες και ανειδίκευτοι κάτοικοι πέτυχαν σε πολύ υψηλό βαθμό το στόχο τους να καλυτερέψουν τις σύνθετες ανάγκες για κατοικία και εργασία.. Και το πέτυχαν, όπως σημειώνει ο Π. Καλογερίδης, χτίζοντας ένα όμορφο και ευχάριστο περιβάλλον, αρμονικά ενταγμένο στη φύση, ακολουθώντας την ανθρωποκεντρική κλίμακα, δημιουργώντας έτσι μια λαϊκή αρχιτεκτονική που μαζί με τα «αρχοντικά» της Σιάτιστας, της Βέροιας, της Καστοριάς αποτελούν τις ρίζες της σημερινής μας αρχιτεκτονικής.

Χρήση της κατοικίας

Κατοικία Άλλιου. Στον όροφο το δωμάτιο των κουκουλιών

Το σπίτι αποτελούσε το βασίλειο των γυναικών, που περηφανεύονταν για τον τρόπο με τον οποίο έκαναν το νοικοκυριό τους, το οποίο απαιτούσε σημαντικό χρόνο και κόπο. Τυποποιημένη τάξη και καθαριότητα επικρατούσαν παντού. Οι καθημερινοί χώροι ήταν ελεύθεροι από εξοπλισμό και εργαλεία, που κρύβονταν σε αποθήκες και ντουλάπια. Το φαγητό ετοιμαζόταν και μαγειρευόταν σ’ ένα ράφι μέσα στο καθημερινό ή δίπλα, σε μια μικρή κουζίνα με την εστία κι έναν κουβά νερό κρεμασμένο στον τοίχο, που γέμιζε συχνά από το πηγάδι ή μεταφερόταν από τις εξωτερικές κρήνες.

Όμως στο σπίτι μεταφερόταν για να διεκπεραιωθεί το υπόλοιπο μέρος της εργασίας που ξεκινούσε στα αμπέλια και τους μωρεώνες. Γι αυτό το λόγο έπρεπε να είναι κατάλληλα διαμορφωμένο για να καλύπτει τις πρόσθετες αυτές ανάγκες. Η παραδοσιακή διαρρύθμιση της κατοικίας έδινε λύση στα προβλήματα που γεννούσε η ανάγκη συμβίωσης του ανθρώπου με το κρασί και τον μεταξοσκώληκα: Στο υπόγειο βρισκόταν το κελάρι με τον οινοποιητικό εξοπλισμό. Εκτός από τον ένα ή περισσότερους «ληνούς» όπου γινόταν το πάτημα των σταφυλιών υπήρχαν τα μεγάλα «βαγένια» για την ωρίμανση του μούστου καθώς και τα μικρότερα για τη φύλαξη του κρασιού. Αυτά ήταν παρατεταγμένα το ένα δίπλα στο άλλο κατά μήκος των περιμετρικών τοίχων στηριγμένα σε ξύλινους τάκους και σφήνες πάνω στο χώμα που αποτελεί συνήθως το δάπεδο του χώρου.

Στον πρώτο όροφο κατοικούσε η οικογένεια και στον επάνω όροφο σε δωμάτια μεγάλα, με πολλά παράθυρα για εξαερισμό, αντικριστά συνήθως και τζάκια ώστε να διατηρείται η θερμοκρασία και η υγρασία σε επιθυμητά σταθερά επίπεδα, βρισκόταν οι «κρεβάτες» στις οποίες περνούσαν τη σύντομη ζωή τους οι μεταξοσκώληκες, τα μαμούδια. Συχνά οι κατοικίες είχαν μόνο έναν όροφο επάνω από το κελάρι, το οποίο μοιράζονταν αναγκαστικά οι άνθρωποι και τα μαμούδια[1].


Αυλή

Βαριά δίφυλλη αυλόθυρα

Ανάμεσα στο σπίτι και τον δρόμο υπήρχε η αυλή, κλεισμένη από τις τρεις μεριές μ’ έναν ψηλό ασβεστωμένο μαντρότοιχο, κι απ’ την τέταρτη με το σπίτι. Μια μοναδική αυλόπορτα στεγασμένη, που έκλεινε και ασφάλιζε με ζεύγος ξύλινων θυρόφυλλων ήταν το μοναδικό σημείο από το οποίο μπορούσε να μπει κανείς στο εσωτερικό του σπιτιού. Η αυλή λειτουργούσε σαν υπαίθριο δωμάτιο που εξυπηρετούσε τις διάφορες δραστηριότητες της οικογένειας στον ανοικτό χώρο, την μπουγάδα, το πάτημα των σταφυλιών, το γιόρτασμα των επετείων. Μια σειρά βοηθητικών κτισμάτων και εγκαταστάσεων το «αχούρι» για τα υποζύγια, αποθήκες, το αποχωρητήριο, ο φούρνος, το αποστακτήριο του τσίπουρου συνόδευαν την κατοικία. Λουλούδια και αναρριχητικά φυτά σκέπαζαν την αυλή και δημιουργούσαν ένα πράσινο και σκιερό καταφύγιο από τον ήλιο.


Μορφολογία

Η κΚατοικία Λιούκα με εντυπωσιακό σαχνισί

Η συντριπτική πλειοψηφία των κατασκευών ήταν με χαγιάτια ενώ σε πολλές υπήρχαν σαχνισιά.

Το χαγιάτι[2] ήταν ο ημιυπαίθριος χώρος στον όροφο του σπιτιού, στον οποίο περνούσε η οικογένεια μεγάλο διάστημα της ημέρας. Ο χώρος αυτός δεν φρασσόταν στην όψη με οποιασδήποτε μορφής ανοίγματα αλλά ήταν ανοικτός συνήθως από τη μια πλευρά προς την εσωτερική αυλή. Στην απλούστερη μορφή του διώροφου πλατυμέτωπου τύπου κατοικίας το χαγιάτι καταλάμβανε όλο το πλάτος της όψεως. Με την εξέλιξη αυτού του τύπου κατοικίας οι πλάγιοι τοίχοι του κτίσματος, δηλαδή των στενών πλευρών του, επεκτάθηκαν για να προφυλάσσουν από τα πλάγια το χαγιάτι.

Τα σαχνισιά[3] ήταν οι αρχιτεκτονικές προεξοχές του ορόφου που ήταν φραγμένες με σανίδες ή με μπαγδατί[4]. Η δημιουργία των προεξοχών οφείλεται στην ανάγκη να αυξηθεί ο αριθμός των παραθύρων, αφού με τον τρόπο αυτό το δωμάτιο φωτίζεται περισσότερο, ενώ ταυτόχρονα μεγαλώνει ο εσωτερικός του χώρος[5]. Επιπλέον ο όροφος προσαρμόζεται στο ορθογωνικό σύστημα αφού πολλές φορές τα ακανόνιστα οικόπεδα εμφάνιζαν αναγκαστικά ιδιότυπες μορφές προσόψεων στα σπίτια που διατάσσονταν «εν σειρά». Οι αρχιτεκτονικές προεξοχές επηρέασαν ιδιαίτερα την παραδοσιακή αρχιτεκτονική του βαλκανικού χώρου και συνέβαλλαν αποφασιστικά στη δημιουργία ενός ιδιαίτερου αρχιτεκτονικού ρυθμού.


Οικοδομική

Πλιθιά στο ισόγειο μπαγδατί στον όροφο

Η κατασκευή του παραδοσιακού κτίσματος βασιζόταν πάνω σε τρία υλικά: την αποξηραμένη στον ήλιο πλίθρα, την πέτρα και το ξύλο. Η ξυλεία υπήρχε σε αφθονία στη περιοχή που μεγάλες της εκτάσεις καλύπτονταν από δάση καστανιάς. Το βασικό πλεονέκτημα του ξύλου είναι ότι επιτρέπει τη γρήγορη κατασκευή. Με τη χρήση παραδοσιακών εργαλείων και μεθόδων αρκούσαν περίπου 2 μήνες για να ολοκληρωθεί μια διώροφη κατοικία 150 τ.μ.

Μια σειρά πέτρες χωρίς κονίαμα (ξερολοθιά) αποτελούσαν τη θεμελίωση που ήταν μάλλον επιπόλαιη και σχετικά αβαθής[6]. Συνήθως οι εξωτερικοί τοίχοι του ισογείου ήταν κατασκευασμένοι με πέτρα και ο όροφος ή οι όροφοι με ξύλο. Η λιθοδομή των περιμετρικών τοίχων δενόταν με μια σειρά ζωναριών (ξυλοδεσιές), που η πρώτη τους σειρά τοποθετούνταν στα 30-40εκ. από το έδαφος. Τις ξυλοδεσιές αυτές τις έφτιαχναν με ένα ζευγάρι δοκαριών, ένα κατά μήκος της εσωτερικής πλευράς της τοιχοποιίας και ένα στην εξωτερική που τα ένωναν με άλλα εγκάρσια δοκαράκια. Από κει και πάνω τα ζωνάρια έμπαιναν κάθε 80 εκ. περίπου. Τον σκελετό του σπιτιού αποτελούσαν κατακόρυφα ξύλα τα ντιρέκια (direk) και επάνω τους ακουμπούσαν άλλα οριζόντια δοκάρια, τα ταμπάνια (taban). Έτσι σχηματίζονταν ορθογώνια πλαίσια που τα σταθεροποιούσαν με διαγώνια ή «χιαστί» ξύλα, τις παγιάντες (payanda). Το οριζόντιο ξύλο της οροφής (ο κορφιάτης) είναι το τσιμπέρ ταμπάν[7]. Σε ορισμένες περιπτώσεις ο σκελετός παρέμενε ορατός, συνήθως στις περιπτώσεις των ισογείων και των χαγιατιών. Τα κενά ανάμεσα στον ξύλινο σκελετό γεμίζονταν με διάφορους τρόπους. Στα χαμηλότερα σημεία όπου και οι ισχυρότερες διατομές με μεγαλύτερο πάχος με τσατμά (μικρά λιθάρια ή κεραμίδια και άφθονο κονίαμα).

Όταν τελείωνε το χτίσιμο του τοίχου του ισογείου, τοποθετούσαν παράλληλα στην απόληξη του τοίχου ταμπάνια. Επάνω τους και κάθετα προς την μακριά πλευρά του χώρου, τοποθετούνταν κατά αποστάσεις, χοντρά δοκάρια κυλινδρικής διατομής ή μισοκατεργασμένα, τα πατόξυλα ή γριντιές. Στα ταμπάνια άνοιγαν τρύπες με αρίδες (τρυπάνια) για να περάσουν πλατυκέφαλα γυφτόκαρφα που στερέωναν τα πατόξυλα με τα ταμπάνια. Το δάπεδο αποτελούσαν φαρδιές σανίδες που ήταν δυο ειδών:

Τα τουρλάκια, που είχαν μήκος 1,80 και πλάτος 0,20 και τα μπισνίκια με μήκος 2,20 ή 2,30 και πλάτος 0,22-0,25.

Οι τοίχοι του ορόφου ήταν με τσατμά. Έχουμε περιπτώσεις όπου αντί για τσατμά χρησιμοποιούσαν μπαγδατί, συνήθως στους διαχωριστικούς τοίχους των δωματίων. Όλο το σύστημα του ορόφου αποτελούσε μια καθαρή ξύλινη κατασκευή που στηριζόταν ουσιαστικά στον εξωτερικό τοίχο, στους δυο μεσότοιχους και σ’ έναν αριθμό ντιρεκιών (στύλων) με διαστάσεις 0,15 Χ 0,20 ή 0,20 Χ 0,20 που πατούσαν σε γερά λιθάρια, τις σιόλες ή ντιρεκόπετρες για να μη σαπίζουν. Τα ταμπάνια δεν στηρίζονταν απευθείας πάνω στο ντιρέκι, αλλά πάντα μεσολαβούσε ένα μακρόστενο ξύλο, το μπασνούκι ή παπούτσι που στις δυο άκρες του κατέληγε σε φαλτσογωνιές. Για την κατασκευή των εσωτερικών χωρισμάτων του ορόφου, καρφώνανε τσιμπούκια (κατακόρυφα ξύλα 0,05 Χ 0,07) στα πατόξυλα ή στις σανίδες του πατώματος, κάθε 0,40-0,50μ. Ανάμεσα στα τσιμπούκια πλέκανε βέργες τσιτιάς και ύστερα πετάγανε κοκκινόλασπη με άχυρο και την έστρωναν καλά με τον μαλά (μυστρί). Στις πιο επίσημες οικοδομές τα εσωτερικά χωρίσματα γίνονταν με τσατμά ή μπαγδατί. ΄λα τα εσωτερικά τοιχώματα έφεραν επίχρισμα από κοκκινόχωμα στο οποίο προστίθονταν τρίχωμα κατσίκας έτσι ώστε το μίγμα να αποκτήσει ελαστικότητα που θα το προστάτευε από τις συστολές και διαστολές του ξύλινου σκελετού.

Τα ζευκτά της στέγης σχηματίζονταν από χοντρά δοκάρια τις γριντιές. Εξωτερικά η στέγη προεξείχε αρκετά σε σχέση με τον τοίχο και σχηματιζόταν η «αστραχιά», που προφύλασσε το κτίριο από τη βροχή.

Στους τοίχους που ήταν κατασκευασμένοι από πέτρα αποφεύγονταν η δημιουργία ανοιγμάτων. Αντίθετα στη τοιχοποιία από τσατμά, όπως και στις προεξοχές κατασκευάζονταν πολλά μεγάλα παράθυρα. Τα παράθυρα ήταν ξύλινα δίφυλλα. Ξύλινα κανάτια τοποθετούνταν στο εσωτερικό μέρος της κάσας. Μεταξύ των παραθύρων και των ξύλινων κανατιών μεσολαβούσε προστατευτικό κιγκλίδωμα από ξύλο ή σίδερο.

Η επικοινωνία με τον όροφο γινόταν με εξωτερική στεγασμένη, ξύλινη ευθύγραμμη κατά κανόνα σκάλα, που στο ξεκίνημα της πατούσε σε δυο τρία κτιστά σκαλοπάτια για την υγρασία. Το κελάρι στο υπόγειο του σπιτιού είχε πρόσβαση κατευθείαν από την αυλή. Το κατέβασμα γινόταν με πέτρινες κτιστές σκάλες περνώντας από μια φαρδιά ξύλινη πόρτα..


Υποσημειώσεις


1 Παπαγεωργοπούλου Ζέτα, Η σηροτροφία ως παράλληλη απασχόληση στην αμπελουργική Γουμένισσα. 2 Χαγιάτι ονομαζόταν και η εσωτερική (ισόγεια) αυλή, που ήταν συνήθως πλακοστρωμένη. Hayat στα τουρκικά σήμαινε το πρόθυρο της οικίας. Βλ., Μουτσόπουλος Νικ., Η αρχιτεκτονική προεξοχή- «Το σαχνισί». 3 Σαχνισί. Η λέξη σαχνισί είναι περσική. Shah neshin σημαίνει το κάθισμα του σάχη. Τη μεταχειρίζονται όμως και οι Τούρκοι όπως και τόσες άλλες περσικές και αραβικές λέξεις και σημαίνει τη μικρή προεξοχή για να καθίσει κανείς και να δει έξω. Ο.π. 4 Μπαγδατί, είναι μια ελαφρά κατασκευή με πηχούλες ή και με βέργες λυγαριάς (τσιτιάς κλπ) πλεγμένες ή οποιοδήποτε άλλο πλέγμα , σε πυκνές αποστάσεις, ώστε να μπορεί να στηρίζεται το πεταχτό κονίαμα. Αραβικά Bagdadi, τούρκικα Bagdadli, που σήμαινε «από τη Βαγδάτη». Ο.π. 5 Στο ερώτημα ποια ανάγκη γέννησε και ποια πρακτική χρησιμότητα υπηρετούν αυτοί οι χώροι, τα σαχνισιά απαντάει ο αείμνηστος ακαδημαϊκός Αντ. Δ. Κεραμόπουλος, ότι τα πλεονεκτήματα «γνωρίζει όστις απήλαυσε της θεαματικής αναπαύσεως και δρόσου αυτών. Αύται [αι προεξοχαί], έχουσαι τρεις πλευράς, εισάγουσιν ήλιον εις την οικίαν και δυο αντιθέτους ανέμους, ους άλλως θα ηδύνατο, να στερήται η οικία, αν ήθελε τύχει να είναι συνεσφιγμένη, εν απροσφόρω οικοδομική γραμμή, ως συχνά συμβαίνει». Αλλά η δημιουργία της προεξοχής του σαχνισιού είχε και λόγους κοινωνικούς, γιατί «δια της προσθήκης εντός των δρυφράκτων (=σαχνισιών) τούτων καταλλήλου ανακλίντρου, μεταβάλλεται το σύνολον εις πρώτης τάξεως θεωρείον, από του οποίου οι ένοικοι απολαύουσιν αβιάστως του αεί μεταβαλλομένου θεάματος της οδού, χωρίς να απομακρύνονται εντελώς πάσης οικιακής ασχολίας».Ο.π. 6 Το βάθος θεμελίωσης κυμαίνονταν στα 50-60 εκατοστά. 7 Η ορολογία αυτή, κοινή σ’ όλα τα Βαλκάνια, ήταν τούρκικη εξαιτίας της θητείας των οικοδομικών συντεχνιών (ισναφιών) στα δημόσια έργα και στην κατασκευή των τούρκικων σπιτιών, τζαμιών, χαμάμ, γεφυριών.