Ο παραδοσιακός τρόπος οικοδόμησης

Θανάσης Βαφειάδης, Αδημοσίευτο


Λιθόκτιστη κατοικία στην Καλλιρρόη

Σε κάθε τόπο που δούλευαν, οι οικοδόμοι έκτιζαν σύμφωνα με τις τοπικές συνήθειες και τα διατιθέμενα υλικά και με τις κατευθυντήριες γραμμές που είχαν συμφωνηθεί με τον εργοδότη τους. Η συνεννόηση με τον εργοδότη για το είδος του κτηρίου που επρόκειτο να κατασκευαστεί επισφραγιζόταν είτε με προφορική είτε με γραπτή συμφωνία στην οποία περιγραφόταν οι γενικές διαστάσεις του κτηρίου, αριθμός και το είδος των δωματίων και οι επιμέρους διαστάσεις τους, ο αριθμός και η θέση των ανοιγμάτων. Εκτός από την αμοιβή καθοριζόταν ο χρόνος περαίωσης καθώς και οι επιπλέον εξυπηρετήσεις που έπρεπε να παρέχει ο εργοδότης, όπως η σίτιση του συνεργείου. Σχέδια δεν υπήρχαν αφού οι τεχνίτες της εποχής δούλευαν εμπειρικά και είχαν αποτυπωμένο το κατασκευαστικό σχέδιο στο μυαλό τους. Σε κάποιες περιπτώσεις ο μάστορας σχεδίαζε ένα σκαρίφημα για να αποδώσει το μοντέλο του κτηρίου ή χρησιμοποιούνταν σχέδια άλλων κτηρίων ως δείγματα που έπρεπε να προσαρμοσθούν στο συγκεκριμένο οικοδόμημα. Σε ακόμη σπανιότερες περιπτώσεις συντάσσονταν με μολύβι, τρίγωνο και διαβήτη σχέδια υπό κλίμακα καθώς και διακοσμητικές λεπτομέρειες σε φυσικό μέγεθος.

Η κατασκευή του παραδοσιακού κτίσματος στην περιοχή μας αλλά και γενικότερα στο Μακεδονικό χώρο, βασιζόταν πάνω σε τρία υλικά: την αποξηραμένη στον ήλιο πλίθρα, την πέτρα και το ξύλο. Το βασικό πλεονέκτημα του ξύλου είναι ότι επιτρέπει τη γρήγορη κατασκευή. Με τη χρήση παραδοσιακών εργαλείων και μεθόδων αρκούσαν περίπου 2 μήνες για να ολοκληρωθεί μια διώροφη κατοικία 150 τ.μ.

Ξύλινος σκελετός σπιτιού στη Γουμένισσα

Η εργασία του οικοδόμου ξεκινούσε με την εκσκαφή του εδάφους για την κατασκευή της θεμελίωσης, που την αποτελούσαν μια σειρά πέτρες χωρίς συνδετικό κονίαμα, οι ξερολιθιές. Η θεμελίωση ήταν του ίδιου τύπου τόσο για τις λίθινες όσο και για τις πλίνθινες κατασκευές, το πάχος της ήταν διπλάσιο από τους τοίχους που θα έφερε και ήταν σχετικά αβαθής, αφού συνήθως δεν ξεπερνούσε το 1μ. Ακολουθούσε η κατασκευή των στοιχείων του φέροντος οργανισμού και της τοιχοποιίας. Οι πλινθόκτιστοι τοίχοι είχαν πάχος 50-60 εκ και για την καλύτερη έδραση και σύνδεση των ωμόπλινθων χρησιμοποιούνταν ως συνδετικό κονίαμα αργιλικός πηλός, η λεγόμενη λάσπη. Συνήθως οι εξωτερικοί τοίχοι του ισογείου ήταν κατασκευασμένοι με πέτρα και ο όροφος ή οι όροφοι με ξύλο και πλιθιά. Επειδή το μέγεθος των ακατέργαστων (αργών) λίθων ήταν διαφορετικό οι κτίστες επεδίωκαν κατά τη δόμηση κάθε στρώση να έχει λίθους με τις ίδιες περίπου διαστάσεις, ώστε οι οριζόντιοι αρμοί να είναι όσο το δυνατόν πιο ευθύγραμμοι ενώ οι κατακόρυφοι να συναντούν τους οριζόντιους κάθετα. Η λιθοδομή των περιμετρικών τοίχων δενόταν με μια σειρά ζωναριών, τις ξυλοδεσιές, που η πρώτη τους σειρά τοποθετούνταν στα 30-40 εκ. από το έδαφος. Τις ξυλοδεσιές αυτές τις έφτιαχναν με ένα ζευγάρι δοκαριών, ένα κατά μήκος της εσωτερικής πλευράς της τοιχοποιίας και ένα στην εξωτερική που τα ένωναν με άλλα εγκάρσια δοκαράκια. Από κει και πάνω έμπαιναν τα ζωνάρια ανά 80 περίπου εκατοστά. Τον σκελετό του σπιτιού αποτελούσαν κατακόρυφα ξύλα, τα ντιρέκια, που επάνω τους ακουμπούσαν άλλα οριζόντια δοκάρια, τα ταμπάνια. Έτσι σχηματίζονταν ορθογώνια πλαίσια που τα σταθεροποιούσαν με διαγώνια ή «χιαστί» ξύλα, τις παγιάντες. Σε ορισμένες περιπτώσεις ο σκελετός παρέμενε ορατός, συνήθως στις περιπτώσεις των ισογείων και των χαγιατιών. Τα κενά ανάμεσα στον ξύλινο σκελετό γεμίζονταν με διάφορους τρόπους.

Όταν τελείωνε το χτίσιμο του τοίχου του ισογείου, τοποθετούσαν παράλληλα στην απόληξη του τοίχου ταμπάνια. Επάνω τους και κάθετα προς την μακριά πλευρά του χώρου, τοποθετούνταν κατά αποστάσεις, χοντρά δοκάρια κυλινδρικής διατομής ή μισοκατεργασμένα, τα πατόξυλα ή γριντιές. Στα ταμπάνια άνοιγαν τρύπες με αρίδες για να περάσουν πλατυκέφαλα γυφτόκαρφα που στερέωναν τα πατόξυλα με τα ταμπάνια. Το δάπεδο αποτελούσαν φαρδιές σανίδες που ήταν δυο ειδών: τα τουρλάκια, που είχαν μήκος 1,80μ και πλάτος 0,20μ και τα μπισνίκια με μήκος 2,20 ή 2,30 και πλάτος 0,22-0,25μ.

Εξωτερική τοιχοποιία (λίθοι, πλίνθοι, τσατμάς, μπαγδατί)

Οι τοίχοι του ορόφου ήταν κατασκευασμένοι με τσατμά, δηλ. μικρά λιθάρια ή κεραμίδια και άφθονο κονίαμα. Έχουμε περιπτώσεις όπου αντί για τσατμά χρησιμοποιούσαν μπαγδατί, συνήθως στους διαχωριστικούς τοίχους των δωματίων. Όλο το σύστημα του ορόφου αποτελούσε μια καθαρή ξύλινη κατασκευή που στηριζόταν ουσιαστικά στον εξωτερικό τοίχο, στους δυο μεσότοιχους και σ’ έναν αριθμό ντιρεκιών (στύλων) με διαστάσεις 0,15 Χ 0,20 ή 0,20 Χ 0,20μ που πατούσαν σε γερά λιθάρια, τις σιόλες ή ντιρεκόπετρες για να μη σαπίζουν. Τα ταμπάνια δεν στηρίζονταν απευθείας πάνω στο ντιρέκι, αλλά πάντα μεσολαβούσε ένα μακρόστενο ξύλο, το μπασνούκι ή παπούτσι που στις δυο άκρες του κατέληγε σε φαλτσογωνιές. Για την κατασκευή των εσωτερικών χωρισμάτων του ορόφου, καρφώνανε τσιμπούκια (κατακόρυφα ξύλα 0,05 Χ 0,07) στα πατόξυλα ή στις σανίδες του πατώματος, κάθε 0,40-0,50μ. Ανάμεσα στα τσιμπούκια πλέκανε βέργες τσιτιάς και ύστερα πετάγανε κοκκινόλασπη με άχυρο και την έστρωναν καλά με τον μαλά (μυστρί). Στις πιο επίσημες οικοδομές τα εσωτερικά χωρίσματα γίνονταν με τσατμά ή μπαγδατί. Τα εσωτερικά τοιχώματα έφεραν επίχρισμα από κοκκινόχωμα στο οποίο προσέθεταν τρίχωμα κατσίκας έτσι ώστε το μίγμα να αποκτήσει ελαστικότητα που θα το προστάτευε από τις συστολές και διαστολές του ξύλινου σκελετού.

Τα ζευκτά της στέγης σχηματίζονταν από χοντρά δοκάρια, τις γριντιές. Εξωτερικά η στέγη προεξείχε αρκετά σε σχέση με τον τοίχο και σχηματιζόταν η αστραχιά, που προφύλασσε το κτίριο από τη βροχή.

Στους τοίχους που ήταν κατασκευασμένοι από πέτρα αποφεύγονταν η δημιουργία ανοιγμάτων. Αντίθετα στη τοιχοποιία από τσατμά, όπως και στις προεξοχές κατασκευάζονταν πολλά μεγάλα παράθυρα.

Η λαϊκή οικοδομική αυτής της περιόδου έδωσε εξαιρετικά οικοδομήματα πολλά από τα οποία άντεξαν στη φθοροποιό δύναμη του χρόνου και έγιναν αντικείμενα θαυμασμού για την κατασκευαστική τους τελειότητα και αρμονία. Δεν είναι όμως λίγες και οι περιπτώσεις που οι παραδοσιακοί τεχνίτες είτε από άγνοια της πραγματικής αντοχής των υλικών είτε εξαιτίας της απειρίας και της τεχνικής τους ανεπάρκειας κατασκεύασαν κτήρια που σε καμιά περίπτωση δε θα μπορούσαν να χαρακτηρισθούν αξιοζήλευτα. Ενδεικτικά καταγράφουμε τις εντυπώσεις του Leake (1805) από τα αρχοντόσπιτα της Λαμίας: «Σπάνια βρίσκεις σπίτια με ίσιους τοίχους και οριζόντια πατώματα, κι αυτό γιατί χρησιμοποιούν χλωρή ξυλεία κι όλα τα υλικά παραμορφώνονται. Το κονάκι μου αποτελεί ένα θαυμάσιο παράδειγμα και δε χρειάζεται παρά ένας ανάλαφρος σεισμός για να σωριαστεί σε χαλάσματα. Μ’ όλα αυτά κρατάει σαράντα χρόνια και λένε πως πήρε το σημερινό του σουλούπι λίγο ύστερα από το κτίσιμό του».


Ο καταμερισμός εργασίας στο οικοδομικό συνεργείο


Οικοδόμος στη Γουμένισσα

Οι χτίστες δούλευαν κατά ζεύγη, ένας στην εξωτερική πλευρά του τοίχου και ένας στην εσωτερική. Ο πρώτος, έμπειρος και παλιός χτίστης, ονομαζόταν φατσαδόρος, ο δεύτερος, νέος και άπειρος μεσομάστορης. Ο δεύτερος ακολουθούσε πάντα τις συμβουλές του πρώτου ή άκουγε σιωπηλός τις παρατηρήσεις του και μετέφερε επίσης τα βαριά αγκωνάρια που δεν μπορούσε να κουβαλήσει το λασποπαίδι.

Υπήρχε επίσης ένας πελεκάνος και ένας νταμαρτζής ή λιθαράς. Ο πελεκάνος λάξευε τα αγκωνάρια, τα υπέρθυρα, τις παραστάδες κλπ. Η δουλειά αυτή απαιτούσε πολύχρονη πείρα της οικοδομικής τέχνης και κάποια καλλιτεχνική ευαισθησία. Γι αυτό η ειδικότητα του πελεκάνου την ασκούσε συνήθως ο πρωτομάστορας.

Τη λάσπη, σκέτη ή με ασβέστη, την έφτιαχναν οι λασπιτζήδες που ήταν συνήθως άτομα νεαρής ηλικίας γι' αυτό και συχνά συναντιούνται με την ονομασία λασποπαίδια. Το ανακάτεμα της λάσπης έπρεπε να γίνεται γρήγορα ώστε να ανεφοδιάζονται συνεχώς και χωρίς καθυστερήσεις οι κτίστες. Ο κρυφός καημός των λασπιτζήδων ήταν ξεφύγουν από αυτό το είδος της εργασίας και να γίνουν κτίστες.

Τα μαστορόπουλα ήταν γεροδεμένα παιδιά που μετέφεραν στους κτίστες τα λάσπη, τις πέτρες, τον ασβέστη και τα άλλα οικοδομικά υλικά. Η εργασία τους ήταν μαρτυρική αν λάβουμε υπόψη το νεαρό της ηλικίας τους, που πολλές φορές δεν ξεπερνούσε ούτε τα 10 χρόνια. Στα καθήκοντα τους ήταν και η συνοδεία και η επίβλεψη των ζώων του συνεργείου, που έπρεπε να προσέχουν να μην απομακρυνθούν ή προκαλέσουν ζημιές ακόμη και η καθαριότητα των ρούχων των μαστόρων, που τα έπλεναν συνήθως κατά τις κυριακάτικες αργίες.

Τα εργαλεία που χρησιμοποιούνταν για το χτίσιμο του σπιτιού ήταν σκαπτικά, κρουστικά, διευθέτησης, μεταφοράς και μέτρησης.

Το σκάψιμο γινόταν με κασμάδες ενώ τους λοστούς τους χρησιμοποιούσαν για τον εκβραχισμό. Με το σφυρί ο χτίστης χτυπούσε τις πέτρες για να τοποθετηθούν σωστά στη θέση τους και παράλληλα έκανε μικρά σπασίματα σε κάθε πέτρα για να ταιριάζει στη θέση που την προόριζε. Με το μυστρί έπαιρνε τη λάσπη και την έριχνε με κάποια δύναμη ανάμεσα στις πέτρες και στα χαλίκια που γέμιζαν τα διάκενα της τοιχοποιίας και έκανε το επίχρισμά της. Με το ζύγι ή νήμα της στάθμης εξασφάλιζε τη σωστή τοποθέτηση των αγκωναριών και την καθετότητα των τοίχων ενώ με τα ράμματα, σκοινιά ή σπάγκους, εξασφάλιζαν τις ευθυγραμμίες. Με το πηλοφόρι, που ήταν ξύλινο ή μαρμάρινο, μετέφεραν τον πηλό ενώ το πετροκόφινο το χρησιμοποιούσαν για τη μεταφορά των λίθων.

Μαλάς (μυστρί), πηλοφόρι, αντιζύγι (νήμα της στάθμης), ζεμπίλι


Η κουραστική εργασία, η κακή σίτιση, η διαμονή σε πρόχειρα και ανθυγιεινά καταλύματα, οι συχνές μετακινήσεις από τόπο σε τόπο ήταν παράγοντες που υπονόμευαν την υγεία των χτιστών. Μακριά από τους δικούς τους αντιμετώπιζαν τις ασθένειες με πρωτόγονα μέσα, μερικοί έμεναν ανάπηροι από τα ατυχήματα που γίνονταν στις οικοδομές, ενώ δεν ήταν σπάνιες οι περιπτώσεις που χτίστες άφηναν την τελευταία τους πνοή μακριά από τις οικογένειες τους.