Ο κοινοτικός λουτρώνας

Θανάσης Βαφειάδης, Κιλκίς 1914-1934 – Η ταυτότητα της πόλης μέσα από το δημοτικό αρχείο


Το λουτρό του Κιλκίς το 1916 (Υπουργείο Πολιτισμού της Γαλλίας)

Το λουτρό, ένα από τα ελάχιστα σωζόμενα δείγματα κοσμικής οθωμανικής αρχιτεκτονικής στην πόλη του Κιλκίς, αναφέρεται συχνά στα πρακτικά της Κοινότητας. Το κτίριο αυτό, ανεξάρτητα από την ιστορική περίοδο, αποτελούσε πάντα έναν κοινωνικό πυρήνα ειδικού βάρους αφού συνδεόταν με την ομαδική αναψυχή, την υγεία και την καλή φυσική διάθεση του πολίτη. Ιδιαίτερα τις δυο πρώτες δεκαετίες του αιώνα μας, όταν τα κύματα των προσφύγων κατέκλυσαν την πόλη, ο ρόλος του λουτρού ήταν καθοριστικός. Η έλλειψη χώρων υγιεινής στις περισσότερες κατοικίες καθιστούσε απαραίτητη την τακτική επίσκεψη στο δημοτικό λουτρό. Αυτό επισημαίνεται σε διάφορες αποφάσεις του Κοινοτικού Συμβουλίου όπως αυτή της 5 Ιουνίου 1921 όπου ο πρόεδρος εκθέτει ότι χάριν της υγείας των κατοίκων επιβάλλεται η ανακαίνισις και λειτουργία του κοινοτικού λουτρώνος. Το ίδιο τονίζεται και στην απόφαση της 21 Μαΐου 1923 με την οποία η Κοινότητα λόγω ελλείψεως καυσοξύλων εν Κιλκίς και ακριβείας τούτων ζητάει να επιτραπή η ατελής ξύλευσις δάσους της περιφερείας Κιλκίς και δη εκ των κειμένων παρά το Κιληνδήρ και Ακίντζαλη ως περιεχόντων αχρήστων καυσοξύλων επί τινά έτη προς τακτικήν λειτουργίαν του κοινοτικού λουτρώνος έργου κοινωφελεστάτου.

Τακτικοί πελάτες του λουτρού ήταν οι καταστηματάρχες της αγοράς και οι στρατιώτες του 13ου Συντάγματος Πεζικού, που προσέρχονταν στο λουτρό σε παράταξη και τραγουδώντας. Η προσέλευση τους σ’ αυτό το χώρο αποτελούσε μια κοινωνική εκδήλωση που τους έδινε την ευκαιρία να ξεφύγουν για λίγο από τον κλειστό χώρο του στρατοπέδου.

Μετά την απελευθέρωση της πόλης η λειτουργία του λουτρού αφέθηκε στην ιδιωτική μέριμνα όπως γινόταν και την περίοδο της τουρκοκρατίας: επειδή η Κοινότης Κιλκίς δεν δύναται να διαθέσει την απαιτούμενην προς τούτο δαπάνην προτείνει όπως το σώμα αποφανθή περί ενοικιάσεως του κοινοτικού λουτρώνος δια μιαν δεκαετίαν. Ο επιχειρηματίας που πλειοδοτούσε στην δημοπρασία που προκήρυσσε η Κοινότητα ήταν ο υπεύθυνος του λουτρού. Οι λουόμενοι απευθύνονταν σ’ αυτόν κατά την είσοδο τους και αφού πλήρωναν αντίτιμο ανάλογο με το χρόνο παραμονής τους, είχαν στη διάθεση τους πετσέτες και τσόκαρα. Στη συνέχεια κατευθύνονταν στους εσωτερικούς χώρους που η διάταξη τους ακολουθούσε την παραδοσιακή διαδοχή των λουτρών: από το μεγάλο κρύο προθάλαμο στο μεταβατικό χλιαρό και στη συνέχεια στον κύριο ζεστό χώρο που περιείχε ατομικά δωμάτια ακόμη πιο ζεστά.

Φαίνεται πως για κάποιο διάστημα το λουτρό είχε εγκαταλειφθεί και ο εξοπλισμός του είχε γίνει αντικείμενο υφαρπαγής. Για την επαναλειτουργία του, όπως μας πληροφορεί η απόφαση της 19 Αυγούστου 1922, ο ενοικιαστής του λουτρού ζήτησε να τω αποδοθεί ο λέβης του λουτρώνος όστις δι’ αγνώστους λόγους αναφέρει ότι χρησιμοποιείται εις τον αλευρόμυλον.... και να τω επιτραπή να εξάγη και χρησιμοποιήση σιδηρούς υδροσωλήνας ευρισκόμενους υπό την επιφάνεια του εδάφους του κειμένου μεταξύ του λουτρώνος και του παλαιού φρέατος της οδού Γραμμάτινας. Στην απόφαση της 21 Μαΐου 1923 διαβάζουμε για την πρόταση του μισθωτή να αναλάβει ο ίδιος την αποκατάσταση όλων των φθορών που είχε υποστεί το κτίριο με αντάλλαγμα τη μη καταβολή του ενοικίου για όσο διάστημα χρειαζόταν έως ότου αποσβέσει τις δαπάνες του. Το συμβούλιο συμφώνησε και επέτρεψε εις τον μισθωτήν του κοινοτικού λουτρώνος την τακτικήν λειτουργίαν αυτού με τον όρον όπως και ούτος να εκπέσει εις το ελάχιστον όριον τας τιμάς μέχρι τελείας αποφθειριάσεως, εξυγιάνσεως και εθίσεως προσφύγων προς λούσιν. Σ’ αυτή την απόφαση πέρα απ’ τη διαπίστωση για τις λουτρικές συνήθειες των προσφύγων φαίνεται ακόμη πως το ποσό που κατέβαλλαν οι λουόμενοι δεν πρέπει να ήταν ευκαταφρόνητο. Ίσως αυτός να ήταν ο λόγος για τον οποίο οι κάτοικοι ζήτησαν την διάλυσιν μισθώσεως κοινοτικού λουτρώνος δι αποζημιώσεως μισθωτού των καταβληθέντων δαπανών επισκευής του και απευθείας εκμεταλλεύσεως τούτου υπό των κοινοτικών αρχών. Την πρόταση αυτή των κατοίκων το συμβούλιο παμψηφεί απορρίπτει ως παράλογον στις 18 Απριλίου 1924.

Το οικόπεδο που περιέβαλλε το λουτρό καθώς ήταν ανταλλάξιμο περιήλθε στο δημόσιο. Το 1928 η Εθνική Τράπεζα ως διαχειρίστρια της δημόσιας ανταλλάξιμης περιουσία ξεκίνησε τη διαδικασία εκπλειστηριασμού του ακινήτου. Η Κοινότητα αντέδρασε σ’ αυτή την προοπτική και προσπάθησε να τη ματαιώσει ξεκινώντας πρώτα με την έρευνα του ιδιοκτησιακού καθεστώτος. Το αποτέλεσμα αυτής της έρευνας και οι προθέσεις της Κοινότητας καταγράφονται στην απόφαση της 5 Ιανουαρίου 1928: ο πρόεδρος ανακοινεί εις το σώμα το υπ’ αριθμ. 58 έγγραφον του μεταφραστικού γραφείου Θεσσαλονίκης, δι’ ου τούτο, εις απάντησιν του υπ’ αριθμ. 2072 π.ε εγγράφου, γνωρίζει ότι κτήματα ανήκοντα εις τας κοινότητας των μεταναστευσάντων Τούρκων και Βουλγάρων δεν ευρέθησαν εν τοις τουρκικοίς κτηματολογικοίς βιβλίοις Κιλκισίου και καλεί αυτό όπως αποφανθή ήδη επί του υπό της τραπέζης εκπλειστηριαζομένου κοινοτικού λουτρώνος. Το κοινοτικόν συμβούλιον, λαβόν γνώσιν του ως άνω εγγράφου, σκεφθέν ότι ο λουτρών χάριν της δημοσίας υγείας οφείλει να είναι κτήμα της Κοινότητος αποφαίνεται παμψηφεί, εγκρίνει και εξουσιοδοτεί τον κ. πρόεδρον της κοινότητος όπως λάβη μέρος εις την δημοπρασίαν του λουτρώνος ανακοινών τα αποτελέσματα ταύτης εις το συμβούλιον. Η δημοπρασία εκποιήσεως του λουτρού πραγματοποιήθηκε στις 16 Ιουνίου 1928. Το πωλητήριο συμβόλαιο με ημερομηνία 4 Οκτωβρίου 1928 υπογράφηκε στο εδώ υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας ενώπιον του συμβολαιογράφου Κιλκίς Ανδρέου Δημητρίου Δημουλά. Στο συμβόλαιο αναφέρεται πως το ακίνητο ανήκε στον ανταλλαγέντα οθωμανό Σεΐχ Σαΐτ Εφέντη και μετά τη δημοπρασία περιήλθε στον αναδειχθέντα τελευταίο μειοδότη Ισαάκ Κουρτίδη.

Το λουτρό συνέχισε να λειτουργεί μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 60. Η άριστη κατασκευή του, αποτέλεσμα της εργασίας ειδικευμένων τεχνιτών και αρχιμαστόρων και ο ευρύς κοινωνικός του χαρακτήρας το διέσωσε στο πέρασμα του χρόνου. Η καταστροφή όμως του ιστορικά διαμορφωμένου αστικού ιστού είχε σαν αποτέλεσμα να μεταβληθεί ο τρόπος προσέγγισης και θέασης του, να ανατραπεί η σχέση του με τον ελεύθερο χώρο, να αλλοιωθεί η κλίμακα του κτίσματος καθώς ανοικοδομήθηκε το πλαίσιο αναφοράς.