Ο καθορισμός των συνόρων και η μέτρησις της εκτάσεως των αγρών κατά τους Βυζαντινούς χρόνους

Φαίδων Κουκουλές, Βυζαντινών βίος και πολιτισμός, τ.Ε’


Μέτρησις αγρών δια σχοινίου

Προς διάκρισιν των ορίων ενός αγρού και αποφυγήν ερίδων με τους συμπλησιαστάς, συνήθιζον οι Βυζαντινοί κατά τα τέσσαρα αυτού άκρα να τοποθετώσι διακριτικά γνωρίσματα, τα οποία κατά αιώνας έφερον διάφορα ονόματα ήτοι εκαλούντο όροι, όρια, σύνορα, συνόρια, τερμόνια και οροθέσια. Εκαλείτο δε το τοποθετείν τα τοιαύτα όρια συνοριάζειν, περιορίζειν και συγκλείειν. Συνίσταντο δε τα όρια, ως και παρ’ αρχαίοις είτε από στήλας, είτε από λίθους οξείς ή ριζιμαίας πέτρας ή τάφρους, τράφους καλουμένας είτε από χωματοβούνια, σωρούς δήλα δη χωμάτων ή λίθων ή από δένδρα ή από ορθά ξύλα, σταύρα παρά το σταυρός λεγόμενα.

Τοποθέτηση ορίων αγρού

Προς ακριβεστέραν δε δήλωσιν των ορίων και μη απόσβεσιν αυτών υπό του χρόνου συνήθιζον εις τους φυτευτούς λίθους ή τας ριζιμαίας πέτρας να εγχαράτωσι σταυρούς, σταυράτα ή και γράμματα, λαυράτα, ομοίως δε και επί των δένδρων σταυρούς. Και εφύλαττον μεν τα σύνορα ειδικοί φύλακες, οροφύλακες, καλούμενοι πολλάκις όμως ταύτα είτε υπό της επηρείας του χρόνου καθίσταντο εξίτηλα, είτε και εθραύοντο υπό των ορογλύφων γειτόνων, οίτινες απεκλίνουν ούτω τα όρια προς ίδιον όφελος. Και επέβαλλον μεν οι νόμοι διαφόρους ποινάς εις τους παρορίζοντας ή τους παρορίζοντας τους αύλακας, ως έλεγον τα κείμενα, υπό ευπληστίας όμως κινούμενοι ενήργουν το βδελυρόν έργον των.

Προς θεραπείαν τότε του κακού συνήθιζον το εξής, ως εκ των παπύρων, των νόμων και των εγγράφων μανθάνομεν: αμφότερα τα μέρη, κατά διαταγήν του άρχοντος, παρόντος και αυτού ενίοτε, παρελάμβανον τους χρηστοτέρους και γεροντοτέρους εκ των εντοπίων οίτινες εγνώριζον τα παλαιά σύνορα και μετέβαινον εις τα υπό αμφισβήτησιν κτήματα. Εκεί οι γέροντες ούτοι, οριοδείκται εν τοις παπύροις καλούμενοι κρατούντες το ιερόν ευαγγέλιον, εις ό ωρκίζοντο, και μετρούντες δια σχοινίου, εάν είχε συμβή ένεκα επικλύσεως αφανισμός ορίων, υπεδείκνυον τα σύνορα, εις ά όπισθεν ακολουθούντες άνδρες ετοποθέτουν νέα τερμόνια.

Ό,τι εγίνετο κατά τους Βυζαντινούς χρόνους, εξακολουθεί όν εν χρήσει και σήμερον κατά τόπους. Ούτως εν Κω και Καλύμνω ορός λέγεται ο των αρχαίων όρος, το σύνορον δήλα δη του χωραφίου, το αυτό συνόριν εν Πόντω και Bova της Κάτω Ιταλίας και συνίρι εν Κω και Χίω, ροστάσι εν Κύμη, Αυλωναρίω και Κονίστραις της Ευβοίας, Καρδαμύλοις της Χίου και Σκύρω, ροθέσιν εν Πισσουρίω της Κύπρου, τέρμονας εν Αργυράδες Κερκύρας σωρός λίθων ως σύνορον χρησιμοποιούμενος, όριος εν Σινασώ της Καππαδοκίας λέγεται ο οροφύλαξ σώζεται δε ακόμη και η συνήθεια των οριοδεικτών εν Μεραμπέλω της Κρήτης. Δωρίδι και Σύρω εν η τελευταία νήσω επί Τουρκοκρατίας εκαλούντο οροδείχνοι ως και η του εγχαράττειν σταυρούς επί των λίθων εν Μάνη και Κρήτη.

Περί διαμάχης δια τα σύνορα προκειμένου ο Γεωργικός νόμος ώριζεν ότι οι δικασταί έπρεπε να λύσουν την διαφοράν, υπερτερούντος του κατέχοντος το χωράφιον πλείονα έτη, εκτός αν το σύνορον ήτο αρχαίον, οπότε η αρχαία διακράτησις έπρεπε να μένη απαρασάλευτος.


Μέτρησις της εκτάσεως των αγρών

Μέτρηση με σκοινί

Κατά τους Βυζαντινούς χρόνους είναι μεμαρτυρημένον ότι η έκτασις των αγρών εμετρείτο και υπελογίζετο κατά σχοινία, εκάστου σχοινίου έχοντος μήκος έως δώδεκα οργυιών. Η έκτασις όμως των χωραφίων υπελογίζετο και κατά πλέθρα, άτινα επανειλημμένως αναφέρουσι τα γεωπονικά βιβλία και ο Χρυσόστομος και έτι μεταγενεστέρως ο Θεσσαλονίκης Ευστάθιος λέγων: «πλέθρον, μέτρον γης περιφερόμενον μέχρι και νυν πολλαχού». Η ακριβής έκτασις του μέτρου τούτου δεν δύναται σήμερον να υπολογισθή ακριβώς. Τα μεσαιωνικά γλωσσάρια ταυτίζουσιν αυτό προς το Ρωμαϊκόν jugerum, το οποίον έχει έκτασιν εικοσιεννέα περίπου τετραγωνικών ποδών. Κατά τον Σουΐδαν: «έχει δε το πλέθρον πήχεις ξς’ δίμοιρον».

Οι Βυζαντινοί υπελόγιζον την έκτασιν των γαιών και εκ του ποσού διαφόρων μέτρων δημητριακών καρπών, απαιτουμένων δια την σποράν αυτών. Ήσαν δε τα μέτρα ταύτα, τα συνήθως αναφερόμενα ο μόδι(ο)ς ή το μόδιν – συχνά αναφέρονατι τόσα «μόδια γης» ή «χωράφια μοδίων τόσων»- μετά ταύτα το κοίλον ή ο κάβος και ο χοίνιξ ή το χοινίκιον.

Το να ορίση τις την ακριβή χωρητικότητα των μέτρων τούτων δεν είναι ευχερές, δεδομένου ότι, όπως και σήμερον, ούτω και κατά τους Βυζαντινούς χρόνους κατά διαφόρους αιώνας και τόπους, η χωρητικότης αυτών ήτο διάφορος. Όπως αν έχη, κατά τον Πεδιάσιμον, συγγραφέα του ΙΓ’ αιώνος, ο μόδιος, νυν μόδις και μόδιν εν Κύπρω, μόδι δε πολλαχού των Ελληνικών χωρών, ως μέτρον επιφανείας είχεν έκτασιν διακοσίων τετραγωνικών οργυιών, απετελείτο δήλα δη από ορθογώνιον, ούτινος η μεν βάσις ήτο είκοσιν οργυιών, το δε ύψος δέκα.

Συνώνυμος δε προς τον μόδιον, ως μέτρον χωρητικότητος δημητριακών καρπών, ήτο η εν τοις παπύροις πολύλεκτος αρτάβη, κατά τον Ελενουπόλεως Παλλάδιον. Παρατηρητέον δ’ ότι το χοινίκιον ή ο χοίνιξ σήμερον είναι πολλαχού γνωστός, λεγόμενος χοίνικα (ο) εν Τσακωνία, χοίνικα (η) εν Σκύρω, χοινίκος εν Αραβανίω της Καππαδοκίας, σοινίκι δ’ εν Μακεδονία, Ηπείρω και Πελοποννήσω.

Τέλος η έκτασις των γαιών εμετρείτο κατά ζευγάρια, ήτοι κατά το ποσόν των ημερών, ας εχρειάζετο να τας καλλιεργήση και σπείρη έν ζεύγος βοών. Υπελόγιζον δε, τουλάχιστον κατά τον ΙΒ’ αιώνα οι Έλληνες της κάτω Ιταλίας ότι έκαστον ζευγάριον είχεν έκτασιν τριάκοντα μοδίων, ήτοι απετελείτο από ορθογώνιον, ούτινος η μεν βάσις ήτο εξακοσίων οργυιών, το δε ύψος δέκα.