Ο ΓΟΚ του 1929

Αλέκα Καραδήμου Γερόλυμπου, 2ο συνέδριο Εταιρείας Ιστορίας της Πόλης και της Πολεοδομίας, 2000


1922. Η Αθήνα με θέα από την Ακρόπολη

Οι περιπέτειες του πολεοδομικού σχεδιασμού κατά το μεσοπόλεμο δεν χρειάζεται να αναπτυχθούν δια μακρών. Είναι γνωστό ότι το 1923, έτος κατά το οποίο τίθεται σε εφαρμογή το ΝΔ του 1923 που προβλέπει τη σύνταξη σχεδίων για κάθε πόλη που θα συνοδεύονται από ειδικούς οικοδομικούς κανονισμούς, έχει ανακύψει παράλληλα το πρόβλημα της στέγασης εκατοντάδων χιλιάδων προσφύγων. Μεταξύ 1923 και 1927, με μια σχεδόν δραματική προσπάθεια το Υπουργείο Συγκοινωνίας αγωνίσθηκε να περισώσει τη γενικότερη πολιτική που είχε επίμονα διαμορφώσει τα προηγούμενα χρόνια και μόλις είχε καταφέρει να θεσμοθετήσει. Ωστόσο οι ανάγκες για τη στέγαση των προσφύγων, δίκαια ή άδικα, την ακύρωσαν ουσιαστικά στα 1927.

Ύστατη προσπάθεια ολοκληρωμένου πολεοδομικού σχεδιασμού με γενικευμένη ισχύ είναι ο ΓΟΚ του 1929, που αποτελεί, όπως θα δούμε στη συνέχεια, ένα ευρύ πλαίσιο οδηγιών και προδιαγραφών για την σύνταξη πολεοδομικών μελετών και την αρμονική ένταξη της ιδιωτικής ανοικοδόμησης στο σύνολο της πόλης.

Η ανέγερση της οικοδομής Γιάνναρου. Καρτ- ποστάλ

Όπως εξηγεί ο Μπίρης, όσο διάστημα δεν εξέλιπαν (κυρίως από το 1900 ως το 1920) η συνήθεια της μικρής ιδιοκτησίας και της μεμονωμένης κατοικίας στην Αθήνα, το ύψος των κτιρίων σπανίως υπερέβαινε τα 14μ με εσωτερικό ύψος περί τα 4μ. (Μπίρης 1966:298). Υπήρχαν επαρκείς αυλές κλπ ενώ η ίδια η μορφολογία του νεοκλασικού ρυθμού απέφευγε τις μεγάλες προεξοχές. Η τεχνολογία εν χρήσει – απλές τοιχοποιίες και ξύλινα πατώματα με δοκάρια ξύλινα ή σιδερένια – δεν επέτρεπε μεγάλα ύψη, ενώ εξίσου αποθαρρυντικό για μεγάλης κλίμακας οικοδόμηση ήταν το καθεστώς της κατακόρυφης ιδιοκτησίας. Όταν το 1917 χτίσθηκε η πρώτη επταώροφη οικοδομή στην Πλατεία Συντάγματος με μπετόν αρμέ (οικοδομή Γιαννάρου, γωνία Όθωνος και Φιλλελήνων), ο υπουργός συγκοινωνίας Αλέξανδρος Παπαναστασίου, συμμεριζόμενος την γενική κατακραυγή που προκάλεσε το … πανύψηλο για την εποχή κτίριο, προώθησε την ψήφιση του Ν.858 που εισάγει την δια διαταγμάτων ρύθμιση των υψών. Το πρώτο διάταγμα (Νοέμβριος 1919) ορίζει τα 12/10 του πλάτους της οδού ως επιτρεπόμενο ύψος, 10μ σε δρόμους στενότερους των 8,5 και μέγιστο 22μ. Αργότερα το 1922 αυξάνεται το μέγιστο ύψος κτιρίου σε 26μ.

Με τον ερχομό των προσφύγων και τα εξαιρετικά οξυμένα προβλήματα στέγασης διαπιστώθηκε ότι αρχές και πολίτες παρέκαμπταν χωρίς διατυπώσεις το ισχύον θεσμικό πλαίσιο. Ο τότε διευθυντής του υπουργείου Ανάργυρος Δημητρακόπουλος επεξεργάστηκε τον πρώτο ΓΟΚ που δημοσιεύθηκε το 1929. Ο ίδιος υπήρξε μάλλον αποκαλυπτικός για τα αίτια που οδήγησαν σε αυτήν συγκεκριμένα την απόφαση: «… Όταν καταρτίσθηκε ο ΓΟΚ το 1929 υπήρχε πλήρης επίγνωσις ότι θα χρειαζόταν γρήγορα αναθεώρησιν, τουλάχιστον εις ωρισμένας διατάξεις του (όπως φαίνεται και στην εγκύκλιο του υπ. Συγκοινωνίας 51507/1929, σελ 5 και 8), κυρίως λόγω της σπουδής με την οποία συνετάχθη μετά την αποτυχίαν μιας επισήμου αλλά όχι ευρύτερα γνωστής γενικωτέρας προσπαθείας του υπουργείου Συγκοινωνίας για την πληρέστερη αντιμετώπιση των πολεοδομικών προβλημάτων της Αθήνας και όλης της χώραςΟι συστηματικώς παρακολουθούντες την εξέλιξιν των πολεοδομικών ζητημάτων είναι εις θέσιν να γνωρίζουν τους σοβαρούς λόγους της σπουδής αυτής (Δημητρακόπουλος 1939:73).

Ο ΓΟΚ του 1929 έχει έναν διφυή χαρακτήρα, παιδευτικό και εφαρμοστικό. Σε γενικές γραμμές παρεμβαίνει, «διδάσκοντας» και εξηγώντας στους κατά τόπους αρμοδίους τον τρόπο με τον οποίο θα πρέπει να εκπονηθούν τα πολεοδομικά σχέδια. Οι οδηγίες είναι αρκετά λεπτομερείς. Περιγράφουν όλη την προετοιμασία της υποδομής του σχεδιασμού (τοπογραφήσεις, χωροσταθήσεις, εδαφικές λεπτομέρειες, χάραξη του σχεδίου επί του εδάφους, άρθρο 18), επιβάλουν τις κλίμακες των υποβάθρων και των σχεδίων (1:500 και 1:2000, άρθρο 19) και σημειώνουν κάθε επί μέρους στοιχείο που οφείλει να καταγράφεται. Επιμένουν δε ότι κάθε σχέδιο πρέπει να συνοδεύεται από σχέδιο ειδικού κανονισμού, διασαφηνιστικού του σχεδίου ρυμοτομίας.

Είναι σαφές ότι το διάταγμα αυτό λειτουργεί κυρίως ως πλαίσιο και σύνολο προδιαγραφών των πολεοδομικών μελετών και όχι απλά ως ρυθμιστικός μηχανισμός. Βέβαια υπάρχουν διατάξεις που αναφέρονται σε αποστάσεις από πλάγια όρια κλπ., βάσει των οποίων χτίσθηκαν πολλές πολυκατοικίες στην Αθήνα μέχρι τον πόλεμο (Μαρμαράς 1991). Ωστόσο το κύριο ενδιαφέρον του ΓΟΚ του 1929, σε αντίθεση με τους επόμενους ΓΟΚ, είναι πολύ περισσότερο εστιασμένο στην πόλη παρά στα κτίρια.

Μέσα στα 142 άρθρα του, δίνονται σαφείς οδηγίες για το ίδιο το περιεχόμενο του σχεδιασμού, τις επιλογές που πρέπει να γίνουν, τις προτεραιότητες που θα ακολουθηθούν (βλ. άρθρο 20). Αιτία γι’ αυτό δεν είναι μόνον ότι οι αρχές του υπουργείου επανέρχονταν και επέμεναν στην πολιτική του «σωστού» σχεδιασμού μέσω του ΓΟΚ. Θα πρέπει να λάβουμε υπ’ όψιν μας ότι έλειπε η τεχνογνωσία στα κατά τόπους πολεοδομικά γραφεία των διαφόρων οικισμών του κράτους, ώστε οι οδηγίες ήταν απαραίτητες για την καλύτερη κατανόηση και εφαρμογή του.

Ο ΓΟΚ αφορά και επιβάλλεται στις πόλεις. Συνιστάται τα σχέδια να διατυπώνουν ευρείες προβλέψεις για την μελλοντική εξέλιξή της (τελευταία παράγραφος του άρθρου 20) με την ακόλουθη προτροπή: γενναιοδωρία στα πλάτη των κεντρικών αρτηριών κυκλοφορίας και αντίθετα οικονομία στη χάραξη των δευτερευουσών οδών, με παράλληλη χωροθέτηση μεγάλων ενιαίων κοινοχρήστων χώρων για άλση, αθλητικές δραστηριότητες και κέντρα αναψυχής. Όπως μπορούμε να παρατηρήσουμε σήμερα, οι συστάσεις αυτές, που εξέφραζαν ουσιαστικά ένα ευρύ πνεύμα ωφέλειας δεν ευδοκίμησαν.

Το ευρύ πνεύμα του ΓΟΚ του 1929 φαίνεται και στα ακόλουθα άρθρα που ωστόσο αγνοήθηκαν κατά την υλοποίηση των σχεδίων:

Το άρθρο 138 συνιστά «κατά την μελέτην των σχεδίων νέων πόλεων και συνοικισμών οποιαδήποτε μορφής (εργατικών, εξοχικών, αστικών κλπ) ή νέων σημαντικών αυτών επεκτάσεων, τα υπό των κεφαλαίων 4 (θέση οικοδομών στο οικόπεδο), 6 (ηλιασμός, φωτισμός εσωτερικών χώρων) και 12 (ύψη οικοδομών) θιγόμενα ζητήματα να μη στηρίζονται απολύτως εις το παρόν διάταγμα, αλλά να μελετάται η ρύθμισισις αυτών κατά τας τελευταίας επί των ζητημάτων ούτων αντιλήψεις, λαμβανομένης σπουδαίως υπ’ όψιν της σημασίας του προσανατολισμού και των μεγάλων ακαλύπτων χώρων, ως και των νεωτέρων μέσων συγκοινωνίας».

Ενώ σύμφωνα με το επόμενο άρθρο 139, «επί των παλαιών τμημάτων των πόλεων επιτρέπονται παρεκκλίσεις από των διατάξεων των κεφαλαίων 4 και 6, εκφραζομένου ειδικού οικοδομικού κανονισμού δι’ έκαστον οικοδομικόν τετράγωνον», αφού δηλαδή τα παλαιά κέντρα μελετηθούν ειδικά και διατυπωθούν ιδιαίτερες ρυθμίσεις γι’ αυτά.

Και τα δύο άρθρα δείχνουν ότι τα βασικά αυτά θέματα (που αργότερα αποτέλεσαν αντικείμενα κατ’ εξοχήν των ομοιόμορφων ρυθμίσεων του ΓΟΚ), εναπετίθεντο στα τοπικά σχέδια και σε εξειδικευμένες διευθετήσεις που ελάμβαναν υπ’ όψιν τις ιδιαιτερότητες κάθε πόλης (ιστορικές και λειτουργικές) χωρίς άκαμπτες ή περιοριστικές προδιαγραφές. Την ίδια άποψη για το περιεχόμενο των οικοδομικών κανονισμών είχε και ο Δοξιάδης αμέσως μετά τον πόλεμο, όταν έγραφε πως «ο ΓΟΚ ορίζει τους οικοδομικούς περιορισμούς που ισχύουν για κάθε οικισμό, εφ’ όσον δεν ορίζονται κατά διάφορον τρόπον, ως επιβάλλεται, δια ειδικού κανονισμού κατ’ οικισμόν (Δοξιάδης 1947)