Ο Γαλλικός ποταμός

Θανάσης Βαφειάδης, Ο υδάτινος κόσμος του Κιλκίς

Η γέφυρα του Γαλλικού (Βασίλης Μαυρομάτης)

Έχοντας συνολικό μήκος 73 χιλιομέτρων ο Γαλλικός ποταμός αποτελεί έναν από τους μεγαλύτερους ποταμούς της Κεντρικής Μακεδονίας. Οι πηγές τροφοδοσίας του βρίσκονται στην περιοχή των Κρουσσίων, στις πλαγιές του όρους Δύσωρον. Από τις δυο κύριες πηγές του η μια βρίσκεται κοντά στα χωριά Κεντρικό και Τριπόταμος και η δεύτερη κοντά στο χωριό Άγιος Αντώνιος. Αφού διαρρέει το ανατολικό τμήμα του νομού Κιλκίς ο Γαλλικός εισέρχεται στο νομό Θεσσαλονίκης και εκβάλει στο Θερμαϊκό κόλπο, κοντά στο Καλοχώρι. Στο Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν ο Γαλλικός περιγράφεται ως εξής: «Ποταμός της Μακεδονίας, ο αρχαίος Εχέδωρος. Πηγάζει από του όρους Δυσώρου ή Κρούσια Β και ΒΔ του Κιλκίς δια δύο βραχιόνων και δέχεται όλα τα ύδατα, τα οποία ρέουν προς την λεκάνην του Κιλκίς, έπειτα διέρχεται δια των Στενών του Γαλλικού παρά το Νάρες και χύνεται εις απόστασιν 10 περίπου χιλιομέτρων Δ της Θεσσαλονίκης, εις τον Θερμαϊκόν κόλπον με κατεύθυνσιν από των ΒΑ προς τα ΝΑ. Κατά τον κάτω ρούν του διασχίζει την Δ. πλευράν της πεδιάδος της Θεσ/νίκης. Έχει μήκος 60 χλμ. το δε βάθος των υδάτων του ποικίλλει από 0.80 -1 μέτρον. Εις τα Στενά του Γαλλικού γίνεται πολύ στενώτερος εις μήκος 8 χλμ. προ της εξόδου του εις την πεδιάδα της Θεσσαλονίκης. Επί του ποταμού Γαλλικού υπάρχουν τρεις γέφυραι, άπασαι εις την πεδιάδα Θεσσαλονίκης. Δύο των σιδηροδρόμων Θεσσαλονίκης – Σκοπίων και Θεσσαλονίκης - Μοναστηρίου και επί της αμαξιτής οδού Θεσσαλονίκης – Γιαννιτσών. Διασχίζει εις την περιοχήν του Κιλκίς πεδιάδα μήκους 25 χλμ. περίπου και μεγίστου πλάτους 18 χλμ. Τα Στενά του Γαλλικού ενέχουν σπουδαίαν στρατηγικήν σημασίαν, διότι δι’ αυτών διέρχονται η σιδηροδρομική και η οδική συγκοινωνία από Θεσσαλονίκης εις Κιλκίς και Δοϊράνην δια τον λόγον δε τούτον ημφεσβητήθησαν επιμόνως μεταξύ Ελλήνων και Βουλγάρων κατά τας διαπραγματεύσεις τας προηγηθείσας του Ελληνοβουλγαρικού πολέμου του 1913, ακολούθως δε απετέλεσαν σημαντικόν οχυρόν σημείον του ελληνικού κατά τον ελληνοβουλγαρικόν πόλεμον και έπειτα του συμμαχικού μετώπου κατά τον Α’ Παγκόσμιον πόλεμον».

Η διευθέτηση της κοίτης του ποταμού στην περιοχή που εκβάλλει έγινε από την αμερικανική εταιρεία Foundation Co. της Νέας Υόρκης στις αρχές της δεκαετίας του 1930. Ο εγκιβωτισμός του ποταμού με αναχώματα είχε σαν σκοπό να προστατεύσει από τις πλημμύρες τις καλλιεργήσιμες εκτάσεις.


Η λεκάνη απορροής του Γαλλικού


Ο Γαλλικός στην περιοχή του παλιού υδραγωγείου Κιλκίς

Η λεκάνη απορροής του ποταμού είναι μια πεδινή γεωμορφολογικά περιοχή με ήπιο ως μέτριο ανάγλυφο και διεύθυνση ΒΒΑ – ΝΝΔ. Το μέγιστο μήκος της ανέρχεται σε 45,5 χλμ και το μέγιστο πλάτος της σε 23,5χλμ. Το μέγιστο υψόμετρο της λεκάνης στο τμήμα που ανήκει στο Κιλκίς ανέρχεται σε 1.179μ και το ελάχιστο σε 40μ. Κύρια χαρακτηριστικά γνωρίσματα του Γαλλικού ποταμού είναι το μικρό βάθος και η σχετικά μεγάλη κλίση της κοίτης του καθώς και η δημιουργία ποτάμιων αναβαθμίδων. Κυριότεροι κλάδοι του ποταμού είναι το Μπαξί ρέμα που αναπτύσσεται ΒΑ του χωριού Τέρπυλλος, το ρέμα Σπανός που αναπτύσσεται βόρεια του χωριού Αργυρούπολη, το Μεγάλο ποτάμι που αναπτύσσεται ΒΑ του χωριού Καμπάνη και το ρέμα Κριθιάς που αναπτύσσεται ΒΑ της Κριθιάς.

Η ποσότητα των υδάτων του Γαλλικού και των παραποτάμων του, που συγχωνεύονται στην κεντρική του κοίτη, σταδιακά μειώνεται εξαιτίας των γεωτρήσεων για τις ανάγκες άρδευσης των αγρών. Έτσι η κοίτη του ίδιου του ποταμού αλλά και των παραποτάμων του, το μεγαλύτερο διάστημα του χρόνου είναι ξερή και ολόκληρα τμήματά του, ιδιαίτερα στην πεδιάδα της Θεσσαλονίκης έχουν μετατραπεί σε αποδοτικούς λαχανόκηπους.

Ο Γαλλικός αποτελεί τη βασική πηγή ύδρευσης του Κιλκίς και των οικισμών που αναπτύσσονται κατά μήκος του. Η υδρομάστευση γίνεται με σχετικά αβαθείς γεωτρήσεις από την ευρύτερη κοίτη του και το νερό κατευθύνεται σε ένα κεντρικό δίκτυο ύδρευσης που τροφοδοτεί την πόλη του Κιλκίς και τους οικισμούς Κολχίδα, Ζαχαράτο, Ξηρόβρυση.


Ιστορικές αναφορές για τον Γαλλικό ποταμό


Από την αυγή της ιστορίας ο Γαλλικός συνδέθηκε με τον πολιτισμό αφού μια σειρά προϊστορικών οικισμών και αρχαίων πόλεων αναπτύχθηκαν κοντά στις όχθες του. Από τις παραποτάμιες πόλεις που δημιουργήθηκαν στην περιοχή μας οι πιο γνωστές είναι η Τέρπυλλος (ίσως το σημερινό χωριό Καμπάνης) και το Ίωρον (Παλατιανό).

Η πρώτη ονομασία του ποταμού, όπως μας την παραδίδει ο Όμηρος, ήταν Ηδωνός και προέρχεται από τη θρακική φυλή των Ηδονών Μυγδόνων. Ο πατέρας της ιστορίας Ηρόδοτος τον αναφέρει ως Εχέδωρο δηλαδή αυτόν που έχει δώρα. Τα δώρα του ποταμού δεν ήταν άλλα από τα ψήγματα χρυσού τα οποία βρίσκονταν στη μάζα των φερτών υλικών που συμπαρέσυρε στο διάβα του. Ο Ηρόδοτος στο βιβλίο του Πολύμνια, όπου εξιστορεί την περσική εισβολή στην Ελλάδα, αναφέρει ότι ο Ξέρξης με την φάλαγγα του πεζικού του πορευόταν «διαμέσου της Παιονικής και της Κρηστωνικής χώρας, με κατεύθυνση τον ποταμό Εχέδωρο, ο οποίος, πηγάζοντας από τη χώρα των Κρηστωναίων, κυλά τα νερά του μέσω της Μυγδονίας χώρας και εκβάλλει κοντά στα έλη του Αξιού ποταμού». (μτφ. Γ.Συντομόρου). Ισχυρίζεται επίσης ότι ο πολυάριθμος στρατός των Περσών πίνοντας από τα νερά του Γαλλικού για να ξεδιψάσει τον στέρεψε: «Πάντως όταν ο Ξέρξης έφθασε στη θέρμη, έδωσε διαταγή να στρατοπεδεύσουν εκεί τα τμήματά του. Κατέλαβαν έτσι οι καταυλισμοί του στρατού του την παρακάτω παραθαλάσσια έκταση: άρχιζαν δηλαδή από την πόλη της Θέρμης και τη Μυγδονία, και έφθαναν μέχρι τις εκβολές του Λουδία ποταμού και του Αλιάκμονα, οι οποίοι αποτελούν το όριο μεταξύ της Βοττιαίας χώρας και της Μακεδονίας, και οι οποίοι συμβάλλουν τα νερά τους στην ίδια κοίτη. Σ’ αυτή λοιπόν την περιοχή στρατοπέδευσαν οι βάρβαροι, ενώ από τα ποτάμια, στα οποία αναφέρθηκα παραπάνω τα νερά μόνο του Εχέδωρου, ο οποίος κατεβαίνει από τη χώρα των Κρηστωναίων, δεν έφτασαν για να ξεδιψάσει η στρατιά, και έτσι το ποτάμι αυτό στέρεψε». Φυσικά ο ποταμός δεν στέρεψε και ο παραπάνω ισχυρισμός δεν αποτελεί παρά ένα συνηθισμένο σχήμα λόγου του Ηροδότου που το χρησιμοποιεί και για άλλα ποτάμια από τα οποία πέρασε ο περσικός στρατός.

Ο γεωγράφος Στράβων από τον Πόντο

Ο Στράβων (65 π.Χ. – 23 μ.Χ), ο σπουδαιότερος γεωγράφος της αρχαιότητας, στο μνημειώδες σύγγραμμα του «Γεωγραφικά» προσδιορίζει τον Εχέδωρο σε σχέση με τον Αξιό και τη Θεσσαλονίκη: «Μετά δε Αξιόν Εχέδωρος εν σταδίοις είκοσιν. Είτα Θεσσαλονίκεια Κασάνδρου κτίσμα εν άλλοις τετταράκοντα και η Εγνατία οδός». Ο Κλαύδιος Πτολεμαίος (125 -161 μ.Χ), που συγκαταλέγεται στους σπουδαιότερους αστρονόμους και γεωγράφους της αρχαιότητας, στην Γεωγραφική του Υφήγηση δίνει τις συντεταγμένες των εκβολών του Εχεδώρου: μθ δ μ γ.

Στο ετυμολογικό λεξικό Etymologicum magnum που γράφηκε στα μέσα του ΙΑ αι. από άγνωστο λεξικογράφο καταγράφεται η εκμετάλλευση της χρυσοφόρας κοίτης του ποταμού και εξηγείται η προέλευση της ονομασίας του: «Εχέδωρος: Ποταμός Μακεδονίας, ο πρότερον Ηδωνός καλούμενος. Ο έχων (φησί) δώρα. Χρυσού γαρ καταφέρων ψήγματα, οι εγχώριοι αρύονται, δέρματα αιγών κείραντες και καθιέντες εις το ύδωρ. Η από Δώρου τινός Αρκάδος, αρίστου τα πολεμικά. Ός συμμαχών Αλεξάνδρω τω φιλαδέλφω, εμπεσών τω ποταμώ αίτιος γέγονε της ονομασίας».

Αναφορά στο Γαλλικό ποταμό υπάρχει στο «Ιστορικόν πόνημα περί του Αλεξίου Κομνηνού» που συνέγραψε ο Νικηφόρος Βρυέννιος (1062- 1137 μ.Χ), στρατηγός και σύζυγος της Άννας Κομνηνής. Στο οικογενειακό αυτό χρονικό περιγράφεται μεταξύ άλλων και η καταστολή από τον Αλέξιο Κομνηνό της ανταρσίας του δούκα του Δυρραχίου Νικηφόρου Βασιλάκιου κατά του αυτοκράτορα Νικηφόρου Γ’ Βοτανειάτη (1078-1081): «ο δε Βασιλάκης, των ξυνόντων τω Κομνηνώ αυτομολήσαντος τινος προς αυτόν και φράσαντος ως, ει βούλοιτο επιθέσθαι τούτω, παραδώσει τούτον αυτός καθεύδοντα επί σκηνήν, μηδέν μελλήσας εκέλευε πάντας οπλίζεσθαι και ευθύς άπαντες ήσαν εν όπλοις. Επεί δε προς τον δυτικόν ορίζοντα ο ήλιος ήν, ήδη ταις σάλπιξι σημάνας τον εξιτήριον εξήει της πόλεως. Καταλιπών δε την ευθείαν οδόν, ίν’ ούτως λάθη τον μικρού δειν αλάθητον, δια της λεγομένης Λιτής διελθών, επεί προς τον ποταμόν γέγονεν όν Γαλικόν καλούσιν εγχώριοι, διαπεράσας τούτον εγγύς που του φρουρίου του Αετού καλουμένου και τον εκείσε υπερβάς αύλακα εχώρει δια της πεδιάδος».

Στον Γαλλικό ποταμό στρατοπεδεύει ο αυτοκράτορας Ιωάννης Κατακουζηνός το 1342 κατά τη διάρκεια των εμφυλίων συγκρούσεων και εκεί συναντά τους 1000 περίπου φυγάδες που δραπέτευσαν από τη Θεσσαλονίκη όταν αυτή καταλήφθηκε από τους Ζηλωτές: «η δε εκ Βυζαντίου στρατιά άμα στρατηγοίς τοις Παλαιολόγοις Ανδρονίκω και Θωμά αφιγμένοι εις Φεράς, παραλαβόντες και Συργήν άγοντα την εκ Μακεδονίας στρατιάν, και έπαρχον τον Μονομάχον συστρατευόμενον άμα τοις οικείοις, το εκείνου παραμείψαντες στρατόπεδον, ήκον εις Θεσσαλονίκην. Βασιλεύς δε εκεί την νύκτα αυλισάμενος, ως μη δοκοίη δέει τω εκείνων απανίστασθαι, εις την υστεραίαν άρας, ήλθεν εις Γαλικόν, ποταμόν τινα εγγύς Θεσσαλονίκης, ένθα ο πρωτοστράτωρ και οι εκ Θεσσαλονίκης φυγάδες περί χιλίους όντες συνεγένοντο, των ίππων αποβάντες, ως προσήκει βασιλεύσι προσιόντας πράττειν».

Αναφορές στο Γαλλικό ποταμό υπάρχουν στο σύγγραμμα του βυζαντινού ιστορικού Ιωάννη Αναγνώστη «Διήγησις περί της τελευταίας αλώσεως της Θεσσαλονίκης». Ο Αναγνώστης αναφέρει πως ο σουλτάνος Μουράτ ο Β’ μετά την κατάληψη της Θεσσαλονίκης το 1430 στρατοπέδευσε κοντά στον Γαλλικό ποταμό σκεπτόμενος την επανοίκιση της λεηλατημένης πόλης: «Έπειτα δε προς τον Γαλλικόν ποταμόν μεταβάς, εγγύς της πόλεως ρέοντα κατά τον καιρόν μάλιστα του χειμώνος, βουλήν εσκέψατο πάσι τε αδόκητον όλων και συστατικήν την εαλωκυίας. Ιδών γαρ την πόλιν τοσαύτην και ούτω κειμένη τη θαλάττη τε προσομιλούσαν και πάντα δεξιάν ούσαν , ώκτειρε τε αυτήν και πάλιν οικίσαι βεβούλητο».

Τον Γαλλικό συναντά στην περιήγηση του γύρω από τη Θεσσαλονίκη ο Μπαρμπιέ ντυ Μποκάζ το 1817. Το οδοιπορικό του συμπεριλαμβάνει ο γνωστός Γάλλος διπλωμάτης, περιηγητής και ιστοριογράφος Πουκεβίλ στο βιβλίο του «Ταξίδι στην Ελλάδα»: «Στη διαδρομή μας, επί ένα τέταρτο περίπου της λεύγας διασχίζαμε χερσότοπους διαρρεόμενους από ένα ποταμάκι, παραπόταμο του Εχήδωρου, που το ρεύμα του, τρεις λεύγες πριν φτάσει στη θάλασσα, φράχτηκε για να εξυπηρετήσει τις ανάγκες ενός μπαρουτόμυλου. Καθώς ήταν χειμώνας, τα πιο άφθονα την εποχή αυτή νερά του, πλημμύριζαν την πεδιάδα όπου σχηματίζουν έλη. Αφού ακολουθήσαμε τις όχθες αυτής της μεγάλης λιμνοθάλασσας, φτάσαμε στη φυσική κοίτη του Εχήδωρου, τα νερά του οποίου δεν χύνονται πια όπως άλλοτε στη διώρυγα του Αξιού. Μια μεγάλη ποσότητα προσχώσεων έχοντας από καιρό τώρα επιχώσει την αρχική κοίτη του, ο ποταμός αναζήτησε μια νέα διέξοδο προς τη θάλασσα, όπου εκβάλλει δυο λεύγες πιο κάτω από τη Θεσσαλονίκη, και τα αποθέματα τα οποία συσσωρεύει μας κάνουν να υποθέσουμε ότι πιθανόν κάποτε ν’ ακολουθήσει μια διαφορετική κατεύθυνση».

Στη σύγχρονη εποχή περιηγητές που επισκέπτονται την περιοχή μας δεν παραλείπουν να αναφερθούν στον Γαλλικό ποταμό και υπενθυμίζουν την αρχαία του ονομασία Εχέδωρος. Ο ταγματάρχης του μηχανικού Ν.Σχινάς που περιοδεύει στη Μακεδονία μεταξύ 1881-1886 τον αναφέρει ως Γάλλικο και τον χαρακτηρίζει ως χειμαρρώδη: «ο ποταμός Γάλλικος μετά βροχάς καθίσταται ορμητικός και πλατύς 50 ως έγγιστα βημάτων, αλλά βατός εις πολλά μέρη, εν ξηρασία δε και το θέρος βατός πεζή πανταχού».

Ο Άγγλος τραπεζίτης Abbot (1903) τον περιγράφει ως «ένα αρκετά πλατύ αλλά ρηχό ρέμα που εκβάλλει στον κόλπο της Θεσσαλονίκης όχι μακριά από την εκβολή του Αξιού».

Στη διάρκεια των βαλκανικών πολέμων στα στενά του ποταμού αναδεικνύονται ως σημεία καίριας στρατηγικής σημασίας για τον έλεγχο της πεδιάδας του Γαλλικού. Η διάβαση του ποταμού από τις δυνάμεις της IV Μεραρχίας το πρωί της 19ης Ιουνίου 1913 περιγράφεται από τα αρχεία της Διεύθυνσης Ιστορίας Στρατού: «Την 7.50’ ώραν η ημιλαρχία ανέφερεν, ότι οι Βούλγαροι κατείχον ισχυρώς τα περί το χωρίον Μάνδρες (Αμπάρκιοϊ) υψώματα, συγχρόνως δε το Βουλγαρικόν Πυρ/κόν ήρξατο βολής κατά της εμπροσθοφυλακής , της οποίας η μεν προπομπός επλησίαζεν εις τα νοτίως του Εχεδώρου ποταμού υψώμ. Τούμπες ύψ. 94.81, η δε ουρά διήρχετο τον ρύακα Κουρού Δερέ. Την 8.10’ ώραν η προπομπός εβλήθη και δια πυρών Πεζικού. Προχωρήσασα όμως ταχύτατα και ερευνήσασα το προ του Εχεδώρου ποταμού δάσους υπερέβη τούτο. Περί την 10ην ώραν το ΙΙΙ/9 τάγμα καθώς και το Ι/8 διήρχοντο τον ποταμόν, καταλαβόντα δε θέσεις απέναντι, διηυκόλυνον δια των πυρών των την προέλασιν και των υπολοίπων τμημάτων. Το Πυρ/κόν προωθήθη επί των πρώτων υψωμάτων της αριστεράς όχθης του Γαλλικού ποταμού, αλλά και πάλιν ελάχιστα ηδύνατο να απασχολή το βουλγαρικόν Πυρ/κόν, όπερ έβαλλε σφοδρότατα κατά των τμημάτων μας, άτινα εν τούτοις διαρκώς εκέρδιζον έδαφος».

1916. Ξύλινη γέφυρα στο Γαλλικό (Βασίλης Μαυρομάτης)

Περιγραφές του Γαλλικού βρίσκουμε και σε στρατιωτικές πηγές που αναφέρονται στον Α’ Παγκόσμιο πόλεμο. Σε ένα εγχειρίδιο που συντάχθηκε το 1915 από τον Γεωγραφικό Τομέα των Μυστικών Υπηρεσιών του Βρετανικού Ναυτικού περιγράφεται ο δρόμος Θεσσαλονίκης – Δοϊράνης – Στρώμνιτσας και ο Γαλλικός ποταμός που τον τέμνει: «Η γέφυρα του Γαλλικού, 1 ½ ώρα από τη Θεσσαλονίκη. Αμέσως μετά αφού διασχίσει το Γαλλικό ποταμό διευθύνεται προς Βορρά κοντά σε ανάχωμα του ποταμού αυτού. Ο Γαλλικός πηγάζει από τη βαλκανική οροσειρά της Κρούσας και εκβάλλει νότια τροφοδοτούμενος από μικρά ρέματα που ρέουν περίπου ανατολικά και δυτικά και λέγεται ότι είναι πάντα προσπελάσιμα. Ο Γαλλικός έχει εκτεταμένο βοτσαλωτό βυθό και είναι αντικείμενο βίαιης υπερχείλισης. Την άνοιξη δεν είναι προσπελάσιμος στα βαθύτερά του σημεία αλλά λέγεται ότι είναι πάντα βατός πάνω από το Καρατζά Καδή (οικισμός Καμπάνη) περίπου 3 μίλια ΒΑ του Σαλαμανλή (οικισμός Γαλλικός).

Η ύπαιθρος δυτικά του Γαλλικού πάνω από τη διαδρομή που τώρα ακολουθεί η οποία είναι ανοικτή, κυματιστή και λασπώδης στεγνώνει εντελώς στον ξηρό καιρό αλλά γίνεται πολύ μαλακή μετά από βροχή. Υπάρχουν έντονες καταπτώσεις του νερού, περίπου 30 πόδια βαθιά οι οποίες μάλλον αποτελούν υποχρεωτική διάβαση. Ίχνη σε αυτό το τμήμα είναι χωρίς χαλίκι και ταιριάζουν μόνο για ελαφρά οχήματα».