Οι ορεινοί οικισμοί του Πάικου

Θανάσης Βαφειάδης, Πολεοδομική εξέλιξη - Αξιόλογα κτίρια περιοχής Γουμένισσας


Απόσπασμα χάρτη με τις παλιές και νέες ονομασίες των οικισμών

Στις αρχές του 14ου αιώνα οι Οθωμανοί, βαθύτατα επηρεασμένοι από την αντίληψη του gaza, του ιερού πολέμου κατά των απίστων Χριστιανών, αλλά και παρακινημένοι από οικονομικές επιδιώξεις, εξόρμησαν υπό την ηγεσία του Μουράτ Α’ και του γιου του Βαγιαζήτ Α’ για την κατάκτηση των Βαλκανίων. Πολύ σύντομα το μεγαλύτερο τμήμα της Θράκης και της Μακεδονίας βρέθηκε υπό τουρκικό έλεγχο. Μετά την Τουρκική νίκη στον Έβρο άτακτοι γαζήδες, συνεχίζοντας την παραδοσιακή τακτική τους, προχώρησαν προς τα Δυτικά. Εκεί βρέθηκαν αντιμέτωποι με τον νεαρό Έλληνα πρίγκιπα Μανουήλ Β’. Οργισμένοι από την παρεμβολή του παρέκαμψαν τις Σέρρες και διασκορπίστηκαν στην Κεντρική Μακεδονία, λεηλατώντας και καίγοντας. Έτσι εμφανίστηκαν στις 11 Απριλίου 1372 εμπρός στη Θεσσαλονίκη.

Η κατάληψη της περιοχής του Κιλκίς από τους Τούρκους πραγματοποιήθηκε με την πτώση του Γυναικόκαστρου (1373/74) από τον περίφημο Εβρενός μπέη, χριστιανό εξωμότη, που πολλοί πίστευαν ότι καταγόταν από την παλιά βυζαντινή οικογένεια των Βρανάδων. Ακολούθησε η μόνιμη εγκατάσταση των μουσουλμάνων στο χώρο, αρχικά με τον ερχομό πολεμικών κυρίως ομάδων[1]. Σύμφωνα με το Οθωμανικό Δίκαιο, η κατακτημένη με τη βία γη περιερχόταν στο σουλτάνο, που τη μοίραζε στους αξιωματούχους του κράτους, στους πολεμιστές του ή σε ιερά καθιδρύματα. Έτσι οι πλούσιες και εύφορες πεδιάδες πέρασαν στους Τούρκους ενώ η γη που αφέθηκε στους χριστιανούς περιοριζόταν αρχικά σε ορεινές μόνο και άγονες περιοχές[2].

Η εδραίωση της οθωμανικής κυριαρχίας ολοκληρώθηκε με την άλωση της Θεσσαλονίκης το 1430[3]. Η ταχύτατη κατάκτηση των Βαλκανίων δεν οφειλόταν μόνο στην ασυγκράτητη ορμή, στο αξιόμαχο των οθωμανικών στρατευμάτων και στα στρατηγικά σχέδια που εφάρμοσαν. Οφειλόταν κυρίως στην αδυναμία, τη διάσπαση και την έλλειψη συνεργασίας ανάμεσα στους χριστιανούς ηγεμόνες. Το Βυζάντιο, η Βουλγαρία, η Σερβία βρίσκονταν σε παρακμή και δεν μπορούσαν να προβάλουν ουσιαστική και αποτελεσματική αντίσταση[4].

Όλη αυτή την περίοδο σ’ ολόκληρη τη Μακεδονία αλλά και στις άλλες νοτιότερες ελληνικές χώρες επικράτησε κατάσταση αναρχίας που συνεχίστηκε στα επόμενα χρόνια, μέχρι να ολοκληρωθεί και να εδραιωθεί η κατάκτηση της. Οι κάτοικοι τρομαγμένοι άρχισαν να καταφεύγουν στα δάση και στα ορεινά άσυλα. Στους μεγάλους ορεινούς όγκους του Πάικου, του Βερμίου, του Γράμμου, του Ολύμπου, των Χασίων άρχισαν να δημιουργούνται οι πρώτοι οικισμοί. Σ’ αυτούς τους πρόχειρους «οικογενειακούς» συνοικισμούς που συγκροτούνταν από μερικές καλύβες κρυμμένες στην πυκνή βλάστηση, οι παλαιοί κάτοικοι των πεδινών μερών αναγκάστηκαν να ζουν μέσα σε πανάθλιες οικονομικές συνθήκες. Προσανατολίστηκαν σε νέους τρόπους ζωής και προ πάντων στράφηκαν προς την κτηνοτροφία, που έγινε βασικός πόρος της ζωής τους. Αυτή τους έδινε την αναγκαία τροφή, τα μέσα για την ένδυση και την υπόδηση. Το αποτέλεσμα της συμβίωσης τους με την άγρια φύση, ήταν η διάπλαση υγιών και εύρωστων οργανισμών, η αγάπη προς την ελευθερία και η ανάπτυξη των ικανοτήτων για την αντιμετώπιση των δυσκολιών της ζωής.

Στους επόμενους δυο αιώνες τα κύμα φυγής στις περιοχές που βρισκόταν μακριά από τον έλεγχο του κατακτητή συνεχίστηκε αμείωτο. Σ’ αυτό συνέτειναν η βαριά φορολογία[5], οι βίαιοι εξισλαμισμοί, οι αυθαιρεσίες των αρχών, οι βιαιότητες των τουρκικών στρατιωτικών αποσπασμάτων και των διαφόρων αξιωματούχων.

Αυτό το δεύτερο κύμα ήταν περισσότερο πολυάριθμο και σημαντικό και προκάλεσε αληθινό ξερίζωμα των χριστιανικών πληθυσμών[6]. Όμως αυτή η φυγή στο εσωτερικό της χώρας είχε τεράστια εθνική σημασία, γιατί εμπόδισε την εξωτερική μετανάστευση, διαφύλαξε την καθαρότητα του γένους και ευνόησε την ανάπτυξη του ελληνικού στοιχείου κατά τους πρώτους και πιο σκληρούς αιώνες της δουλείας.

Στα τέλη του 16ου με αρχές του 17ου αιώνα οι οικισμοί γνώρισαν πληθυσμιακή αύξηση εξαιτίας των γεννήσεων και των νέων αφίξεων. Αυτό το γεγονός δημιούργησε προβλήματα καθώς οι πόροι ήταν περιορισμένοι και έτσι εκδηλώθηκε μια αντίστροφη κίνηση προς τα πεδινά μέρη και τα αστικά κέντρα.

Καζάδες σαντζακίου Θεσ/νικης στα όρια του σημερινού Ν.Κιλκίς

Αν οι ιστορικοί λόγοι ήταν αυτοί που επέβαλλαν την δημιουργία των οικισμών ο φυσικός γεωγραφικός χώρος ήταν αυτός που καθόρισε την εξέλιξη, τη δομή και την ιεραρχία του οικιστικού δικτύου. Βέβαια ο ανθρώπινος παράγοντας μπορεί να προκαλέσει σημαντικές διαφοροποιήσεις στο γεωγραφικό τοπίο όμως το χαμηλό τεχνολογικό επίπεδο των κοινωνιών του 19ου αιώνα δεν ήταν ικανό να μεταβάλει τα φυσικά γεωγραφικά δεδομένα που εξακολούθησαν ως την περίοδο του μεσοπολέμου να διαδραματίζουν έναν σημαντικό ρόλο στην κατανομή και την ανάπτυξη των οικισμών. Οι περιορισμοί που επέβαλλε ο γεωγραφικός χώρος στα όρια της ενδοχώρας, τις επικοινωνίες την εκμετάλλευση του εδάφους και του υπεδάφους οδήγησαν γρήγορα στην υστέρηση των ορεινών οικισμών έναντι των πεδινών και στην έντονη διαφοροποίηση στην κατανομή των πληθυσμών. Ήδη στις αρχές του 20ου αιώνα οι οικισμοί των πεδιάδων και των χαμηλών οροπεδίων ήταν σημαντικότεροι και ευημερούσαν σε σχέση με τους αντίστοιχους σε μεγαλύτερο υψόμετρο και εντάσσονταν στο οικιστικό πλέγμα καταλαμβάνοντας τις ψηλότερες βαθμίδες της ιεραρχίας.

Για τους οικισμούς του Παϊκου οι πληροφορίες που υπάρχουν είναι λιγοστές. Δεν είναι γνωστές οι ακριβείς συνθήκες ίδρυσης τους ούτε το αρχικό τους σχήμα που στη συνέχεια παραμορφώθηκε από τις συνεχείς προσθήκες και αλλαγές που πραγματοποιήθηκαν κατά την αργή διαδικασία της τυχαίας ανάπτυξης τους.

Σε φιρμάνι του 1696 έχουμε την πληροφορία ότι τα τρία χωριά Γουμέντζα, Κρίβα και Τσερναρέκα ήταν «γναφεία» της τσόχας των γενίτσαρων και γι αυτό είχαν απαλλαγεί από τους έκτακτους φόρους. Οι κάτοικοι δηλαδή των χωριών αυτών μετέφεραν με δικά τους ζώα την τσόχα που κατασκευαζόταν στη Θεσσαλονίκη για τις ανάγκες των γενιτσάρων της Κωνσταντινούπολης. Την έπλεναν, την κτυπούσαν, την έβαφαν και την επέστρεφαν ξανά πίσω.

Οι οικισμοί, με εξαίρεση τη Γουμένισσα βρίσκονται σε φυσικά οχυρωμένες θέσεις, αθέατοι όπως η Καστανερή ή απομονωμένοι όπως η Κάρπη για να παρέχουν προστασία και ασφάλεια στους κατοίκους τους. Εκεί μακριά από την εποπτεία της τουρκικής εξουσίας εκδηλώθηκαν και οι πρώτες εστίες αντίστασης. Την περίοδο της Ελληνικής Επανάστασης υπήρχε επαναστατική κίνηση στη περιοχή, όπως μαρτυρεί κατάλογος που στάλθηκε στο σουλτάνο στις 21 Αυγούστου 1823, στον οποίο καταγράφεται ότι από τα χωριά γναφέων Γουμένιτσας, Γρίβας και Κάρπης κατασχέθηκαν 49 τουφέκια. Οι αντιδράσεις των τούρκων στις επαναστατικές αυτές κινήσεις δεν περιορίστηκαν στις διώξεις των κατοίκων που εξεγέρθηκαν αλλά και στο βίαιο εξισλαμισμό τους, ιδιαίτερα από το 1824 έως το 1832.

Ο Νικόλαος Σχινάς (1844-1912)

Περιγραφή της Γουμένισσας και των τριών οικισμών στα τέλη του 19ου αιώνα έχουμε από τον περιηγητή Ν. Σχινά: Η κωμόπολη βρίσκεται σε κοιλάδα, η οποία σχηματίζεται από τους λόφους στους πρόποδες του λόφου Παιάκ γι αυτό και ο ορίζοντας της έχει έκταση μόλις ένα τέταρτο της ώρας. Μονάχα προς τα δυτικά, δηλαδή προς το βουνό, ο ορίζοντας της Γουμένισσας είναι περισσότερο ελεύθερος. Έχει 500 χριστιανικές οικογένειες, εκ των οποίων «αι ημίσεις βουλγαροφρονούσι» και δυο εκκλησίες εκ των οποίων η του Αγίου Γεωργίου ανήκει στους ορθόδοξους. Επιπλέον, υπάρχουν τρία μικρά χάνια και έξι φούρνοι οι οποίοι παράγουν συνολικά 500 οκάδες ψωμί. Ψηλότερα από τη Γουμένισσα, η οποία έχει άριστο κρασί και σε απόσταση μιας ώρας, βρίσκονται τα χωριά: Τσέρνα Ρέκα ΒΔ με 50 χριστιανικές οικογένειες, εκκλησία και σχολείο, Μπαροβίτσα, Δ με 90 χριστιανικές οικογένειες και εκκλησία και Κρίβα, επίσης Δ με 170 χριστιανικές οικογένειες, εκκλησία και σχολείο. Οι κάτοικοι των τριών αυτών χωριών είναι γενικώς έξυπνοι, φιλότιμοι και αγαπούν τον τόπο τους, υπερέχουν όμως οι κάτοικοι της Κρίβας, της οποίας η θέση είναι επίκαιρη. Τα τρία αυτά ορεινά χωριά, διατρέφουν μεν συνολικά 200 περίπου μουλάρια, αναγκάζονται όμως να προμηθεύονται το απαραίτητο άχυρο και χόρτο από τα πεδινά χωριά.

Η θέση των χωριών αυτών καταδεικνύει και το διπλό χαρακτήρα της οικονομίας τους, που βασίζονταν τόσο στην κτηνοτροφία όσο και στη γεωργία. Οι καλλιεργημένες εκτάσεις εκτείνονταν κάτω από το επίπεδο της καλλιεργημένης ζώνης, ενώ πάνω από τον οικισμό υψώνονταν το βουνό με τους βοσκότοπους και τα δάση.

Οι οικισμοί άρχισαν σταδιακά να αναπτύσσονται ανάλογα με τη σταθερότητα των φυσικών διαθεσίμων, τα όρια της ενδοχώρας, τον συσχετισμό των μεταξύ τους ανταλλαγών. Κυρίαρχη θέση κατέλαβε η Γουμένισσα που αναδείχθηκε σε κέντρο ελέγχου της φυσικής ενότητας αλλά και της ευρύτερης περιοχής.


Γρίβα

Το παλιό σχολείο της Γρίβας

Ο χρόνος δημιουργίας του οικισμού δεν είναι γνωστός. Μπορούμε να υποθέσουμε ότι η ίδρυση του προσδιορίζεται στην πρώιμη τουρκοκρατία αν και δεν είναι απίθανο να προϋπήρχε και στους μεσαιωνικούς[7]. Οι τοπικές προφορικές μαρτυρίες αποδίδουν το όνομα του οικισμού σε παραφθορά της βυζαντινής λέξης οκρίβας, η οποία σχετίζεται με τη μακρινή θέα, ιδιαίτερο εξάλλου φυσικό χαρακτηριστικό του οικισμού[8].

Η εκκλησία σύμφωνα με επιγραφή σε εντοιχισμένη πλάκα στη νότια όψη της εκκλησίας κτίστηκε το 1801. Επεκτάθηκε με την κατασκευή του νάρθηκα και των στοών το 1857. Βρίσκεται στο νεκροταφείο του οικισμού και ως προς τον αρχιτεκτονικό τύπο είναι τρίκλιτη ξυλόστεγη βασιλική μεγάλων διαστάσεων (25.85Χ15μ).

Σχετικά με τον οικισμό ο Δ. Πλαταρίδης το 1873 αναφέρει: «Κρίβα, μιαν ώραν δυτικώς της Γουμέντσιας, κώμη κατοικουμένη υπό 170 οικογενειών χριστιανικών, με εκκλησίαν του Αγίου Αθανασίου, και δημόσιον σχολείον εις το οποίον φοιτώσι περί τους 65 μαθητάς, πληρωνομένου του διδασκάλου υπό της εκκλησίας, αποφερούσης κατ’ έτος περί τας 354 λίρας. Οι κάτοικοι της Κρίβας εισίν εν γένει νοήμονες, φιλότιμοι και φιλομαθείς...». Στη Γρίβα το 1874 υπήρχε Φιλεκπαιδευτικός Σύλλογος, με δικό του κανονισμό, σφραγίδα και αξιόλογη εθνική δράση. Το 1880 ανεγέρθηκε σχολείο, όμοιο αρχιτεκτονικά μ’ αυτό της Γουμένισσας, το οποίο κατεδαφίσθηκε το 1968.

Οι κάτοικοι της Γρίβας συμμετείχαν δραστήρια σ’ όλες τις φάσεις του Μακεδονικού Αγώνα με συνέπεια κατά καιρούς τμήματα του οικισμού να καταστραφούν από εμπρησμούς για λόγους αντιποίνων. Από το 1903 μέχρι την ανακήρυξη του Νεοτουρκικού Συντάγματος, στις 10/23 Ιουλίου 1908, η εκκλησία του χωριού παρέμενε κλειστή. Από έγγραφο του διευθύνοντος το Ελληνικό Προξενείο Θεσσαλονίκης Ευθυμίου Κανελλοπούλου, προς το Ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών στις 30.7.1908 πληροφορούμεθα για το επεισόδιο, κατά το οποίο ο Παπαδημήτρης Οικονόμου άνοιξε την κλειστή ελληνική εκκλησία του χωριού και λειτούργησε σ’ αυτήν: «Το χωρίον Κρίβα ως αποσκιρτήσαν βία μετά το 1903 εξακολουθεί επισήμως να αναγνωρίζηται ως πατριαρχικόν. Κατά τον Μάρτιον (1908) απεστάλη στρατιωτικόν απόσπασμα εις το χωρίον τούτο υπό την προστασίαν του οποίου επανήλθον τότε μέλη τινά εκπατρισθεισών άλλοτε υπό της βουλγαρικής τρομοκρατίας πατριαρχικών οικογενειών, άτινα παραλαβόντα και ιερέα μεθ’ αυτών ήρξαντο εκκλησιαζόμενα εν τη εκκλησία των από της 2ας Απριλίου (1908) ανελλιπώς συμφώνως προς απόφασιν του Γενικού Επιθεωρητού Χιλμή Πασά, από κοινού ληφθείσαν μετά των δυο πολιτικών πρακτόρων, καθ’ ην θα είναι σεβαστόν το καθεστώς του 1903».

Το 1912 ο οικισμός καταστράφηκε ολοκληρωτικά όπως φαίνεται σε έγγραφο του Προξένου Α.Παπαδιαμαντοπούλου προς το Υπουργείο Εξωτερικών στις 3 Οκτωβρίου 1912: «Ανακοινώ υμίν ότι συμπλοκή εν Κρίβα έλαβεν χώρα μεταξύ στρατού και αρχηγού Δ.Δύγκου, επί κεφαλής 16 ανδρών. Η συμμορία κατώρθωσε να διαφύγη άθικτος την νύκτα της 29ης Σεπτεμβρίου 1912, ο στρατός όμως την επομένην προέβη εις πυρπόλησιν του χωρίου, πυροβολών αδιακρίτως κατά κατοίκων προσπαθούντων να διαφύγωσιν τας φλόγας. Ημέτερος ιερεύς αποσταλείς εκ Γκουμέντζια κατώρθωσε να σώσει πολλούς. Πλην εκκλησιών και άπασαι αι οικίαι κατεστράφησαν δια πυρός και πυροβολισμών...»[9].

Μετά την απελευθέρωση της Μακεδονίας το 1913 οι περισσότεροι σχισματικοί της Κρίβας επέστρεψαν στην Ορθόδοξη εκκλησία, ενώ περίπου 100 μετανάστευσαν στη Βουλγαρία.


Η μορφή του οικισμού

Ο κεντρικός δρόμος της Γρίβας

Οι τοπικές πληροφορίες αναφέρουν ότι τα πρώτα σπίτια χτίστηκαν στο Βόρειο τμήμα του οικισμού, όπου η υψομετρική διαφορά είναι μεγαλύτερη και κυρίως υπάρχουν πηγές νερού. Είναι όμως πιθανό ο αρχικός πυρήνας να δημιουργήθηκε σε διαμετρικά αντίθετο σημείο προς Νότο, όπου βρίσκεται ο χώρος της εκκλησίας και στη συνέχεια να επεκτάθηκε κατά μήκος του δρόμου που οδηγεί στην Καστανερή, μέχρι το ύψος της σημερινής πλατείας. Η δεύτερη εκδοχή μπορεί να αιτιολογήσει την σχετικά απομακρυσμένη θέση της εκκλησίας.

Σταδιακά ο ιστός άρχισε να πυκνώνει και να εξαπλώνεται περισσότερο προς τη δυτική πλευρά του δρόμου μέχρι να συναντήσει τις όχθες του παρακείμενου ρέματος. Από την ανατολική πλευρά η αυξανόμενη ανύψωση του αναγλύφου περιόρισε τα όρια του. Χάρη στην οικοδομική δραστηριότητα, που θα πρέπει να εντάθηκε μετά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, καλύφθηκαν οι ελεύθερες επιφάνειες του οικισμού, περιορίστηκε το μέγεθος των αυλών, οι οποίες στους κτηνοτροφικούς οικισμούς είναι μικρότερες από αυτές που συναντάμε στους γεωργικούς, όπου το μέγεθος τους είναι πιο διευρυμένο. Η στενότητα και η έλλειψη γης επέβαλε την χωροθέτηση του σχολείου στο όριο του οικισμού σε μεγάλο ακάλυπτο χώρο όπου γινόταν και οι μαζικές συγκεντρώσεις των κατοίκων. Αυτό το θεωρητικό σχήμα για την πολεοδομική εξέλιξη της Γρίβας στηρίζεται στον καταγεγραμμένο αριθμό των κατοίκων αυτής της περιόδου, στην τοποθέτηση των δημοσίων κτιρίων και στην ανάλυση της οικοπεδικής διανομής, η οποία εμφανίζει την μεγαλύτερη κατάτμηση στον πυρήνα που αναφέραμε.

Την ακριβή μορφή του οικισμού πριν το 1912 δεν την γνωρίζουμε αφού ο οικισμός, άγνωστο σε ποια έκταση, καταστράφηκε από πυρκαγιά. Το πιο πιθανό είναι ότι τα νέα οικήματα ξανακτίστηκαν στις προγενέστερες θέσεις για να επαναχρησιμοποιηθεί η υπάρχουσα θεμελίωση και οι τοιχοποιίες που είχαν διασωθεί. Ο κεντρικός δρόμος λειτούργησε ως πεδίο ανταλλαγών μέχρι να διαμορφωθούν τα πρώτα καταστήματα, κυρίως καφενεία και παντοπωλεία, γύρω ή κοντά στην πλατεία.


Κάρπη

Η παλιότερη ονομασία είναι Τσέρνα Ρέκα (Μαύρο Ποτάμι) ονομασία που προήλθε από το ρέμα που ρέει στο νοτιοδυτικό τμήμα του χωριού η κοίτη του οποίου έχει χρώμα μαύρο. Κατά τον 15ο αιώνα στην περιοχή υπήρχαν τέσσερις συνοικισμοί. Το Παδέλιστι που ήταν τούρκικο τσιφλίκι ανατολικά του χωριού, το Κάρπιν στο βόρειο τμήμα, το Τρικουσούρ στην ανατολική πλευρά και η Τσέρνα Ρέκα η οποία βρισκόταν στη θέση του σημερινού χωριού. Οι οικισμοί αυτοί αν και ήταν χαρακτηρισμένοι ως προνομιούχες περιοχές στα χρόνια της τουρκοκρατίας δεχόταν τις επιδρομές διαφόρων τούρκικων ομάδων, γεγονός που οδήγησε τους κατοίκους των μικρών συνοικισμών στην απόφαση της συνένωσης και στην τελική εγκατάσταση στον οικισμό Τσέρνα Ρέκα[10]. Αρκετοί από τους σημερινούς κατοίκους ισχυρίζονται ότι οι πρώτοι οικιστές του χωριού είχαν έρθει από την Ήπειρο.

Ο Δ. Πλαταρίδης αναφέρει ότι το 1873 η Τσέρνα Ρέκα κατοικείται από 50 χριστιανικές οικογένειες. Στον οικισμό υπήρχε εκκλησία αφιερωμένη στη μνήμη του Αγίου Αθανασίου και Γραμματοδιδασκαλείο με 10 μαθητές. Οι κάτοικοι του ήταν βλαχόφωνοι, όπως μαρτυρούν και τα τοπωνύμια της γύρω περιοχής. Ως βλαχόφωνο χωριό δοκιμάστηκε από την πίεση της ρουμανικής προπαγάνδας[11] που διαθέτοντας άφθονο χρήμα κατόρθωσε να προσηλυτίσει κάποιους από τους κατοίκους και να δημιουργήσει συνεχείς προστριβές μεταξύ Ελληνοφώνων και Ρουμανιζόντων.

Ο Γκόνος Γιώτας μύησε στο μακεδονικό αγώνα αρκετούς κατοίκους της Κάρπης.

Την περίοδο του μεσοπολέμου στον οικισμό υπήρχαν 4-5 καφενεία και 2 μεγάλα παντοπωλεία. Οι κάτοικοι ασχολούνταν με την κτηνοτροφία, την παραγωγή πατάτας, την καλλιέργεια αμπελιών και τη σηροτροφία. Το χωριό καταστράφηκε από τους Γερμανούς στον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο.


Μορφή του οικισμού

Κυρίαρχος στον οικισμό είναι ο κεντρικός δρόμος, που αποτελεί τη ραχοκοκαλιά του και του δίνει γραμμική γεωμετρική μορφή. Δευτερεύοντες δρόμοι και μονοπάτια τέμνονται με τον βασικό άξονα ακολουθώντας τις κλίσεις του εδάφους. Ο οικισμός αναπτύχθηκε σε μια λωρίδα που τα φυσικά της όρια είναι ρέματα και καταπτώσεις και διασχίζεται από τον κεντρικό δρόμο που προς Νότο οδηγεί στη Γουμένισσα. Η ζώνη αυτή αλλού διευρύνεται και αλλού στενεύει υπερβολικά και διατηρεί μια σταθερή κλίση με το χαμηλότερο υψόμετρο στα 410 μ. και το ψηλότερο σημείο στα 480 μ. Χαρακτηριστικό του οικισμού ήταν η μεγάλη πυκνότητα δόμησης, που υπήρχε από την εποχή που ανοικοδομείται η εκκλησία, η οποία για αυτό το λόγο τοποθετείται στο όριο του οικισμού. Μια μικρή πλατεία στο κέντρο του οικισμού ήταν ο μοναδικός κοινόχρηστος χώρος. Στο σημείο επαφής της με τον κεντρικό δρόμο κτίστηκε αργότερα το σχολείο ενώ σε μικρή ακτίνα διαμορφώθηκαν και τα πρώτα καταστήματα, παντοπωλεία και καφενεία.

Καστανερή


Η Μπαροβίτσα ιδρύθηκε κατά την παράδοση μετά την άφιξη των Τούρκων. Η εξήγηση της ονομασία της είναι αμφιλεγόμενη. Μπορεί να προέρχεται από τη λέξη Μπάρα που σημαίνει τη λεκάνη που λιμνάζουν τα νερά. Ακόμη «μπάρος» στην τουρκική σημαίνει κύριος, οπότε η ονομασία μπορεί να παραπέμπει σε κάποιο σημαντικό πρόσωπο που εξουσίαζε την περιοχή. Τα τοπωνύμια της περιοχής είναι βλάχικα χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι το σύνολο των κατοίκων ήταν βλαχόφωνοι.

Η τοπική παράδοση αναφέρει ότι ο οικισμός διαλύθηκε και ξανασυστάθηκε τουλάχιστον 3 φορές. Οι κάτοικοι που αρνούνταν να πληρώσουν τους φόρους κατέφευγαν στα πεδινά και επανέρχονταν μόλις πίστευαν ότι οι τουρκικές αρχές θα έχουν ξεχάσει την ύπαρξη τους. Οι εισπράκτορες των φόρων μόλις πληροφορούνταν την επάνοδό τους ξανανέβαιναν στον οικισμό. Τελικά εγκαταστάθηκε μόνιμα στο χωριό μια μικρή ομάδα της τουρκικής χωροφυλακής.