Οι οικοδόμοι στο Βυζάντιο και την Τουρκοκρατία

Θανάσης Βαφειάδης, Αδημοσίευτο


Κατοικίες στην Αθήνα των αρχών του 19ου αιώνα

Στο Βυζάντιο οι κτίσται ήταν οργανωμένοι σε συντεχνίες, τα λεγόμενα συστήματα, όπως μαρτυρούν παλαιοχριστιανικές επιγραφές αλλά και υστεροβυζαντινά κείμενα. Επικεφαλής του κάθε συνεργείου ήταν ο πρωτομαΐστωρ ή μαΐστωρ, ο οποίος καθοδηγούσε τους εργάτες, που ονομάζονταν μαθηταί, μίσθιοι ή μαθητάδες. Σύμφωνα με τη βυζαντινή νομοθεσία απαγορεύονταν οι μετακινήσεις των συνεργείων αυτών, όμως σε εξαιρετικές περιπτώσεις οι τεχνίτες αυτοί ταξίδευαν για να αναλάβουν ένα συγκεκριμένο έργο, κάποιες φορές και έξω από τα σύνορα της βυζαντινής αυτοκρατορίας. Στην εκτέλεση ενός οικοδομικού έργου παρεμβάλλονταν μεταξύ των κτιστών και του εργοδότη πρόσωπα που ασχολούνταν με την πληρωμή, τις προμήθειες των υλικών, αλλά και το συντονισμό των διαφόρων εργασιών στο εργοτάξιο. Για να προστατευτούν τόσο οι τεχνίτες όσο και οι εργοδότες, εκτός από τις νομοθετικές διατάξεις, υπογράφονταν και συμβόλαια, που καθόριζαν το μέγεθος, τον απαιτούμενο χρόνο και το κόστος του έργου.

Μυστράς. Αναπαράσταση σπιτιού από τον Α. Ορλάνδο

Η έναρξη του έργου ξεκινούσε με την εκσκαφή των θεμελίων και τον έλεγχο του υπεδάφους για την αντιμετώπιση τυχόν προβλημάτων, όπως γράφει ο Φαίδων Κουκουλές: «Κατά την ανόρυξιν των θεμελίων, οι αναλαβόντες την οικοδομήν έπρεπε, προ της καταβολής του θεμελίου λίθου, εφ’ ου εχαράσσετο σταυρός, ν’ απομακρύνωσι παν το σεσαθρωμένον, ίνα μετ’ ασφαλείας οικοδομήσωσιν, αν δε ανορύσσοντες, έυρισκον ύδωρ, ώφειλον πρώτον επιμελώς αυτό να εξαντλήσωσι, προς δε, μάλιστα εις τας μεγάλας και περιτετειχισμένας πόλεις, τα εκ της σκαφής χώματα να μετακομίσωσιν εκτός των τειχών». Το κτίσιμο γινόταν από δύο οικοδόμους, από τους οποίους ο εμπειρότερος εργαζόταν στην εξωτερική και ο άλλος στην εσωτερική πλευρά του κτηρίου, πατώντας σε ξύλινες σκαλωσιές, τις σκαλώσεις. Οι σκαλωσιές αυτές ονομάζονταν επίσης σκαλωσίαι ή σταυρία και η παραμονή σε αυτές ήταν πολύ επικίνδυνη, όπως αναφέρει ο Χρυσόστομος: «Ο οικοδόμος, καν έμπειρος ή καν σφόδρα ή τεχνίτης, μετά φόβου και τρόμου έστηκε, δεδοικώς μη καταπέση εκ της οικοδομής». Οι υπουργοί ή προσχεράριοι ή οπέραι, μετέφεραν τα υλικά στους κτίστες, οι οποίοι δούλευαν φορώντας κοντούς χιτώνες χωρίς μανίκια που τους έζωναν γύρω από τη μέση τους. Για να κατασκευάζουν κάθετους τους τοίχους χρησιμοποιούσαν το νήμα της στάθμης, το οποίο ονομαζόταν σπάρτον ή σπαρτίον και κατέληγε στο βαρύδιον. Σαν συνδετικό υλικό των λίθων χρησιμοποιούσαν πηλό που τον τοποθετούσαν με το μύστρον ή μυστρίον, με το οποίο λείαναν και την εξωτερική επιφάνεια των τοίχων. Άλλα εργαλεία ήταν η τσάπα και η οικοδομική σφύρα.

Οι αμοιβές των οικοδόμων και των ανειδίκευτων εργατών γενικά ήταν χαμηλές, ενώ συχνά πληρώνονταν και σε είδος. Σε περίπτωση που ο ιδιοκτήτης αδυνατούσε να καταβάλλει το συμφωνημένο ποσό οι κτίστες κατέφευγαν σε βίαιες λύσεις, ενώ δεν είναι λίγες και οι περιπτώσεις που αν δεν λάμβαναν ένα τμήμα του ποσού αυτού ως προκαταβολή δεν ξεκινούσαν την εκτέλεση του έργου.


Τα εσνάφια των οικοδόμων στην τουρκοκρατία

Οικοδόμος στη Λέσβο το 1821

Μετά την πτώση της βυζαντινής αυτοκρατορίας οι συντεχνίες δε διαλύθηκαν αλλά αντιθέτως δυνάμωσαν ακόμη περισσότερο συσφίγγοντας τις μεταξύ τους σχέσεις και καθορίζοντας το εσωτερικό σύστημα ιεραρχίας με πιο αυστηρούς κανονισμούς. Οι συντεχνίες αυτές ονομάζονταν γενικά ισνάφια, εσνάφια ή ρουφέτια, ενώ οι συντεχνίες των χτιστάδων είχαν διαφορετικές ονομασίες ανά περιοχή. Έτσι οι οικοδόμοι στην Ήπειρο και τη Δυτική Μακεδονία ονομάζονταν κουδαραίοι ενώ στη Θράκη δουλγκέρηδες, ονομασία που σε άλλες περιοχές αποδίδεται στους μαραγκούς. Επικεφαλής του σιναφιού ήταν ο πρωτομάστορας ή μαγίστορας, ή αρχιμάστορας ή αρχιτέκτων ο οποίος είχε την ευθύνη της συγκρότησης και λειτουργίας της ομάδας, της εξεύρεσης εργασίας και της οικονομικής διαχείρισης. Η ευθύνη του πρωτομάστορα για τη σωστή εκτέλεση ενός οικοδομικού έργου είναι τεράστια και αυτό αποτυπώνεται στη λαϊκή μας παράδοση με κορυφαίο παράδειγμα την «παραλογή» του «Γιοφυριού της Άρτας» όπου ο πρωτομάστορας αναγκάζεται να θυσιάσει τη γυναίκα του για να στεριώσει το γιοφύρι. Το δράμα παίρνει τραγικές διαστάσεις από το γεγονός ότι η γυναίκα του είναι η τρίτη και μικρότερη αδερφή που θυσιάζεται για τον ίδιο λόγο, αφού και οι άλλες δυο θυσιάστηκαν για το στέριωμα γεφυριών στον Δούναβη και τον Ευφράτη.

Ο πρωτομάστορας για να ανταποκριθεί στο ρόλο έπρεπε να διαθέτει αδιαμφισβήτητα προσόντα όπως η ικανότητα στις δοσοληψίες και η πνευματική ευστροφία και να έχει επαγγελματική εμπειρία που πήγαζε από τη μακρά θητεία του σ’ αυτήν την τέχνη. Στην ιεραρχία του σιναφιού ακολουθούσαν οι τεχνίτες και οι βοηθοί τους και τελευταίοι κατατάσσονταν οι μαθητευόμενοι, τα μαστορόπουλα ή λασποπαίδια ή μ’λαροπαίδια. Τα παιδιά αυτά ήταν συνήθως συγγενείς των μαστόρων ή παιδιά που εκμισθώνονταν από τους γονείς ή τους κηδεμόνες τους με αντάλλαγμα την εκμάθηση της τέχνης και κάποια μικρή αμοιβή. Οι μαθητευόμενοι αυτοί με την πάροδο του χρόνου εξελίσσονταν σε τσιράκια και καλφάδες και αν ήταν ικανοί και τυχεροί προάγονταν σε μάστορες.

Οι οικοδομικές αυτές συντεχνίες αναλάμβαναν την ανοικοδόμηση των μεγάλων δημοσίων έργων και κτηρίων της οθωμανικής αυτοκρατορίας όπως γεφύρια, υδραγωγεία, καραβανσεράγια, χαμάμ, τζαμιά, μπεζεστένια, πτωχοκομεία και εκκλησίες. Αναλάμβαναν φυσικά και το χτίσιμο των αρχοντικών και των μεγάλων νοικοκυρόσπιτων, εκτός των μικρών κατοικιών, που ήταν έργο των μεμονωμένων μαστόρων. Κάθε συνεργείο ή μπουλούκι περιελάμβανε εκτός από τους κτίστες και τεχνίτες άλλων ειδικοτήτων όπως νταμαρτζήδες, μαρμαράδες, μαραγκούς, ταβαντζήδες, ξυλογλύπτες, ζωγράφους ενώ η αριθμητική δύναμη του μπουλουκιού εξαρτιόταν από το μέγεθος του έργου που αναλάμβανε. Συνήθως ένα πλήρες μπουλούκι, ικανό να αναλάβει μεγάλα οικοδομικά έργα περιλάμβανε 10-12 μαστόρους, 8-10 μαστορόπουλα και γύρω στα 10-15 ζώα (μουλάρια και γαϊδούρια). Σπάνια τα μέλη του μπουλουκιού υπερέβαιναν τα 25 άτομα. Τα μπουλούκια των οικοδόμων ταξίδευαν συχνά ακόμη και σε μακρινές περιοχές αφού το μικρό μέγεθος των οικισμών από τους οποίους κατάγονταν δεν μπορούσε να τους εξασφαλίσει μόνιμη επιτόπια απασχόληση.

Οι Λαγκαδιανοί χτίστες που κατάγονταν από το φημισμένο μαστοροχώρι της Γορτυνίας πραγματοποιούσαν συνήθως τρία ταξίδια το χρόνο: Το μαγιάτικο (μετά το Πάσχα), το αυγουστιάτικο (μετά της Παναγίας) και το φθινοπωρινό ή χειμωνιάτικο (μετά του Αγίου Δημητρίου). Το Πάσχα, τα Χριστούγεννα και της Παναγίας φρόντιζαν να βρίσκονται στο χωριό τους. Υπήρχαν όμως και περιπτώσεις που απουσίασαν στα ξένα και πάνω από ένα χρόνο. Την αναχώρηση και την επιστροφή ενός μπουλουκιού κουδαραίων μας παραδίδει σε λογοτεχνικό ύφος ο καθηγητής Ν. Μουτσόπουλος: «Πριν από τα ξημερώματα ξεκινούσε αμίλητη, βουβή, η παρέα των κουδαραίων, ο πρωτομάστορας, οι μαστόροι, τα ζώα, τα παιδόπουλα. Όλοι οι συγγενείς με τα πιο μικρά παιδιά τους ακολουθούσαν έως το γύρισμα του δρόμου για να τους ξεπροβοδίσουν. Όλο και κοντοστέκονταν οι μαστόροι να πούνε κάτι στις γυναίκες τους. Όταν τα βαρυφορτωμένα άλογα χάνονταν στο λογγωμένο ρουμάνι η συνοδεία έπαιρνε το δρόμο του γυρισμού στο χωριό και οι γυναίκες κρυφά άφηναν να τρέχει νερό από το μπαγκράτσι στο δρόμο, κρατώντας το παλιό έθιμο, για ν’ αφήσει αχνάρια και να ξαναβρεί ο αφέντης το δρόμο του γυρισμού. Ο γυρισμός του ισναφιού αντίθετα ήταν όλο χαρές. Η ημερομηνία ήταν γνωστή. Όλο και κάποιο νέο θα είχε μαθευτεί από κάποιο συχωριανό, που θα είχε συναντήσει το μπουλούκι κάπου μακριά και που κάποιος θα του μήνυσε τη μέρα της επιστροφής. Όλο το χωριό περιμένει στη ράχη, και χαρά σε κείνον που θα πρωτοδιακρίνει το μπουλούκι μακριά στον ορίζοντα. Οι μαστόροι φέρνουν μαζί τους δώρα για όλους, τσαρούχια για το γιο, φουστάνι για την κυρά, μαντήλι για τη θυγατέρα. Το μπουλούκι σέρνει μαζί του και τον «γκόρο», το μεγάλο βόδι που τ’ αγόρασαν στα καμποχώρια για να ξεχειμωνιάσουν οι φαμίλιες τους».

Σε αντίθεση με τις οργανωμένες οικοδομικές συντεχνίες οι μεμονωμένοι μάστορες, οι οποίοι κατασκεύασαν και την πλειοψηφία των κτισμάτων της τουρκοκρατίας, δεν είχαν την ικανότητα να αναλάβουν έργα με ιδιαίτερες κατασκευαστικές και μορφολογικές απαιτήσεις. Οι τεχνίτες αυτοί, όπως γράφει ο Δ. Φιλιππίδης, «λίγο διέφεραν από τον υπόλοιπο πληθυσμό. Η κύρια απασχόλησή τους μπορεί κάλλιστα να ήταν άλλη και εργάζονταν σαν τεχνίτες ευκαιριακά. Στην ίδια κατηγορία περιλαμβάνονται λίγο – πολύ όλα τα μέλη κάθε κοινότητας, τα οποία συνεισέφεραν σε βοήθεια και υλικά για να κτιστεί μια οικοδομή ενός συγγενούς ή φίλου (αλληλοβοήθεια)».