Οι κατοικίες των Κιλκισιωτών στο μεσοπόλεμο

Θανάσης Βαφειάδης, Χρονικό του Κιλκίς 1913-1940


1928. Κατοικίες στη λεωφόρο Νίκης (σημ. Ελ. Βενιζέλου). Αριστερά το ξενοδοχείο ΑΒΕΡΩΦ

H απόκτηση κατοικίας αποτελούσε για το σύνολο των προσφύγων την κύρια τους επιδίωξη. Η ιδιόκτητη κατοικία τους παρείχε το αίσθημα της ασφάλειας και της ιδιωτικότητας, που τους είχε λείψει στα χρόνια του ξεριζωμού. Για τους αγρότες, που η ιδιότητα του κατοίκου της πόλης ήταν ακόμη αβαθής και επιφανειακή, το είδος της αγροτικής κατοικίας απλώς κάλυπτε τις ανάγκες τους. Ο τύπος αυτός κατοικίας κυριαρχούσε στην περίμετρο της πόλης κοντά στα χωράφια, όπου ήταν και ο τόπος απασχόλησης τους. Για τις μικροαστικές οικογένειες, εγκατεστημένες κυρίως στο κέντρο της πόλης, η απόκτηση άνετης κατοικίας έγινε σταδιακά το ιδανικό τους. Για τους αστούς η «ακριβή» κατοικία ήταν δείγμα κοινωνικής καταξίωσης. Όσοι απ’ αυτούς είχαν μεταφέρει σημαντικά τμήματα των περιουσιών τους, διοχέτευσαν τα κεφάλαια τους στην κατασκευή κατοικίας, μεταφέροντας μια γενναία δόση κοσμοπολιτισμού που επικρατούσε στις «χαμένες πατρίδες».

Ο δομημένος χώρος της πόλης, όσον αφορά τις κατοικίες, αποτελούνταν από τα σπίτια της παλιάς πόλης που είχαν διασωθεί, τις τυποποιημένες προσφυγικές κατοικίες που ανεγέρθηκαν από την ΕΑΠ, το Θεσσαλικό Ταμείο και το υπουργείο Πρόνοιας και τις ιδιωτικές κατοικίες που κατασκευάστηκαν σύμφωνα με τις οικονομικές δυνατότητες και την αισθητική των ιδιοκτητών τους.


Τυπολογία της προσφυγικής κατοικίας


Ως προς την εξωτερική τυπολογία τους οι κατοικίες των Κιλκισιωτών διακρίνονταν τρεις κατηγορίες:

α) Στην πρώτη κατηγορία ανήκαν οι κατοικίες που κατασκευάστηκαν από την ΕΑΠ και υπερτερούσαν αριθμητικά όλων των άλλων. Οι οικίες αυτές ήταν μονώροφες, με υπόγειο που προεξείχε για λόγους αερισμού και φωτισμού από τη στάθμη του εδάφους. Έτσι η επικοινωνία με την αυλή γινόταν με πέτρινη κλίμακα λίγων βαθμίδων. Πολλοί εκβάθυναν το μικρό αυτό υπόγειο ακόμη περισσότερο και το χρησιμοποιούσαν σαν ξυλαποθήκη ή κελάρι αν ήταν αμπελουργοί.

β) Στην δεύτερη κατηγορία υπάγονταν οι οικίες του Θεσσαλικού Ταμείου, του Υπουργείου Πρόνοιας και μερικές της ΕΑΠ, που ήταν ισόγειες χωρίς να διαθέτουν χώρο υπογείου.

γ) Στην τρίτη κατηγορία ανήκαν οι διώροφες κατοικίες, που ήταν σαφώς λιγότερες από τις μονώροφες.

Ο μεγάλος αριθμός οικογενειών που έπρεπε να στεγασθούν και τα περιορισμένα διατιθέμενα κεφάλαια οδήγησαν στην ελαχιστοποίηση των διαστάσεων και των παρεχόμενων ανέσεων των τυποποιημένων κατασκευών που ανήκαν στις δυο πρώτες κατηγορίες. Έτσι μια μέσου μεγέθους προσφυγική κατοικία είχε εμβαδόν 50 τμ και σε αυτή στεγάζονταν συνήθως πολυμελείς οικογένειες. Η μικρή ωφέλιμη επιφάνεια ανά χρήστη καθιστούσε τη διαμονή προβληματική και ως λύση επιλεγόταν η αυθαίρετη επέκταση του στεγασμένου χώρου. Η ευρύχωρη αυλή προσέθετε χώρο στην ανεπαρκή επιφάνεια της κατοικίας, ενώ παράλληλα απάλλασσε το εσωτερικό του σπιτιού από πολλές ρυπογόνες δραστηριότητες.

Άδεια οικοδομήσεως του 1938

Ένας ιδιαίτερος τύπος κατοικιών ήταν τα δίδυμα σπίτια για δυο οικογένειες με τον μεσότοιχο να ακολουθεί την κοινή οριογραμμή των οικοπέδων.

Οι προσφυγικές κατοικίες οργανώνονταν συνήθως από έναν διάδρομο εισόδου, ένα χώρο υγιεινής και δυο δωμάτια ίσου μεγέθους. Περιγραφή των κατοικιών αυτής της περιόδου έχουμε από τον Δ. Λουκάτο στο χειρόγραφο τετράδιο του Λαογραφικά Σύμμεικτα του Κιλκίς: «Η σπιτίσια αρχιτεκτονική που επικρατεί στο Κιλκίς είναι τούτη: Δυο πατώματα (το κάτω λέγεται «κατώι»). Είσοδος πλατειά, με μήκος, που χρησιμεύει για σάλα, τραπεζαρία (και) εργασία. Τη λένε σαλόνι ή σαλονάκι. Δεξιά και αριστερά, δωμάτια που δεν επικοινωνούν μεταξύ τους. Η κουζίνα και το αποχωρητήριο (αποτελούν χώρους που είναι) ειδική προέκτασις (του σπιτιού), με χαμηλότερη στέγη. Στο αποχωρητήριο (υπάρχουν) δυο διαμερίσματα. Το πρώτο είναι χρησιμότατο για ντουζ. Αν το σπίτι είναι φτωχικό, γίνεται το σαλονάκι με μια πλευρά (μόνο) δωμάτια».

Η χρησιμοποίηση των λίγων τετραγωνικών μέτρων της προσφυγικής κατοικίας δε γινόταν πάντα με τον καλύτερο τρόπο, όπως έγραψε η Β. Γκιζελή: «Παρά τα ελάχιστα περιθώρια που τους άφηνε η κατασκευασμένη από το κράτος κατοικία οι πρόσφυγες προσπάθησαν να αξιοποιήσουν με τον καλύτερο τρόπο το χώρο των λίγων τετραγωνικών μέτρων του σπιτιού τους μεταφέροντας στοιχεία από την οργάνωση και την αντίληψη της λειτουργικότητας του σπιτιού που διέθεταν στο παρελθόν. Ωστόσο η επιθυμία τους να πλησιάσουν το μικροαστικό πρότυπο κατοικίας απέβαινε συνήθως σε βάρος της άνεσης του σπιτιού. Η οικογένεια προτιμούσε να στοιβάζεται σ’ ένα και μόνο δωμάτιο και να κρατά το άλλο, το «σαλόνι» με τον πατροπαράδοτο μπουφέ, κλειστό και αχρησιμοποίητο και να το «ανοίγει» παρά μόνο «Κυριακάς και εορτάς».


Τα δομικά υλικά

Πλινθοκεραμοποιείο στο Κιλκίς

Ως προς τα δομικά υλικά υπήρχε διαφοροποίηση που εξαρτιόταν από τον τύπο της κατοικίας και από τη χρονολογία κατασκευής, με τα κτίσματα της αρχικής προσφυγικής εγκατάστασης να είναι κατασκευασμένα με πιο ευτελή υλικά. Έτσι τα μονώροφα αγροτικά σπίτια ήταν κατασκευασμένα από οπτόπλινθους, ωμούς πλίνθους (κερπίτσια) στις εξωτερικές τοιχοποιίες και τσατμά στις εσωτερικές και από ξύλινα κατακόρυφα και οριζόντια στοιχεία. Στις διώροφες οικοδομές οι τοιχοποιίες κτίζονταν από αργολιθοδομή η μπατική οπτοπλινθοδομή που καλύπτονταν από παχύ στρώμα κονιάματος, πάνω στο οποίο διαμορφώνονται τα μορφολογικά χαρακτηριστικά. Ο σίδηρος χρησίμευε κυρίως για την ενίσχυση των δαπέδων ή για τη στήριξη των εξωστών. Δεν έλειπαν οι κατοικίες με το οπλισμένο σκυρόδεμα ως το βασικό υλικό κατασκευής του φέροντος οργανισμού και τα συμπαγή τούβλα σαν βασικό υλικό πλήρωσης. Για την επικάλυψη της στέγης χρησιμοποιούνταν το παραδοσιακό χειροποίητο κοίλο κεραμίδι και σπανίως οι εξελιγμένοι τύποι που κατασκεύαζαν τα σύγχρονα κεραμουργεία.

Οι λίθοι, που ήταν και το βασικότερο οικοδομικό υλικό εξορύσσονταν από το λατομείο αδρανών που βρισκόταν στο λόφο του Αη Γιώργη. Εκεί δέχονταν μια πρόχειρη επεξεργασία και ανάλογα με αυτήν κατατάσσονταν σε αργούς ή τυκτούς. Στους αργούς γινόταν αποκοπή των αιχμών τους ενώ στους τυκτούς γινόταν επεξεργασία με το πικούνι ώστε να ορθογωνιστούν οι επιφάνειες τους. Οι τελευταίοι χρησιμοποιούνταν ως γωνιόλιθοι ή αγκωνάρια των λιθοδομών. Στη συνέχεια φορτώνονταν σε κάρα που τα έσερναν ρωμαλέα βόδια και μεταφέρονταν στο χώρο της οικοδομής. Οι ωμόπλινθοι κατασκευάζονταν με τον παραδοσιακό τρόπο σε τοπικά εργαστήρια ενώ οι οπτόπλινθοι μεταφέρονταν από τη Θεσσαλονίκη. Το ίδιο και η επεξεργασμένη ξυλεία, την οποία οι λιγοστοί έμποροι οικοδομικών υλικών αγόραζαν από τη συμπρωτεύουσα και τη μετέφεραν με το σιδηρόδρομο στη Κρηστώνη και από εκεί με κάρα στα καταστήματά τους.


Η επίπλωση και η διακόσμηση

Επιπλοποιοί ποζάρουν με τη ντουλάπα που κατασκεύασαν

Η επίπλωση του σπιτιού ήταν στοιχειώδης, με τα κρεβάτια να μη φθάνουν για όλους, ένα τραπέζι, λιγοστές καρέκλες και το ξύλινο μπαούλο για τα σκεπάσματα. Το ίδιο λιτός και ο υπόλοιπος εξοπλισμός: ελάχιστα μαγειρικά σκεύη, λάμπα πετρελαίου για φωτισμό, φορητή σόμπα ή μαγκάλι για τη θέρμανση. Όμως η διακόσμηση με μικροαντικείμενα του παρελθόντος, εικονίσματα, δαντέλες, φωτογραφίες και οτιδήποτε άλλο κατάφεραν να μεταφέρουν οι πρόσφυγες από την παλιά τους κατοικία έδινε έναν ιδιάζοντα χαρακτήρα στα σπίτια των προσφύγων. Χαρακτηριστική για την εικόνα ενός προσφυγικού σπιτιού, είναι η αναφορά που περιέχεται σε μια από τις περιοδικές εκθέσεις της ΕΑΠ: «Πάνω σ’ ένα ράφι υπάρχουν εικονίσματα και διάσπαρτοι εδώ κι εκεί στους τοίχους ή πάνω στο τραπέζι, μικροί θησαυροί, μάταιοι και πολύτιμοι, που μεταφέρθηκαν εδώ με στοργή: άκρες από δαντέλες, υπολείμματα από παλιές στολές, η οικογένεια ντυμένη στα καλά της, ακίνητη σαν άγαλμα μπροστά στον φακό, στεφάνια του γάμου μέσα σε βιτρίνα ή κάποια εγχώρια παραγωγή του τόπου προέλευσης: χάλκινα του Πόντου με αρχαίες μορφές, υφάσματα της κεντρικής Ανατολίας, που σώθηκαν με πολύ κόπο και δίνουν μια παράξενη εντύπωση λειψάνου. Όλα αυτά τα εσωτερικά των σπιτιών, όσο φτωχά κι αν είναι, έχουν την ευεργετική θαλπωρή εντός στεγνού καταφυγίου μετά τη μπόρα».


Η αυλή


Η αυλή λειτουργούσε σαν υπαίθριο δωμάτιο που εξυπηρετούσε τις διάφορες δραστηριότητες της οικογένειας στον ανοικτό χώρο, από την μπουγάδα μέχρι τις μεγάλες γιορταστικές συγκεντρώσεις. Μια σειρά βοηθητικών κτισμάτων και εγκαταστάσεων, η αποθήκη, το υπόστεγο για τα ξύλα, το αποχωρητήριο, ο φούρνος, συνόδευαν πολλές φορές την κατοικία. Ένα μέρος της αυλής χρησιμοποιούνταν σαν κήπος ενώ στην περίμετρο του οικοπέδου, οριοθετημένης με συρματόπλεγμα, υπήρχαν οπωροφόρα δέντρα. Για το μεγάλο πλήθος των δέντρων που υπήρχαν στην πόλη ο Θανάσης Χατζημητάκος γράφει: «Στο κάθε μεγάλο οικόπεδο – ακόμη και των αστικών οικογενειών – έμενε πολύς ακάλυπτος χώρος, για να φυτέψει ο νοικοκύρης τους δέντρα – και φύτευε κυρίως οπωροφόρα. Ανέβαινες στον Αη Γιώργη και με δυσκολία ξεχώριζες τα σπίτια – ήσαν όλα χαμηλά, μονώροφα – απ’ το πολύ πράσινο των δέντρων, που με τα ψηλά κλαδιά τους κάλυπταν πολλές φορές όχι μόνο την πρόσοψη αλλά και τη σκεπή των κτισμάτων».


Το «Κολωνάκι» του Κιλκίς


Ιδιαίτερη περίπτωση, εξαιτίας της υψηλής ποιότητας αρχιτεκτονικής των κατοικιών της, ήταν η περιοχή της οδού Μητροπόλεως. Σε αυτήν την περιοχή από τις αρχές της δεκαετίας του 1920 είχε συγκεντρωθεί τμήμα της οικονομικής ελίτ της πόλης και είχε δημιουργήσει ένα αρχιτεκτονικό περιβάλλον που δεν είχε σχέση με το είδος και την ποιότητα της προσφυγικής κατοικίας που κυριαρχούσε στον ιστό της πόλης. Οι διώροφες αυτές κατοικίες, που τα μορφολογικά χαρακτηριστικά των όψεων τους παρέπεμπαν σε νεοκλασικίζοντα και εκλεκτικιστικά πρότυπα, δεν είχαν σχεδιασθεί προφανώς από τους συνήθεις μαστόρους αλλά από καλά καταρτισμένους αρχιτέκτονες.