Οι εργασίες κατασκευής της μεταπολεμικής λαϊκής κατοικίας

Θανάσης Βαφειάδης, Αδημοσίευτο

Συγκέντρωση οικοδόμων του Κιλκίς μπροστά στο εργατικό κέντρο το 1954 (Θόδωρος Αθανασιάδης)

Η πρώτη φάση των οικοδομικών εργασιών ήταν η πραγματοποίηση των χωματουργικών εργασιών διαμόρφωσης του χώρου θεμελίωσης και του περιβάλλοντος χώρου. Οι εργασίες αυτές μέχρι την εμφάνιση των σκαπτικών μηχανημάτων γινόταν χειρονακτικά με απλά εργαλεία όπως η σκαπάνη το φτυάρι και ο λοστός. Στο στάδιο αυτό της εκσκαφής επιβαλλόταν η διαμόρφωση οριζόντιων επιφανειών στο πυθμένα και κατακόρυφων πρανών. Αν υπήρχε κίνδυνος κατακρήμνισης των πρανών ή γειτνίαση με άλλα κτήρια κατασκευάζονταν αντιστηρίξεις ενώ αν συναντούσαν νερό η άντλησή του γινόταν με κουβάδες.

Εκσκαφή θεμελίων (Μιχάλης Σαββίδης)

Ακολουθούσε η χάραξη των θεμελίων στο έδαφος με πασσάλους και νήματα σύμφωνα με τα σχέδια της οικοδομικής άδειας αν υπήρχε ή με βάση τους υπολογισμούς του μάστορα.

Η κατασκευή του «χαρμανιού» γινόταν με τα χέρια μέχρι να εμφανισθούν οι πρώτες μικρές βενζινοκίνητες μπετονιέρες που τη χωρητικότητά τους την υπολόγιζαν με την αναλογία του τσιμέντου, που δεν ξεπερνούσε το μισό σακί. Οι κατασκευές από μπετόν της

Σιδέρωμα πλάκας (Μιχάλης Σαββίδης)

εποχής αυτής διέφεραν από τις σημερινές ως προς τη μεγάλη πυκνότητα των υποστηλωμάτων και το μικρό μέγεθος των διατομών των οριζόντιων και κατακόρυφων στοιχείων του φέροντος οργανισμού. Οι μικρές αμφιέρειστες πλάκες δεν ξεπερνούσαν τα 3-4 μέτρα και υπήρχαν δοκοί ακόμη και 15 εκ. Οι κουλούρες του σίδερου ίσιαζαν με τα χέρια με τη βοήθεια της ανέμης ή δένονταν σε ένα δέντρο και ίσιαζαν με τη βοήθεια ενός γρύλου. (Αργότερα κυκλοφόρησαν οι λεγόμενες φουρκέτες που ήταν ίσιες σιδερένιες ράβδοι μήκους 14 μ. για να μπορούν να μεταφέρονται εύκολα). Οι άκρες των σιδερένιων ράβδων δεν λυγίζονταν ενώ η αναλογία τους δεν ξεπερνούσε τα 70 χλγ/κ.μ. Το μπετόν, ιδίως στις πλάκες, έμενε καλουπωμένο για αρκετές ημέρες, αφού οι μάστορες γνώριζαν ότι το γρήγορο ξεκαλούπωμα προκαλούσε ταχεία αφυδάτωση του σκυροδέματος που έτσι γινόταν άκαμπτο και σε περίπτωση σεισμού μπορούσε να σπάσει. Όταν δεν υπήρχε αναβατόρι παρουσιαζόταν πρόβλημα σκυροδέτησης στις μεγάλες πλάκες που δεν προλάβαιναν να τις «ρίξουν» σε μια μέρα και έτσι την επόμενη το νέο τμήμα της πλάκας δεν μπορούσε να δέσει με αυτό της προηγούμενης. Το μπετόν ήταν της κατηγορίας Β160 που σήμαινε ότι το όριο θραύσης υπολογιζόταν σε πίεση 160 χλγ/τ.εκ.

Το επόμενο στάδιο ήταν η κατασκευή της εξωτερικής και της εσωτερικής τοιχοποιίας με την εμπλοκή των τούβλων κατά τέτοιο τρόπο ώστε με το κονίαμα που παρεμβάλλεται στις επιφάνειες εδράσεως και ώσεως να δημιουργείται ένα συμπαγές σύνολο ικανό να παραλάβει φορτία. Μετά το 1950 κυριάρχησαν τα εξάτρυπα τυποποιημένα τούβλα διαστάσεων 6χ9χ19εκ τα οποία τοποθετούνταν με τη μεγάλη ή τη μικρή τους επιφάνεια στο επίπεδο του τοίχου δημιουργώντας δρομικές ή μπατικές τοιχοποιίες. Έτσι στη δρομική τοιχοποιία το πάχος της ήταν 9 εκ. ενώ στη μπατική 19. Επειδή η δόμηση των τούβλων εξαιτίας της κανονικότητας γινόταν κατά στρώσεις έπρεπε κάθε στρώση να έχει μετατοπισμένο τον κατακόρυφο αρμό της κατά ¼ ή μισό μήκος. Κατά διαστήματα έπρεπε να ελέγχεται η επιπεδότητα κάθε στρώσης και ο έλεγχος αυτός της οριζοντιότητας γινόταν με ένα σανίδι πάνω στο οποίο τοποθετούσαν την αεροστάθμη. Τα μικρών διαστάσεων αυτά τούβλα που χρησιμοποιούνταν μέχρι να εμφανιστούν στη δεκαετία του 1970 οι γλώσσες και τα μπλόκια έκαναν το κτίσιμο της τοιχοποιίας μια μακρόσυρτη διαδικασία που περιγράφεται από τη φράση των παλιών μαστόρων: «έκτιζες, έκτιζες και δεν τελείωνες».

Τα δάπεδα γινόταν συνήθως με μωσαϊκές πλάκες ενώ τα πλακάκια ήταν είδος πολυτελείας και τα έβαζαν στον τοίχο του μπάνιου. Τα πλακίδια αυτά του τοίχου ήταν πολύ μικρά και συνήθως είχαν διαστάσεις 15χ15χ0,5 εκ.

Ο σκελετός του κτίσματος ολοκληρωνόταν με την κατασκευή των απαραίτητων κλιμακοστασίων και της στέγης.

Η σύνθεση των οικοδομικών συνεργείων αυτής της περιόδου ήταν ένας συνδυασμός μαστόρων και εργατών που αριθμούσε τα 10-12 άτομα για ένα πλήρες συνεργείο ή τους μισούς για ένα συνηθισμένο. Στην κατασκευή του σκελετού απασχολούνταν 2 μάστορες και δυο εργάτες ενώ στις τοιχοποιίες 2 μάστορες και 1 εργάτης. Το μεροκάματο του τεχνίτη τη δεκαετία του 1960 ήταν 25 δρχ ενώ του εργάτη ανέρχονταν σε 15-20 δρχ. Στις περιπτώσεις που η αμοιβή είχε συμφωνηθεί ως κατ’ αποκοπήν το ωράριο εργασίας δεν ήταν το συνηθισμένο 7ωρο ή 8ωρο αλλά διαρκούσε από την ανατολή μέχρι τη δύση του ηλίου. Η διάρκεια της ανοικοδόμησης μιας τυπικής κατοικίας ξεπερνούσε συνήθως τον 1,5 χρόνο και σε αυτό το διάστημα οι κτίστες απολάμβαναν των περιποιήσεων του ιδιοκτήτη ο οποίος κτίζοντας το σπίτι του αντιλαμβανόταν, σύμφωνα με τη γνωστή παροιμία, τις δυσκολίες της ζωής τις οποίες μάλιστα «εμπέδωνε» καλύτερα στην περίπτωση που εκκρεμούσε ο γάμος της κόρης του. Αν οι οικοδόμοι προέρχονταν από μακρινά μέρη φιλοξενούνταν ως οικότροφοι στο σπίτι του ιδιοκτήτη που επιβαρυνόταν με επιπλέον έξοδα.