Οικοδομική ξυλεία

Θανάσης Βαφειάδης, Αδημοσίευτο


1914. Πριόνισμα με "καταρράκτη" στον Όλυμπο (Φωτογραφία του Fred Boissonnas)

Την περίοδο της τουρκοκρατίας το κυριότερο εμπορεύσιμο οικοδομικό υλικό ήταν ξυλεία, αφού το μεγαλύτερο μέρος των κατασκευών και κυρίως των οικιών ήταν ξύλινα. Ο έμπορος ξυλείας ονομαζόταν κερεστεντζής από την τουρκική λέξη κερεστές που σημαίνει οικοδομική ξυλεία. Το μεγαλύτερο μέρος αυτής της ξυλείας προερχόταν από το εξωτερικό. Όπως αναγράφεται στον Κερδώο Ερμή (1815) από τα ξύλα αυτά «άλλα είναι δουλευμένα εις τετραγώνους στύλους διαφόρων μεγεθών και άλλα αδούλευτα φερόμενα και πριονιζόμενα εδώ». Αλλά και μετά την απελευθέρωση τα κυριότερα οικοδομικά υλικά ήταν εισαγόμενα από το εξωτερικό, όπως πληροφορούμαστε από τον Λουδοβίκο Ρος: «Σχεδόν όλο το χρήμα για οικοδόμηση έφευγε πάλι έξω από τον τόπο. Γιατί εκτός από ασβέστη και πέτρες, όλα τ’ άλλα χρειάζονταν να ‘ρθουν απ’ το εξωτερικό, από την Τεργέστη, τη Μάλτα, τη Θεσσαλονίκη: Ξυλεία, τζάμια, σίδερο, χρώματα κλπ., γιατί τα ντόπια δάση δεν μπορούσε να τα εκμεταλλευθεί κανείς. Δεν υπήρχαν δρόμοι και μεταφορικά μέσα. Και μάλιστα τα πρώτα χρόνια εισάγονταν μάρμαρα από την Καράρα της Ιταλίας, γιατί οι ντόπιες πηγές μαρμάρου, που θα μπορούσαν να εξυπηρετήσουν όλη την Ευρώπη δεν ήταν ακόμα προσιτές».

Στον πίνακα του εισαγωγικού εμπορίου της Ελλάδας κατά το έτος 1885 η ξυλεία είναι το πέμπτο σε σειρά κατάταξης εισαγόμενο προϊόν με κυριότερες χώρες προέλευσης την Αυστρία, την Ιταλία, την Τουρκία. Αντίστοιχα ο σίδηρος καταλάμβανε την έκτη θέση με κυριότερες χώρες προέλευσης την Αγγλία και τη Γαλλία. Το 1858 η αξία της εισαγόμενης οικοδομικής ξυλείας ανέρχονταν σε 1.201.960 δρχ, το 1865 σε 2.393.431 και το 1875 σε 3.584.313 δρχ [Α. Βερναρδάκης, Περί του εν Ελλάδι εμπορίου].

Στις αρχές του 20ου αιώνα το ξυλεμπόριο αποτελούσε το μεγαλύτερο τομέα εισαγωγικού εμπορίου σχεδόν ισάξιο με αυτό του σιτεμπορίου. Το ξυλεμπόριο περιελάμβανε κυρίως 4 κατηγορίες:

1)Ξυλεμπόριο οικοδομήσιμης και χρήσιμης ξυλείας εισαγόμενης από την αλλοδαπή.

2) Ξυλεμπόριο εγχώριας χρήσιμης ξυλείας.

3)Ξυλεμπόριο εγχώριας ή ξένης ξυλείας κατεργαζόμενης κυρίως σε σταφιδοκιβώτια από ειδικά εργοστάσια στην Πάτρα.

4)Ξυλεμπόριο καυσοξυλείας και ξυλανθράκων εγχώριων και ξένων.

Γυναίκες μεταφέρουν οικοδομική ξυλεία (Βούλα Παπαϊωάννου)

Η ποιοτική ξυλεία εισαγόταν κατά τα 9/10 από την Αυστρία και για τις πολυτελείς οικοδομές από την Αμερική και τη Σουηδία μέσω του λιμανιού του Αμβούργου. Η οικοδομήσιμη ξυλεία Τεργέστης, Βενετίας, Βοσνίας και Ρουμανίας πωλούνταν με την ουγγιά, δηλ. πλάτος 28 χλστ, μήκος 4μ. και πάχος 12,18,24, 28 χλστ., τα δε καδρόνια σε τεμάχια μήκους 4μ και διατομής 3χ3, 4χ4, 3χ6, 5χ5, 6χ6 κλπ. Το κυβικό μέτρο χρησιμοποιούνταν μόνο για το δημόσιο και τις μεγάλες εμπορικές συναλλαγές. Οι ξυλέμποροι ήταν στην ουσία μόνο εμπορικοί λιανοπωλητές που προμηθεύονταν από τρίτο ή τέταρτο χέρι ξυλεία από το εξωτερικό και το πολύ-πολύ να ταξίδευε κάποιος μέχρι την Τεργέστη ή το Γαλάτσι για να αγοράσει από τους εκεί εμπόρους κάποια ασήμαντη ποσότητα ξυλείας. Ο τρόπος εξάσκησης του ξυλεμπορίου την περίοδο αυτή περιγράφεται με τα πιο μελανά χρώματα από τις στήλες της ΑΚΡΟΠΟΛΕΩΣ(15-9-1918): «Δεν υπάρχει ίσως κανέν άλλον εμπόριον το οποίον διενεργήθη και διενεργείται εις τον τόπον μας τόσον τυχαίως και από ανθρώπους οι οποίοι μόνον τας εμπορικάς παραλλαγάς και τας τρεχούσας τιμάς του υπ’ αυτών εμπορευομένου είδους εγνώριζον και γνωρίζουν και ουδέν πλέον. Δάση, ποιότητες πραγματικαί, τόπος παραγωγής, τρόποι κατεργασίας, μέσα μεταφοράς, ακόμη πραγματική βάσις πωλήσεως της ξυλείας, σταθερά δηλαδή μονάς πωλήσεως, είνε πράγματα άγνωστα και πωλητής και αγοραστής διαπραγματεύονται επί τη βάσει της πατροπαραδότου ρωμαΐικης εξυπνάδας ποιος θα γελάση τον άλλον, αφού ο ένας πωλεί ανύπαρκτες ουγγιές και ο άλλος αγοράζει ως επί το πολύ ακαθόριστον ποιότητα και ποσότητα».


Είδη οικοδομικής ξυλείας

Τοποθέτηση πριστής ξυλείας κατα την ξήρανση

Με την ονομασία «ξυλεία» είναι γνωστά στο εμπόριο τα ειδικών διαστάσεων και ποιότητας τεμάχια ξύλου που λαμβάνονται από την επεξεργασία των υλοτομημένων δενδροκορμών. Ανάλογα με τον τρόπο κατεργασίας της η ξυλεία του εμπορίου που προσφέρεται σα δομικό υλικό διαχωρίζεται σε στρογγυλή, πελεκητή και πριστή. Η πριστή ξυλεία αποτελεί το μεγαλύτερο μέρος της δομικής ξυλείας. Προκύπτει από το πριόνισμα (σκίσιμο) του κορμού με ειδικά πριόνια. Η πρίση ενός κορμού γίνεται κατά διάφορους τρόπους ανάλογα με το είδος της

Τρόποι πριονισμού

πριστής ξυλείας και μπορεί να δώσει δοκούς, καδρόνια, πλάκες και σανίδες. Επίσης η δομική ξυλεία διαχωρίζεται ανάλογα με τη σκληρότητά της σε δυο κατηγορίες: α) Τη μαλακή ξυλεία, που προέρχεται από τα κωνοφόρα (πεύκη, ελάτη, κυπαρίσσι) και β) Τη σκληρή ξυλεία προέρχεται από τα πλατύφυλλα (δρυς, οξιά).

Η μεγαλύτερη ποσότητα προέρχεται από τα κωνοφόρα. Η ξυλεία των πλατύφυλλων χρησιμοποιείται κυρίως για εσωτερικές κατασκευές (πατώματα, σκάλες, δάπεδα, έπιπλα). Από τη δεκαετία του 1960 στο ξυλεμπόριο άρχισαν να προσφέρονται νέα είδη ξυλείας, όπως οι καπλαμάδες, τα αντικολλητά και οι μοριοσανίδες

(Οι καπλαμάδες προέρχονται από κορμούς δένδρων εκλεκτής ξυλείας συνήθως καρυδιάς ή ελιάς και είναι λεπτά φύλλα τα οποία λόγω της διακοσμητικής τους επιφάνειας επικολλούνται στα έπιπλα πολυτελείας.

Τα αντικολλητά (κόντρα πλακέ) αποτελούνται από λεπτότερα φύλλα βγαλμένα με ειδικές μηχανές και συγκολλημένα με ειδική φαινολική κόλλα σε ειδικά πιεστήρια.

Οι μοριοσανίδες (νοβοπάν) είναι βιομηχανικά προϊόντα με πρώτη ύλη απορρίμματα ξύλου (πολύ μικρά κομμάτια ξύλου, ροκανίδια, ξακρίσματα) τα οποία συμπιέζονται και συγκολλούνται υπό πίεση και υψηλή θερμοκρασία ώστε να παραχθούν διαφόρων ειδών διατομές).


Πριονιστήρια

Πριονιστήριο στη Νάουσα. Αρχές 20ου αι.

Πριονιστήριο είναι ο υπαίθριος χώρος ή το εργαστήριο όπου κόβονται τα ξύλα με χειροκίνητα ή μηχανικά πριόνια και παράγεται η λεγόμενη πριστή ξυλεία.

Την προβιομηχανική εποχή η παραγωγή της πριστής ξυλείας γινόταν είτε με χειρωνακτικό τρόπο με τη χρήση μεγάλων πριονιών που λεγόταν καταρράκτες, είτε σε υδροκίνητα εργαστήρια με τη χρήση του νεροπρίονου. Στην πρώτη περίπτωση οι πριονιστές αφού πρώτα τετραγώνιζαν με το τσεκούρι τον κορμό του δέντρου τον ανέβαζαν πάνω σε ένα ικρίωμα και εκεί έδεναν κατά μήκος του ξύλου ένα ράμμα, το οποίο προηγουμένως είχαν εμποτίσει με χρώμα. Το χρώμα του ράμματος αποτυπωνόταν στο ξύλο και η γραμμή που σχηματιζόταν ήταν ο οδηγός για το κόψιμο με το πριόνι. Στη συνέχεια οι πριονιστές, οπλισμένοι με ιώβεια υπομονή, ο ένας πάνω κι ο άλλος κάτω, άρχιζαν το πριόνισμα.

Το νεροπρίονο ήταν ένα κινητό συγκρότημα που μεταφερόταν και συναρμολογούνταν στο μέρος όπου γινόταν η κοπή των ξύλων. Αποτελούνταν από τη φτερωτή, το πριόνι, το στρόφαλο και τα βαγένια. Η λειτουργία του προϋπέθετε την κατάλληλη υδατόπτωση για την κίνησή του, η οποία γινόταν ως εξής: Το νερό πέφτοντας από ψηλά οδηγούνταν μέσω του ενός ξύλινου σωλήνα που ονομαζόταν βαγένι σε μια κατακόρυφη φτερωτή την οποία περιέστρεφε. Μαζί της περιστρεφόταν και ένας οριζόντιος άξονας ο οποίος μέσω ενός στροφάλου έδινε παλινδρομική κίνηση σε ένα όρθιο πριόνι που με τη σειρά έσκιζε τον προωθούμενο κορμό (Αναφορά σε νεροπρίονο που συνάντησε σε δάσος στην περιοχή της Αράχωβας κάνει ο Α. Καρκαβίτσας στα «Ταξιδιωτικά – λαογραφικά» του που δημοσιεύτηκαν στο περιοδ. Εστία το 1890: «Εις το κέντρον του δάσους στημένον νεροπρίονον μεταποιεί τας γηραιοτέρας ελάτας εις σανίδας και καδρόνια, τα οποία ένεκεν ελλείψεως συγκοινωνίας δαπανώνται μόνον εις τα γειτονικά χωρία. Ούτω η πλουσιωτάτη ταύτη παρακαταθήκη μένει ανεκμετάλλευτος και θα μένη ακόμη μέχρις ου ανοιχθή δρόμος και δι’ εκείνα τα μέρη»).

Με το πέρασμα στη βιομηχανική εποχή η κοπή της ξυλείας άρχισε να γίνεται με τη χρήση ατμοκίνητων στην αρχή και αργότερα πετρελαιοκίνητων και ηλεκτροκίνητων μηχανών. (Το 1885 σύμφωνα με τον Α. Βερναρδάκη στην Ελλάδα υπήρχαν 2 ατμοκίνητα ξυλοκοπτικά εργοστάσια που απασχολούσαν 15 εργάτες).


Μηχανικά πριονιστήρια

Πριονιστήριο του μεσοπολέμου

Το βασικότερο μηχάνημα του πριονιστηρίου ήταν το μηχανικό πριόνι που ήταν δυο ειδών: ο οδοντωτός δίσκος και η πριονοκορδέλα που ήταν μια πριονωτή ταινία μήκους 5-8 μ. η οποία περιστρεφόταν μεταξύ δυο τροχών. Στα πριονιστήρια υπήρχαν επίσης η πλάνη και ο τόρνος. Η πλάνη είναι ένα λειαντικό μηχάνημα που αποτελείται από ένα κύλινδρο με πολύ κοφτερά ελάσματα, ο οποίος με την ταχύτατη περιστροφική του κίνηση λειαίνει τις ξυλοσανίδες. Οι τόρνοι είναι μηχανές διαμόρφωσης του ξύλου που με την προσθήκη εργαλείων κατάλληλης διατομής επιτρέπουν την κοπή του σε διάφορα σχέδια. Τα προϊόντα της πριστής ξυλείας κυκλοφορούσαν παλαιότερα με τις εξής εμπορικές ονομασίες: σκουρέτα (πάχους 13-15 χλστ.), μισόταβλες (πάχους 16 χλστ.), τάβλες ή σανίδες (πάχους 25 χλστ.), διπλοσανίδες ή ποντιζέλια (πάχους 30-35 χλστ.), πόντοι (πάχους 40-50 χλστ.), μαδέρια (πάχους 70 χλστ.), καδρόνια (πάχους 5Χ5 - 10Χ10 χλστ.). Υπήρχαν ακόμη τα μισοκάδρονα και οι οροφοπήχεις (μπαγδατόπηχες).