Νέες οικοδομικές τεχνικές μετά την απελευθέρωση

Θανάσης Βαφειάδης, Αδημοσίευτο


Η κατοικία Σλήμαν, έργο του Ε.Τσίλλερ

Αμέσως μετά την απελευθέρωση προέκυψε το τεράστιο πρόβλημα ανοικοδόμησης μιας χώρας που ήταν σωριασμένη σε ερείπια και καθηλωμένη από την οικονομική καχεξία. Οι εκτιμήσεις για την ποιότητα των κατοικιών και την ικανότητα των οικοδόμων αυτής της περιόδου είναι επικριτικές και εστιάζονται στην ευτέλεια των υλικών και στις ατελείς γνώσεις των τεχνιτών. Χαρακτηριστική είναι η αναφορά του Λουδοβίκου Ρος το 1834: «Οι Έλληνες τεχνίτες, με ελάχιστες εξαιρέσεις, δουλεύουν φοβερά άσχημα, επειδή δεν έχουν μάθει καλύτερα τη δουλειά τους, επειδή δεν διαθέτουν καλά εργαλεία και επειδή τους λείπουν τις πιο πολλές φορές τα καλά υλικά. Συνέπεια του γεγονότος αυτού είναι ότι κάθε τι που μπορεί να κάνει άνετη τη ζωή, είναι εξαιρετικά κακοφτιαγμένο π.χ τα σπίτια. Κατά τη διάρκεια του μεγαλύτερου μέρους του χρόνου, αυτό δεν λογαριάζεται και πολύ. Στεγάζεσαι και κοιμάσαι όπως μπορείς, και χαίρεσαι μάλιστα που το σπίτι σου δεν έχει χοντρούς τοίχους και αφήνει πολλά περάσματα στον δροσερόν εμβάτη, δηλαδή στη θαλασσινή αύρα». Ανάλογη και η αναφορά ενός ομογενή που επισκέπτεται την Αθήνα το 1836: «Τα οσπήτια των Αθηνών, άπερ εις διάστημα ολίγου καιρού έγιναν, εκατασκευάσθησαν ουχί μόνον με βίαν και άκραν οικονομίαν, με λάσπαις και ξύλα και με ασβέστην ασπρισμένα, αλλά και δια αισχροκέρδειαν. Σπήτια κτισμένα άνευ αρχιτεκτονικής και άνευ αρμοδίας διαιρέσεως από τεχνίτας αμαθείς και των κανόνων της τέχνης υστερημένοι [1]».

Το επόμενο διάστημα υπήρξε μια μεταβατική περίοδος στην οποία οι τεχνίτες έπρεπε να προσαρμοσθούν στις νέες οικοδομικές τεχνικές που εισάγονταν από το εξωτερικό. Μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα οι κατασκευαστικές αυτές τεχνικές παρουσίασαν λίγα νέα στοιχεία τα οποία αφορούσαν κυρίως την πραγματοποίηση του διακόσμου των όψεων σύμφωνα με τις επιρροές του νεοκλασικισμού. Την εποχή αυτή όμως δημιουργήθηκαν νέα δεδομένα στις εργασιακές συνθήκες και τις εργασιακές σχέσεις των οικοδόμων και των εργοδοτών τους. Οι μεγάλες δημόσιες οικοδομές που άρχισαν να κατασκευάζονται αρχικά στην πρωτεύουσα και στη συνέχεια στα μεγάλα αστικά κέντρα δημιούργησαν τις προϋποθέσεις για τη μόνιμη εγκατάσταση του εργατικού οικοδομικού δυναμικού ενώ η πολυπλοκότητα των κατασκευών αυτών επέφερε και τη διάκριση των επαγγελμάτων που υπεισέρχονταν στην οικοδομή. Το άλλο σημαντικό στοιχείο ήταν ότι η πρόσληψη των τεχνιτών αυτών δεν γινόταν πλέον από τον πρωτομάστορα αλλά από το διευθύνοντα μηχανικό που ανέλαβε καθοδηγητικό ρόλο στην υλοποίηση του οικοδομικού έργου. Αντίθετα στην επαρχία, που συνέχισε να χαρακτηρίζεται από τα μικρά μεγέθη των οικισμών, επιβίωσε η πλανόδια οργανωμένη μαστορική κομπανία. Η κατάσταση αυτή διήρκεσε μέχρι το τελευταίο τέταρτο αυτού του αιώνα οπότε, τα φημισμένα μαστοροχώρια άρχισαν σταδιακά να φθίνουν.

Οι οικοδόμοι της εποχής αυτής σχεδίαζαν και κατασκεύαζαν μέσα σ’ ένα φάσμα παραλλαγής που το προσδιόριζαν οι πολιτιστικοί και κοινωνικοί παράγοντες και κυρίως οι οικονομοτεχνικές συνθήκες. Έτσι η οργάνωση των χώρων, τα δομικά υλικά και η επιλογή των διακοσμητικών στοιχείων εξαρτιόνταν άμεσα από τα διαθέσιμα κεφάλαια. Στα απλά σπίτια ο αρχιμάστορας έκανε τη δουλειά του αρχιτέκτονα και μετέφραζε τις μορφολογικές επιταγές σε σοβά και άλλα ευτελή υλικά ενώ αντίστοιχα στα πλουσιόσπιτα μπορούσε για την ενίσχυση ή συμπλήρωση του λίθινου φέροντος οργανισμού να χρησιμοποιήσει μεταλλικά στοιχεία τα οποία ήταν εισαγόμενα από την Αγγλία ή το Βέλγιο και ως εκ τούτου στοίχιζαν αρκετά.

Οικία Αφεντούλη. Η πρώτη οικοδομή με μπετόν - αρμέ το 1907

Η μεγάλη καινοτομία στην οικοδομική τεχνική ήταν η εισαγωγή της χρήσης του σκυροδέματος, ενός οικοδομικού υλικού που δημιουργείται με τη σύνθεση τεσσάρων απλών υλικών: της άμμου, των χαλικιών, του τσιμέντου και του νερού. Το νέο αυτό υλικό μπορούσε να αντέξει τις πιέσεις όχι όμως και τις τάσεις εφελκυσμού. Η αντιμετώπιση αυτής της αδυναμίας έγινε με την τοποθέτηση σιδερένιων ράβδων, που λέγονται οπλισμός. Έτσι δημιουργήθηκε το οπλισμένο ή σιδηροπαγές σκυρόδεμα ή μπετόν αρμέ, όπως καθιερώθηκε να ονομάζεται από τους περισσότερους. Η εισαγωγή του οπλισμένου σκυροδέματος στην χώρα μας έγινε από τον μηχανικό Η. Αγγελόπουλο μέσω του συστήματος Hennebique, 15 χρόνια μετά την πρώτη συστηματική του εφαρμογή στο Βέλγιο και στη Γαλλία και μόλις ένα χρόνο μετά την κατασκευή της πρώτης γέφυρας από σκυρόδεμα στην Αγγλία [2]. Σύμφωνα με πληροφορίες του Κων. Μπίρη πριν από το 1912-16 το μπετόν εφαρμόστηκε μόνο σε μικτές κατασκευές (πλακοδοκούς πάνω σε φέρουσες λιθοδομές) και μόλις το 1912 εμφανίστηκε η πρώτη πλήρης κατασκευή σε ένα τριώροφο. Η διάδοση της νέας αυτής δομικής τεχνικής υπήρξε γρήγορη και ευρεία και σε αυτό συνέβαλε ένας συνδυασμός τεχνοοικονομικών προϋποθέσεων σχετικών τόσο με τα χρησιμοποιούμενα υλικά όσο και με το τεχνικό προσωπικό. «Κατ’ αρχήν τα υδραυλικά κονιάματα ήταν γνωστά στους Έλληνες τεχνικούς αφού η χρήση της θηραϊκής γης στα υδραυλικά και λιμενικά έργα είχε διαδοθεί κατά τα μέσα του 19ου αιώνα. Ύστερα πολλά προϊόντα τσιμέντου, όπως πλάκες, τεχνητοί λίθοι κλπ είχαν αρχίσει να παράγονται με εισαγόμενο υλικό, ενώ το 1902 θα ιδρυθεί το πρώτο ελληνικό εργοστάσιο παραγωγής τσιμέντου αφού η Αττική γη προσέφερε άφθονη πρώτη ύλη σε ασβεστολιθικά και αργιλικά πετρώματα».

Η χρήση του σκυροδέματος οδήγησε στην κατασκευή υψηλών κτηρίων που μαζί με την καθιέρωση νέων οικοδομικών κανονισμών έφερε και ουσιαστικές αλλαγές στο επάγγελμα του οικοδόμου. Όταν το 1917 χτίστηκε η πρώτη επταώροφη οικοδομή στην πλατεία Συντάγματος με μπετόν αρμέ (οικοδομή Γιαννάρου, γωνία Όθωνος και Φιλελλήνων) ο υπουργός Συγκοινωνίας Αλέξανδρος Παπαναστασίου, συμμεριζόμενος τη γενική κατακραυγή που προκάλεσε το … πανύψηλο για την εποχή κτίριο, προώθησε τη ψήφιση του Ν.858 που εισάγει την δια διαταγμάτων ρύθμιση των υψών. Το πρώτο διάταγμα (Νοέμβριος 1919) όριζε τα 12/10 του πλάτους της οδού ως επιτρεπόμενο ύψος, 10 μ σε δρόμους στενότερους των 8,5 και μέγιστο 22μ. Αργότερα το 1922 αυξήθηκε το μέγιστο ύψος κτιρίου σε 26μ. Στα χαμηλά κτήρια το «χαρμάνι» συνέχισε να γίνεται με τα φτυάρια και το τσιμέντο να μεταφέρεται με τενεκέδες στους στιβαρούς ώμους των οικοδόμων αλλά στην κατασκευή πολυώροφων κτηρίων απαραίτητος ήταν ο αναμικτήρας του σκυροδέματος (μπετονιέρα) και η μηχανή κατακόρυφης ανύψωσης (αναβατόρι).

Μετά το 1925 καθιερώθηκε το οπλισμένο σκυρόδεμα ως το βασικό υλικό κατασκευής του φέροντος οργανισμού των κτιρίων ενώ σαν βασικό υλικό πλήρωσης χρησιμοποιήθηκαν οι τεχνητοί λίθοι, συμπαγή τούβλα στην αρχή και διάτρητα στη συνέχεια, που κυκλοφορούσαν σε τυποποιημένες διαστάσεις.


Αντιπαροχή και αυθαίρετα


Κιλκίς. Η πρώτη πολυκατοικία κτισμένη το 1964

Ο Β’ Παγκόσμιος πόλεμος και η εμφύλια διαμάχη που ακολούθησε είχαν σαν συνέπεια την οικοδομική απραξία η οποία διήρκεσε μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1950. Το πρόβλημα ανέλαβε να λύσει η ιδιωτική πρωτοβουλία με τους δικούς της μάλλον ανορθόδοξους τρόπους. Οι νέες κατοικίες άρχισαν να κατασκευάζονται μαζικά είτε με αυθαίρετη δόμηση [4] στις «εκτός σχεδίου» παρυφές των πόλεων είτε στις «εντός σχεδίου» περιοχές με το σύστημα της αντιπαροχής. Σύμφωνα με το τελευταίο ο ιδιοκτήτης κάποιας παλιάς μικρής συνήθως οικοδομής πρόσφερε το οικόπεδό του σε έναν κατασκευαστή για την ανέγερση πολυώροφης πολυκατοικίας εξασφαλίζοντας ως αντάλλαγμα ορισμένα από τα νέα διαμερίσματα. Το κράτος δεν παρέλειψε να ενθαρρύνει αυτό το σύστημα, προσαυξάνοντας τον επιτρεπόμενο αριθμό ορόφων, και αυτό γιατί διέβλεπε πως έτσι μπορούσε να αμβλυνθεί το στεγαστικό πρόβλημα, αλλά και να ενισχυθεί γενικότερα η οικοδομική δραστηριότητα, ώστε να λειτουργήσει ως μοχλός για την ανάκαμψη της οικονομίας. Πράγματι χάρη στο σύστημα της αντιπαροχής η κατασκευή πολυκατοικιών γνώρισε μια πρωτοφανή έξαρση και οι τάξεις των οικοδόμων πύκνωσαν με νέους ανθρώπους πολλοί από τους οποίους διαπνέονταν από αριστερές ιδέες και επέλεγαν αυτού του είδους τη δραστηριότητα αφού η οικοδομή ήταν από τους ελάχιστους χώρους που δεν απαιτούνταν πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων για την εξασφάλιση εργασίας.

Οι οικοδόμοι της εποχής αυτής δούλευαν πολλές φορές ανασφάλιστοι ενώ για πολλούς η μη καταβολή του ενσήμου ασφάλισης από τους εργοδότες ήταν μόνιμη πηγή προστριβών και διενέξεων.


Υποσημειώσεις


[1] Δ. Φιλιππίδης, Νεοελληνική αρχιτεκτονική.
[2] Η. Ι. Αγγελόπουλος, Τα πρώτα εν Ελλάδι έργα δια σκυροκονιάματος σιδηροπαγούς συστήματος Hennebique, Αρχιμήδης 1902. 
[3] Νίκος Καλογεράς. Το κατασκευαστικό περιβάλλον στην Ελλάδα τα τελευταία 100 χρόνια.
[4] Η ιστορία της αυθαίρετης δόμησης στην Ελλάδα ξεκινά με τα Αναφιώτικα, μια συνοικία της Αθήνας στη βόρεια πλευρά του βράχου της Ακρόπολης. Αμέσως μετά την απελευθέρωση η κυβέρνηση απαγόρευσε την ανέγερση οικιών στο χώρο αυτό που προορίζονταν για αρχαιολογική έρευνα. Όμως δυο εργάτες που προέρχονταν από την Ανάφη, ο Γεώργιος Δαμίγος και ο Μάρκος Σιγάλας, παραβίασαν την απαγόρευση και κτίζοντας λαθραία τη νύχτα ανήγειραν δυο μικρούς οικίσκους και εγκαταστάθηκαν σε αυτούς. Σταδιακά και παρ’ όλες τις διαμαρτυρίες των αρχαιολόγων η απαγόρευση ατόνησε και αρκετοί φτωχοί εργάτες σκάβοντας το βράχο έκτισαν τα σπίτια τους