Μεταξουργείο η “Χρυσαλλίς” στη Γουμένισσα

Άννα Τζάκου, Πολεοδομική εξέλιξη – αξιόλογα κτίρια περιοχής Γουμένισσας


Στις αρχές του 20ου αιώνα ιδρύεται μία από τις μεγαλύτερες εταιρίες μεταξιού, με σκοπό την κατεργασία και την εμπορία μετάξης, και την επωνυμία “Χρυσαλλίς”. Η γρήγορη ανάπτυξη και η ευημερία της μεταξοβιομηχανίας, καθώς και τα εξειδικευμένα στη μεταξουργεία - εργατικά χέρια των προσφύγων [1], που εγκαταστάθηκαν στην χώρα κατά τις πληθυσμιακές μετακινήσεις το καιρό εκείνο, βοήθησαν στην επέκταση της εταιρίας και στην ίδρυση διαφόρων μονάδων. Μια από αυτές ιδρύεται στην Γουμένισσα το 1930 [2].

Η μονάδα στη Γουμένισσα κατασκευάστηκε κατά την περίοδο 1928-1930 από την ανώνυμη εταιρεία “Μεταξοϋφαντουργείον η Χρυσαλλίς Στυλ. Η. Παπαδόπουλου Α.Ε.” σε οικόπεδο έκτασης 12.628 μ2 ,που προέκυψε από την αγορά και συνάθροιση οικοπέδων διαφόρων ιδιοκτητών [3]. Η απόστασή του, τότε, από τα τελευταία σπίτια του οικισμού ήταν περίπου 60 μέτρα. Η ίδρυση εργοστασίου στη Γουμένισσα κρίθηκε από την εταιρεία συμφέρουσα “καθόσον ευρίσκεται πλησίον των κυριοτέρων σηροτροφικών περιφερειών” [4]. Από την ίδρυσή του ως και το 1937 περίπου παρουσίαζε ανοδική πορεία με αποτέλεσμα την κατασκευή επεκτάσεων και την προσθήκη μηχανημάτων. Έτσι, έφτασε να απασχολεί περίπου 400 άτομα -όχι μόνο από τον οικισμό της Γουμένισσας, αλλά και από τις γύρω περιοχές και χωριά - και να διαθέτει 174 αναπηνιστικές λεκάνες, 3 ηλεκτρικούς κινητήρες και μία ατμομηχανή [5].

Το μεταξουργείο τη δεκαετία του 1930


Όμως η δυσανάλογη με την κατανάλωση παραγωγή, το απόθεμα που είχε ήδη δημιουργηθεί, οι περιοριστικοί όροι των διαφόρων κρατών για την εισαγωγή μετάξης καθώς και οι ιδιαίτερες συνθήκες κατά την περίοδο του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου [6], οδήγησαν στην αναστολή της λειτουργίας του εργοστασίου έως τα μέσα της δεκαετίας του ‘50.

Το 1956 οι εγκαταστάσεις πουλήθηκαν στον Ηλία Μιχαηλίδη, ενώ το 1958 η εταιρία ΕΓΑΒΕ (Εμπορικαί, Αγροτικαί και Βιομηχανικαί Επιχειρήσεις Α.Ε) αγόρασε από τον Η. Μιχαηλίδη το μεταξοϋφαντουργείο, για να αγοραστεί, τελικά, το 1960 από τους αδελφούς Ιωάννη και Γεώργιο Αθανασιάδη, βιομήχανος-μεταξουργός και έμπορος αντίστοιχα. Το 1964 το εργοστάσιο πέρασε στην κυριότητα του Γεώργιου, ο οποίος ίδρυσε ομόρρυθμο εταιρία με την επωνυμία “Αναπηνιστήριον Μετάξης η Χρυσαλλίς Γ. Μ. Αθανασιάδης και Υιός Ο.Ε.” με έδρα την Αθήνα και με σκοπό τη “βιομηχανική επεξεργασία κουκουλιών, την αναπήνισην αυτών εις μέταξαν, την αγοραπωλησίαν κουκουλιών και πάσαν συναφήν με αυτά εργασίαν, η οποία θα συντελείται αποκλειστικώς και μόνον δια της εκμεταλλεύσεως του εν Γουμενίσση Μακεδονίας Εργοστασίου...”[7]. Διευθυντής της εταιρίας ήταν ο Γεώργιος Αθανασιάδης, ενώ ο γιος του Μελέτιος ανέλαβε τη διεύθυνση του εργοστασίου, με την υποχρέωση να παραμένει μονίμως στη Γουμένισσα.

Μετά την ανακαίνιση της η “Χρυσαλλίς’’ λειτούργησε κατά τις δεκαετίες 1960 και 1970. Από τα τέλη της δεκαετίας του 1970 και έως το 1981 λειτούργησε εποχιακά. Μετά τον θάνατο του Μελέτη Αθανασιάδη, το 1988, η αναστολή της λειτουργίας του γίνεται πλέον οριστική. Ιδιοκτήτρια του εργοστασίου είναι σήμερα η Ελένη Αθανασιάδη, κόρη του Γεωργίου και αδελφή του Μελέτη Γ. Αθανασιάδη, που κατοικεί στο εξωτερικό.


Οι εγκαταστάσεις


Οι λανάρες Η αίθουσα αναπήνισης

Το μεταξουργείο «Χρυσαλίς» σώζεται σε αρκετά καλή κατάσταση και αποτελεί ένα αξιόλογο βιομηχανικό κτίριο των αρχών του αιώνα, με ιδιαίτερο ενδιαφέρον από αρχιτεκτονικής και ιστορικής πλευράς.

Το κτίριο αποτελείται από τρεις πτέρυγες που ενώνονται μεταξύ τους σε μορφή ασύμμετρου Π με τη νότια πτέρυγα μεγαλύτερη (110 μ. μήκος). Σε αυτήν την πτέρυγα - η οποία είναι μονώροφη, εκτός από την δυτική γωνία του, με υπερυψωμένη κεραμοσκεπή στέγη με μεταλλικούς φεγγίτες- βρίσκεται το αναπηνιστήριο, όπου ξετυλίγονταν η κλωστή του μεταξοσκώληκα. Στη βόρεια πτέρυγα, η οποία ήταν διώροφη με ξύλινο πάτωμα, υπήρχαν κρεβάτια, τα οποία χρησίμευαν στο στέγνωμα των κουκουλιών, κατάλληλοι αργαλειοί για την ύφανση του μεταξιού και αποθηκευτικοί χώροι. Στη δυτική πτέρυγα, όπου βρισκόταν η κεντρική είσοδος του συγκροτήματος, υπήρχαν γραφεία, χώροι όπου φιλοξενούνταν οικογένειες εργατών και η κατοικία του τελευταίου ιδιοκτήτη. Οι τρεις αυτές πτέρυγες σχηματίζουν εσωτερική αυλή, στη νότια πλευρά της οποίας υπάρχουν κτίσματα μονώροφα, που στεγάζουν το μηχανοστάσιο και το λεβητοστάσιο του εργοστασίου.

Κοντά στην κεντρική είσοδο του οικοπέδου υπάρχει πηγάδι από όπου γινόταν η άντληση του νερού για όλο το συγκρότημα με ειδικό μηχανισμό που σώζεται μέχρι σήμερα. Ενώ, στην εκ διαμέτρου αντίθετη γωνία και σε αρκετά μεγάλο υψόμετρο βρίσκεται η δεξαμενή, η οποία τροφοδοτούσε το εργοστάσιο με νερό.

Η κατασκευή του κτιρίου είναι σύμμεικτη. Οι φέροντες τοίχοι αποτελούνται από μια ζώνη αμιγούς λιθοδομής ύψους περίπου ενός μέτρου πάνω από την οποία υπάρχει λιθοδομή και οπτοπλινθοδομή ταυτόχρονα. Οι εσωτερικοί μη φέροντες τοίχοι είναι αμιγής οπτοπλινθοδομή. Το κτίριο καλύπτεται με ξύλινες ή μεταλλικές στέγες που έχουν σαν υλικό πλήρωσης γαλλικά κεραμίδια.

Η κατάσταση του κελύφους χαρακτηρίζεται καλή. Δεν υπάρχουν στατικά προβλήματα, αλλά χρειάζεται να γίνουν εργασίες αποκατάστασης των επιχρισμάτων, των κουφωμάτων, των πατωμάτων και των οροφών-στεγών. Στη βόρεια πτέρυγα, η οποία κάηκε πρόσφατα, σώζονται μόνο οι τοίχοι.

Τέλος, μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο μηχανολογικός εξοπλισμός του κτιρίου, καθώς αποτελείται από μοναδικά δείγματα στον ελληνικό χώρο, με δυνατότητα μερικής λειτουργίας τους. Ανάμεσα σ’ αυτά σώζεται μεγάλος αριθμός αναπηνιστικών λεκανών από χυτοσίδηρο και αντίστοιχος αριθμός ανέμων κατασκευής προ του 1935, μία ατμομηχανή προ του 1930, ένας βελγικός ατμολέβητας του 1907, ένας αμερικάνικος λέβητας ατμάμαξας προ του 1930, μηχάνημα διαλογής κουκουλιών, ξηραντήριο σκωλήκων και πέντε μεταλλικοί αργαλειοί.

Για όλους τους παραπάνω λόγους και μετά από εισήγηση της 4ης Εφορίας Νεωτέρων Μνημείων το 1985, το συγκρότημα κηρύχθηκε διατηρητέο μαζί με όλο τον εξοπλισμό του και με ζώνη προστασίας 20 μ. γύρω από αυτό.


Φάσεις του κτιρίου

Λαμβάνοντας υπ’ όψη το είδος και τον τρόπο των διαφόρων κατασκευών, καθώς και την έρευνα σε σχετικά έγγραφα που έχουν διασωθεί στο Τμήμα Βιομηχανίας, της Νομαρχίας Κιλκίς, έγινε εφικτή η καταγραφή και η χρονολόγηση των διαφόρων φάσεων του κτιρίου.

Στην πρώτη φάση, που χρονολογείται το 1933, παρουσιάζονται μικρές κατασκευαστικές αλλαγές, όπως το κλείσιμο-συμπλήρωση των χώρων που βρίσκονται ανάμεσα στην αίθουσα του αναπηνιστηρίου και του λεβητοστασίου. Οι καινούργιοι τοίχοι και τα ανοίγματα διατηρούν την ίδια μορφολογία με τα ήδη υπάρχοντα.

Η επόμενη περίοδος περιλαμβάνει όλες τις μετατροπές που πραγματοποιήθηκαν μεταξύ 1933-1961 και δεν μπορούν να προσδιοριστούν με ακριβή χρονολογία. Τότε παρατηρείται η αλλαγή της στέγης του αναπηνιστηρίου από απλή δίρριχτη σε δίρριχτη με μεταλλικούς φεγγίτες και η προσθήκη υπόστεγου στο τέλος της βόρειας πτέρυγας.

Το 1934 κατασκευάζεται νέα πτέρυγα σε συνέχεια της αρχικής νότιας με απλούστερη μορφολογία και διαφορετική κατασκευαστική λογική. Έτσι, ο φέρων οργανισμός της επέκτασης κατασκευάζεται από σκυρόδεμα.

Κατά την περίοδο 1935-1937 γίνονται μικρές αλλαγές στο εσωτερικό του κτιρίου, όπως προσθήκη διαχωριστικών τοίχων, αλλαγές κουφωμάτων κ.α.

Από το 1980 γίνονται επίσης μικρές αλλαγές στην προσθήκη του 1934 λόγω αλλαγής χρήσης, όπως προσθήκη κλιμακοστασίων, χωρισμάτων κ.α.

Και τέλος, το 1999 καταστρέφεται σχεδόν ολοσχερώς η βόρεια πτέρυγα από πυρκαγιά, από την οποία σώζονται μόνο οι τοίχοι.


Αρχικές κατασκευαστικές λεπτομέρειες


Οι εξωτερικοί τοίχοι, οι οποίοι είναι και φέροντες, αποτελούν μικτή κατασκευή από πέτρα και συμπαγές τούβλο. Στο κάτω μέρος υπάρχει ζώνη αμιγούς λιθοδομής, η οποία ξεχωρίζει από τη μικτή κατασκευή με ένα πέτρινο περιμετρικό γείσο. Στη δυτική πτέρυγα μόνο εμφανίζεται και σκελετός από οπλισμένο σκυρόδεμα (πλάκες, δοκάρια, υποστυλώματα). Ζωνάρια από σκυρόδεμα τρέχουν πάνω από τα ανοίγματα και, κατά διαστήματα, ζωνάρια από τούβλα. Οι τοίχοι είναι επιχρισμένοι, εκτός από το τμήμα της αμιγούς λιθοδομής, και βρίσκονται σε καλή κατάσταση, καθώς δεν εμφανίζουν ρωγμές, ούτε ίχνη υγρασίας.

Όλα τα επιχρίσματα είναι ασβεστοκονίαμα, τα οποία παρουσιάζουν εκτεταμένες φθορές. Στις όψεις, περιμετρικά από τα ανοίγματα υπάρχουν διακοσμητικές ταινίες από ασβεστοκονίαμα.

Η κατάσταση του κελύφους χαρακτηρίζεται γενικότερα καλή, χωρίς ιδιαίτερα στατικά προβλήματα, αν εξαιρέσουμε τη βόρεια πτέρυγα, η οποία κάηκε πρόσφατα, και σώζονται μόνο οι τοίχοι.

Η φέρουσα κατασκευή στα ισόγεια δάπεδα είναι από σκυρόδεμα, ενώ στα δάπεδα του ορόφου εκτός από σκυρόδεμα, παρουσιάζεται και ξύλο. Το υλικό πλήρωσης στο ισόγειο διαφοροποιείται ανάλογα με τη χρήση του χώρου. Έτσι, υπάρχει σκυρόδεμα (μηχανοστάσιο, αποθηκευτικοί χώροι), μωσαϊκό (κατοικία) και συμπαγές τούβλο 10Χ22 εκ. σε σειρά (αναπηνιστήριο). Αντίθετα στον όροφο το υλικό πλήρωσης είναι πάντα ξύλινες σανίδες.

Οι εσωτερικοί τοίχοι είναι από αμιγής οπτοπλινθοδομή και είναι επιχρισμένοι με ασβεστοκονίαμα. Οι μεταγενέστεροι εμφανίζουν ρωγμές στις ενώσεις με τους αρχικούς.

Τα κουφώματα της πτέρυγας του ξενώνα είναι ξύλινα, ενώ του υπολοίπου κτιρίου μεταλλικά και έχουν αποτυπωθεί λεπτομερώς. Θα αποκατασταθούν τα αρχικά χρώματα των επιχρισμάτων και των κουφωμάτων.

Η στέγη φέρεται είτε σε ξύλινα ζευκτά με μεταλλικούς ελκυστήρες με κυκλική διατομή, είτε σε μεταλλικά ζευκτά διατομής διπλού Γ όπου υπάρχουν φεγγίτες (αναπηνιστήριο). Η όλη κατασκευή πατάει πάνω σε εσοχή των εξωτερικών τοίχων. Το υλικό πλήρωσης είναι γαλλικά πτυχωτά κεραμίδια από το εργοστάσιο Αλλατίνη της Θεσσαλονίκης. Οι στέγες είναι εμφανής σε όλες τις πτέρυγες εκτός από το μηχανοστάσιο και τη δυτική πτέρυγα, όπου παρουσιάζονται οροφές από σκυρόδεμα με μπουντρέλια και μπαγδατί αντίστοιχα.


Υποσημειώσεις


1 Η σηροτροφία στο Σουφλί, Π. Γκαγκούλια, Α. Λούβη, Μ. Οικονόμου, Στ. Παπαδόπουλος, Μ. Ρηγινός. Πολιτιστικό τεχνολογικό Ίδρυμα  ΕΤΒΑ, 1992
2 Ιστορικός Βιομηχανικός Εξοπλισμός στην Ελλάδα. ΕΜΠ και Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών. Μεταξοϋφαντουργείο “η Χρυσαλλίς” στη  Γουμένισσα, Όλγα Τραγανού - Δεληγιάννη, Αθήνα 1998, σελ.218
3 Η συνολική έκταση του οικοπέδου προέκυψε από το άθροισμα των εκτάσεων των μεμονωμένων αγροτεμαχίων που αγοράστηκαν  τότε σύμφωνα με τα συμβόλαια πώλησης με αριθμούς 2195-7, 2199, 2202, 2224-5, 2238, 2323-4, 2376 από το Υποθηκοφυλάκειο  Γουμένισσας. Στο Ιστορικόν, σελ. 14 αναφέρεται ότι το οικόπεδο το 1940 ήταν 51.000 μ2, ενώ σήμερα είναι 15.642 μ2
4 ο.π., σελ. 3
5 ο.π., σελ. 4, 7
6 ο.π., σελ. 34-35
7 Εταιρικόν Συμβόλαιον. Αθήνα 15/05/1964