Λατομεία

Θανάσης Βαφειάδης, Αδημοσίευτο


1964. στο λατομείο του Αη Γιώργη με τον αντιδήμαρχο Αντώνη Γεωργιάδη

Τα λατομεία [1] ή νταμάρια είναι οι θέσεις όπου γίνεται η εξόρυξη φυσικών λίθων, ενώ η εργασία απόσπασης τους καλείται λατομία. Ο νόμος 587/1914 καθόριζε την έννοια των λατομείων ως εξής: «Λατομεία είναι οι τόποι, εν οις γίνεται η εξόρυξις λίθων και χωμάτων, χρησίμων εις τας τέχνας, τας οικοδομάς, την γεωργίαν και την βιομηχανίαν, εφ’ όσον ταύτα δεν αποτελούν μετάλλευμα, κατά τας διατάξεις των νόμων περί μεταλλείων» [2]. Η εργασία της εξόρυξης στα λατομεία γίνεται κατά κανόνα στην επιφάνεια του εδάφους και όχι σε υπόγειες στοές όπως στα ορυχεία και τα μεταλλεία. Το δικαίωμα εκμετάλλευσης των λατομείων, σύμφωνα με τον παραπάνω νόμο, ανήκε στον ιδιοκτήτη λατομείου, ο οποίος όμως μπορούσε να συστήσει πραγματική δουλεία υπέρ τρίτου, στην οποία συμπεριλαμβάνεται, πλην του δικαιώματος εξορύξεως λίθων και το της εν τω κτήματι αποθέσεως της λατύπης και το της δια του κτήματος διόδου προς αποκόμισιν των προϊόντων.

Ως λατομικές περιοχές μπορούσαν να χαρακτηρισθούν δημόσιες, δημοτικές ή ιδιωτικές εκτάσεις οι οποίες προσφέρονταν κυρίως από πλευράς ποιότητας και ποσότητας πετρωμάτων. Σημαντικό ρόλο στην επιλογή της θέσης του λατομείου έπαιζε η μορφολογία της περιοχής και οι δυνατότητες προσπέλασης ώστε να είναι συμφέρουσα η εκμετάλλευση των λατομικών ορυκτών. Η εκμίσθωση λατομείων αδρανών υλικών των Δήμων και Κοινοτήτων γινόταν με πλειοδοτική δημοπρασία με ενσφράγιστες προσφορές. Στη διακήρυξη λαμβάνονταν υπόψη η λατομική έκταση που επρόκειτο να εκμισθωθεί καθώς και η διάρκεια της μίσθωσης.


Εργαλεία, μέθοδοι και υλικά εξόρυξης των φυσικών λίθων

Τα εργαλεία που χρησιμοποιούσαν οι παλιοί λατόμοι ήταν:

Η σφύρα ή ματρακάς ή βαριό, καθώς και βαριοπούλες διαφόρων μεγεθών

Η παραμίνα, που ήταν λοστός για την επιγόμωση των διατρημάτων

Το μακάπι, που ήταν διατρητικός λοστός

Ο τύκος ή πικούνι που χρησιμοποιούνταν αντί τα κοινής σκαπάνης που δεν παρουσίαζε την απαιτούμενη αντοχή

Σκαπτικά εργαλεία όπως αξίνες, κασμάδες, φτυάρια και σιδερένιες σφήνες

Η εκλογή της καταλληλότερης μεθόδου εξόρυξης εξαρτιόταν από τη σκληρότητα και τη συνεκτικότητα του πετρώματος, από τον υπάρχοντα εξοπλισμό του λατομείου και από το σκοπό του προορισμού των φυσικών λίθων. Δυο κυρίως ήταν οι μέθοδοι εξόρυξης: η χειρονακτική και η μηχανική με χρήση εκρηκτικών.

α) η χειρονακτική. Εφαρμοζόταν σε περιπτώσεις εξόρυξης μικρών ογκόλιθων από πετρώματα που δεν ήταν πολύ σκληρά και εμφάνιζαν ρωγμές. Εφαρμοζόταν κυρίως την προπολεμική περίοδο.

Για την εξόρυξη των ογκολίθων πρώτα καθαριζόταν η επιφάνεια, στη συνέχεια ανοιγόταν διατρήματα και τελικά γινόταν η αποκόλληση με χρήση λοστών. Όπου υπήρχαν κατακόρυφες φυσικές διακλάσεις, αυτές χρησιμοποιούνταν σαν οδηγός ώστε να διευκολύνεται η εξόρυξη. Η μέθοδος εξόρυξης με σφήνες ήταν η εξής: με το μακάπι ανοιγόταν ένα διάτρημα στο οποίο τοποθετούνταν δυο κομμάτια χοντρής λαμαρίνας και ανάμεσά τους η σιδερένια σφήνα. Με το χτύπημα του ματρακά στερεωνόταν η σφήνα και στη συνέχεια ανοιγόταν άλλο διάτρημα σε απόσταση 30-40 εκ. Με τη πυκνή διάταξη πολλών σφηνών και με διαδοχικά χτυπήματα επιτυγχανόταν η αποκόλληση του λίθου από το πέτρωμα. Η χειρονακτική μέθοδος στην οποία δεν χρησιμοποιούνταν εκρηκτικές ύλες είχε το πλεονέκτημα ότι απέδιδε λίθους με σχεδόν αδιατάρακτο τον ιστό τους.

β) Μηχανική εξόρυξη με χρησιμοποίηση εκρηκτικών. Με τη μέθοδο αυτή η παραλαβή των φυσικών λίθων από το πέτρωμα γινόταν με εκτίναξη. Η εκτίναξη επιτυγχάνονταν με το βίαιο εκρηκτικό κύμα που παράγεται από την αποσύνθεση εκρηκτικής ύλης τοποθετημένης σε περιορισμένο χώρο. Κατά τη μέθοδο αυτή απαιτούνταν οι εξής εργασίες:

α) διάνοιξη των διατρημάτων (φουρνέλων).

β) γόμωση δηλ. τοποθέτηση της εκρηκτικής ύλης (υπόνομος)

γ) επιγόμωση δηλ. συμπλήρωση των υπονόμων με αδρανή υλικά

δ) πυροδότηση[3]

Η διάνοιξη των διατρημάτων γινόταν με μακάπια διαφόρων μεγεθών: ογδοντάρι, εναμισάρι, δυομισάρι και πεντάρι. Ο πρώτος εργάτης με το ογδοντάρι άνοιξε το διάτρημα μέχρι να φτάσει σε βάθος 60 εκ. και πήγαινε στο επόμενο. Τη θέση του έπαιρνε ο εργάτης με το εναμισάρι ο οποίος συνέχιζε τη διάτρηση σε μεγαλύτερο βάθος. Ο κύκλος ολοκληρωνόταν με τον τελευταίο εργάτη που έφερε το πεντάρι. Έτσι το διάτρημα αποκτούσε μεγάλο βάθος και χωρητικότητα ώστε να δεχτεί την ανάλογη ποσότητα εκρηκτικών. Ακολουθούσε ο γομωτής [4] που έκανε τη γόμωση και πυροδότηση των διατρημάτων. Ο γομωτής ήταν ειδικός στη χρήση των εκρηκτικών υλών καθόριζε τη θέση, τον αριθμό και το μέγεθος των διατρημάτων και επέλεγε την κατάλληλη εκρηκτική ύλη και τον τρόπο πυροδότησης. Έπρεπε επίσης να παίρνει μέτρα για την ασφάλεια και την προστασία της ζωής των άλλων εργαζομένων αλλά και των προσώπων που για οποιοδήποτε λόγο βρίσκονταν ή διέρχονταν από το χώρο του λατομείου.

Η εκρηκτική ύλη που χρησιμοποιούνταν ήταν ο δυναμίτης και η πυροδότηση γινόταν του γινόταν με πυροκροτητές (καψούλια) και βραδύκαυστο πυραγωγό σκοινί (φυτίλι). Μετά τον πόλεμο χρησιμοποιούνταν το ακαριαίο πυραγωγό σκοινί [5] με το οποίο επιτυγχανόταν η σύγχρονη ανάφλεξη πολλών γεμισμάτων εκρηκτικών ουσιών. Τους δυναμίτες ή «λουκούμια» όπως τους έλεγαν τους προμηθεύονταν από τη Νομαρχία, η οποία έκανε αυστηρούς ελέγχους ιδιαίτερα κατά την περίοδο του Εμφυλίου από το φόβο μήπως οι εκρηκτικές αυτές ύλες περάσουν στα χέρια των ανταρτών. Αλλά και αργότερα οι εργάτες αριστερών πολιτικών πεποιθήσεων αποκλείονταν από την ειδικότητα του γομωτή.

Αυστηρές ήταν και οι νομοθετικές διατάξεις για τη χρήση εκρηκτικών υλών. Ο νόμος «περί λατομείων» του 1914 καθόριζε την απόσταση ασφαλείας από τις κατοικημένες περιοχές: «Απαγορεύεται η εκμετάλλευσις λατομείου δι εκρηκτικών υλών σε μικρότερη των 20 μέτρων απόσταση από δημόσιες ή δημοτικές πλατείες και οδούς, σιδηρόδρομους, νεκροταφεία κατοικημένους ή άλλης δημόσιας χρήσης τόπους». Με τον κανονισμό μεταλλευτικών εργασιών του 1966 η απόσταση αυτή επεκτείνεται στα 60 μ. από τις κατοικημένες περιοχές [6].


Λατόμοι του Κιλκίς

Στο λατομείο του Αη Γιώργη (Κυριάκος Τασίδης)

Το πιο γνωστό και κοντινό στην πόλη λατομείο βρισκόταν στο λόφο του Αγίου Γεωργίου και λειτουργούσε από τα χρόνια της τουρκοκρατίας. Στη διάρκεια λατομικών εργασιών ανακαλύφθηκε το σπήλαιο του Κιλκίς όπως αναφέρει ο Τ. Βλαχόφ [7]: «Το 1908 λατόμοι έσκαβαν να βγάλουν πέτρες και τυχαία έπεσε ένα από τα εργαλεία τους στις σχισμές των βράχων. Στη προσπάθεια τους να το βγάλουν ανακάλυψαν ένα άνοιγμα. Συνέχισαν να ψάχνουν και κατάλαβαν ότι κάτω από το λόφο του Αγίου Γεωργίου υπήρχε τεράστια σπηλιά που μέσα της έτρεχαν μικρά ποταμάκια». Η ύπαρξη του σπηλαίου ξεχάστηκε για αρκετά χρόνια ώσπου στη δεκαετία του 1920 όταν άρχισε να λειτουργεί ξανά το λατομείο ένας από τους λατόμους που εργαζόταν εκεί, ο Παυλίδης γνωστός και ως Πουλατσούχ, ανακάλυψε εκ του νέου την είσοδο του σπηλαίου.

Οι λίθοι που εξορύσσονταν δέχονταν μια πρόχειρη επεξεργασία που αποσκοπούσε στην αποκοπή των αιχμών τους και ήταν οι λεγόμενοι αργοί λίθοι. Αντιθέτως οι τυκτοί ήταν αυτοί που δέχονταν επεξεργασία με το πικούνι ώστε να ορθογωνιστούν οι επιφάνειες τους. Αυτοί οι λίθοι ήταν γνωστοί ως γωνιόλιθοι ή αγκωνάρια των λιθοδομών. Τα υλικά εξόρυξης προορίζονταν για οικοδομικές εργασίες και για οδοστρωσία. Στα πρακτικά των συνεδριάσεων του Δημοτικού Συμβουλίου συναντάμε συχνά αναφορές για προμήθεια υλικών από το λατομείο όπως αυτή της 31-8-1938 που αφορά την αμοιβή του Στυλιανού Χαριτίδη δια την εξώρυξιν και μεταφοράν αργών λίθων 2,90 κ.μ δια την κατασκευήν του τοίχου του πάρκου. Μια άλλη απόφαση στις 10-3-1939 αναφέρεται στην προμήθεια από τον εργολάβο Αβραάμ Χαριτίδη 1.000 κυβικών μέτρων σκύρων προς ενίσχυσιν του έργου της παρά του Δημοσίου εκτελουμένης σκυροστρώσεως της οδού21ης Ιουνίου.

Το επάγγελμα των λατόμων ήταν ιδιαίτερα επικίνδυνο και σε αυτό αναφέρεται η απόφαση της 25-2-1938 με την οποία το Δημοτικό Συμβούλιο εγκρίνει την χορήγησιν βοηθήματος εις τους εξ απροόπτου δυστυχήματος εν ώρα εργασίας εν τω λατομείω του λόφου του Αγίου Γεωργίου τραυματισθέντας απόρους δημότας Αργύριον Κατσάρην και Θεμιστοκλήν Μυχλίδην. Αμφότεροι ετραυματίσθησαν κατά το μάλλον και ήττον σοβαρώς εργαζόμενοι εν τω λατομείω του Αγ. Γεωργίου προς εξαγωγήν χάλικος εκ καταπεσόντων επ’ αυτών όγκων χωμάτων και λίθων.

Στο λατομείο του Κιλκίς κατά καιρούς δούλεψαν ο Δημήτριος Αγαθόπουλος, οι Γεώργιος, Ματθαίος και Βασίλης Βασιλειάδης, ο Ευστάθιος Καζαντζίδης, οι Γεώργιος και Ευάγγελος Κοβλακίδης ο Νικόλαος Κωνσταντινίδης, ο Γεώργιος Μαυρίδης, ο Θεόδωρος Μιχαηλίδης, ο Γιάννης Ορτουλίδης, οι αδερφοί Σάββας, Δημήτρης, Ηλίας και Κυριάκος Τασίδης, ο Σπύρος Φαχουρίδης, ο Γεώργιος Χατζής.


Υποσημειώσεις


1 Η λέξη παράγεται από το ουσιαστικό λάας – λας που σημαίνει πέτρα και το ρήμα τέμνω.
2 «Λατομεία είναι ιδίως οι τόποι, εξ ων ορύσσονται μάρμαρα και παντός είδους ασβεστόλιθοι, πλάκες οικοδομών και λιθογραφικαί, δολομίται, γύψος, σχιστόλιθοι, πυριτόλιθοι, ακονόλιθοι, μυλόπετραι, μάργα, άργιλος, οφίται, γρανίται, τραχίται, βάσαλτοι, λάβαι, οψιανοί, πόροι, κίσσηρις, κιμωλία, θηραική γη, τόφφος, χάλικες, άμμος, αμμίται, χώματα παντός είδους και παραπλήσια πετρώματα».
3 Δαπόντε Ιωάννης, Οικοδομική – Δομικά υλικά.
4 Σχετικά με την ειδικότητα του γομωτή ο Κανονισμός Μεταλλευτικών Εργασιών αναφέρει: «Η χρησιμοποίησις και ο χειρισμός των εκρηκτικών υλών ανατίθεται εις ειδικευμένα και προσεκτικά άτομα, άτινα είναι υπεύθυνα δια την ασφαλή αποθήκευσιν, μεταφοράν και χρησιμοποίησιν τούτων. Απαγορεύεται οιαδήποτε ανάμιξις περί την χρησιμοποίησιν εκρηκτικών υλών εις εργάτας απροσέκτους, ισχυρογνώμονας, μη εντελώς νηφαλίους και μη όντας εντεταλμένους δια την εργασίαν ταύτην. Εις ουδένα παραδίδονται εκρηκτικαί ύλαι άνευ γραπτής εντολής της Διευθύνσεως». Απ. Υπ. βιομηχανίας «Κανονισμός Μεταλλευτικών Εργασιών (ΦΕΚ735Β’ /9.12.66) Αρ. 179 - Εκρηκτικαί ύλαι.
5 Η ταχύτητα καύσης του είναι 50006000 μ κατά δευτερόλεπτο.
6 Αρθρο 251. Απαγορεύεται πάσα μεταλλευτική ή λατομική εργασία δια χρήσεως εκρηκτικών υλών εις απόστασιν μικροτέραν των 60μ από κατωκημένων κτιρίων, κτισμάτων και βοηθητικών αυτών χώρων, δημοσίων οδών, πλατειών κλπ.
7 Βλαχόφ Τούσε, Το Κουκούς και το παρελθόν του