Κτηματολόγιον

Δημοσθένης Στεφανίδης, «Γαιοκτησία και γαιοκτητική πολιτική» - 1948


1904-1906. Φύλλα χάρτη της Β. Ελλάδας της σειράς Generalekarte

Το κτηματολόγιον είναι θεσμός παλαιότατος, αποβλέπων αρχικώς μάλλον εις φορολογικούς σκοπούς. Με την πάροδον όμως του χρόνου ηυρύνθησαν αι βάσεις του, - ούτω δε σήμερον επιδιώκει ούτος, παραλλήλως προς την δικαιοτέραν κατανομήν της φορολογίας, την νομικήν κατοχύρωσιν της εγγείου κτήσεως, με απώτερον αποτέλεσμα την αύξησιν της αξίας της. Κτηματολόγια υφίστανται και λειτουργούν επί των ημερών μας εις όλας τας πεπολιτισμένας χώρας του κόσμου, ήλθον δε εις φως μετά μακράν και πολυδάπανον προπαρασκευαστικήν εργασίαν, εις την οποίαν συνέβαλον αφ’ ενός μεν οι τεχνικοί δια την εκτέλεσιν των αναγκαίων μετρήσεων των κτημάτων, επί τη βάσει των οποίων συντάσσονται και οι περιέχοντες την γεωμετρικήν εικόνα εκάστης ακινήτου κτήσεως κτηματικοί χάρται, αφ’ ετέρου δε νομικοί, δια τας εις τα κτηματικά βιβλία αναγκαίας εγγραφάς, που έχουν αποδεικτικήν ισχύν και δημόσιον κύρος. Κάθε κτήμα κέκτηται εν τω κτηματολογίω ιδιαιτέραν μερίδα, αναγράφουσαν την ιστορίαν του, τα ονόματα των δικαιούχων ως και όλα τα παρακολουθούντα τούτο εμπράγματα δικαιώματα.

Ως βλέπει τις το κτηματολόγιον αποτελεί μεγίστης σημασίας έργον δια πάσαν κοινωνικήν οικονομίαν, άνευ αυτού δε δεν ημπορεί να γίνη λόγος περί πλήρους ή απλώς επαρκούς προστασίας της ακινήτου ιδιοκτησίας. Είναι αληθές, ότι η κατάστρωσις κτηματολογίου κινητοποιεί, ως λέγεται κοινώς, την έγγειον ιδιοκτησίαν, διευκολύνει την μεταφοράν της κυριότητος από προσώπου εις πρόσωπον, ωσαύτως την υποθήκευσιν και επιβάρυνσίν της με άλλα εμπράγματα βάρη, πράγμα το οποίον δεν δύναται τις να χαιρετήση κατ’ αρχήν προκειμένου περί μικράς εγγείου ιδιοκτησίας. Την κινητοποίησιν όμως ταύτην δυνάμεθα να περιορίσωμεν δι’ άλλων μέτρων, εφ’ όσον την θεωρούμεν επιζημίαν εις την γεωργικήν παραγωγήν ή εις γενικώτερα συμφέροντα του λαού.

Η Ελλάς δεν κατώρθωσεν ακόμη να αποκτήση πλήρες κτηματολόγιον, καθ’ ον χρόνον άλλαι χώραι όπως π.χ η Γερμανία, η Αυστρία, η Γαλλία, η Ιταλία, η Ελβετία, η Δανία, η Τσεχοσλοβακία, παραδόξως δε και αυτή η Τουρκία έχουν τοιούτον, τινές μάλιστα από μακρού χρόνου. Η έλλειψις αύτη δεν θέτει μόνον εν αμφιβόλω την ακίνητον ιδιοκτησίαν παρ’ ημίν, δεν προξενεί μόνον μεγάλας αδικίας εκ συνεχιζομένων καταπατήσεων ξένων κτημάτων, αλλά και δυσχεραίνει την υποθηκικήν πίστιν, εκεί, όπου αύτη δεν βλάπτει, και καθιστά αδύνατον την επί δικαιοτέρων βάσεων ρύθμισιν της εγγείου φορολογίας, ήτις ουδέποτε από της ιδρύσεως του ελληνικού κράτους ηκολούθησε τον υπό της επιστήμης υποδεικνυόμενον δρόμον, κατά την τελευταίαν μάλιστα τριαντακονταετία κινείται μέσα εις κυριολεκτικώς χαώδη κατάστασιν.

Δια την κατάστρωσιν κτηματολογίου εν Ελλάδι εγένοντο εν τούτοις κατά καιρούς επανειλημέναι απόπειραι χωρίς δυστυχώς να στεφθούν υπό επιτυχίας. Η πρώτη εξ αυτών χρονολογείται από του έτους 1836 αν και δεν επρόκειτο τότε περί κτηματολογίου υπό την εκτεθείσαν έννοιαν, αλλά περί κτηματικών βιβλίων, προσομοιαζόντων προς τα πολύ βραδύτερον συσταθέντα βιβλία μεταγραφών, ήτοι περί επισήμων καταλόγων, εις ούς έδει να καταχωρισθούν όλα τα ιδιωτικά ακίνητα κτήματα. Το διάταγμα του 1836 δεν έτυχεν όμως ουδεμιάς εφαρμογής πράγμα που προήγαγεν όχι ολίγον την γαιοκτητικήν ακαταστασίαν της μετεπαναστατικής περιόδου. Ελάχιστα εξησθένισαν την ακαταστασίαν ταύτην τα κατά το ίδιον έτος 1836 εισαχθέντα βιβλία υποθηκών και αυτά δε τα μέχρι σήμερον υφιστάμενα βιβλία μεταγραφών εξησφάλιζον και εξασφαλίζουν μόνην την μετάβασιν της κυριότητος εν ζωή και τούτο εφ’ όσον ο μεταβιβάζων είναι κύριος, ουχί δε κατά την μεταβίβασιν αιτία θανάτου.

Η απόπειρα προς σύνταξιν κτηματολογίου επανελήφθη ικανάς δεκαετηρίδας βραδύτερον, το 1888, επί πρωθυπουργίας ΧΑΡ. ΤΡΙΚΟΥΠΗ και επ’ ευκαιρία εκπονήσεως γενικού επιτελικού χάρτου της χώρας. Συνέστη τότε πράγματι επιτροπή προς μελέτην του ζητήματος, εστάλησαν και δυο Έλληνες εις την αλλοδαπήν προς ειδίκευσιν εις τα κτηματολογικά, μετεκλήθησαν και Αυστριακοί ειδικοί οργανωταί της σχετικής υπηρεσίας, οι καρποί όμως υπήρξαν εντελώς ανάξιοι λόγου.

Το ζήτημα ανέκυψε μετά μίαν δεκαετίαν το 1898, ότε η κυβέρνησις ΑΛ. ΖΑΪΜΗ, μελετώσα τα μέτρα καταπολεμήσεως της σταφιδικής κρίσεως, ενόμισεν ότι έπρεπε να προαγάγη την υποθηκικήν πίστιν και προς τούτο απεφάσισε την εισαγωγήν του συστήματος των κτηματικών βιβλίων εις ολόκληρον την χώραν, αρχής γινομένης από τας σταφιδοπαραγωγικάς περιοχάς. Κατόπιν τούτου κατήρτισεν επιτροπήν προς εκ νέου μελέτην του ζητήματος του κτηματολογίου, μάλιστα υπό την προεδρίαν του ιδίου του πρωθυπουργού. Παραιτηθείσης όμως της κυβερνήσεως η σύνταξις κτηματολογίου περιέπεσε πάλιν εις λήθην. Το 1902, ανακινηθέντος του ζητήματος υπό του Κ. ΚΑΡΟΥΣΟΥ συνέστη νέα επιτροπή, ήτις και συνέταξε σχετικόν νομοσχέδιον περί εισαγωγής του συστήματος των κτηματικών βιβλίων. Ολίγον πρότερον είχε περατωθή ο αρχίσας το 1889 τριγωνισμός. Το νομοσχέδιον υπεβλήθη τότε εις την βουλήν, δεν έφθασεν όμως ατυχώς μέχρι της ημερησίας διατάξεως.

Ατελέσφορος παρέμεινε και τετάρτη απόπειρα, γενομένη το 1910 από κοινού με άλλα αναδιοργανωτικά μέτρα του κράτους μας επί της πρώτης κυβερνήσεως των φιλελευθέρων και καταλήξασα εις την ψήφισιν ειδικών νόμων οι οποίοι όμως δεν ηδυνήθησαν να τύχουν εφαρμογής.

Σημαντικώτερα βήματα προς τα εμπρός εγένοντο από του έτους 1917 και εφεξής εξ αφορμής, προκειμένου μεν περί αστικών ακινήτων της πυρκαϊάς της Θεσσαλονίκης, προκειμένου δε περί των αγροτικών της αποκαταστάσεως ακτημόνων καλλιεργητών εις μικροϊδιοκτήτας. Τα σχεδιαγράμματα που κατηρτίσθησαν δια τα απαλλοτριωθέντα και διανεμηθέντα κτήματα υπό των αρμοδίων τοπογραφικών υπηρεσιών της επιτροπής αποκαταστάσεως προσφύγων και της υπηρεσίας εποικισμού του υπουργείου γεωργίας αποτελούν ως προς το τεχνικόν των μέρος την βάσιν ενός κτηματολογίου. Δεδομένου δε ότι και το νομικόν μέρος είναι ήδη επί των διανεμηθέντων κτημάτων κατά μέγιστον μέρος ερρυθμισμένον, ημπορεί τις να είπη ότι εις τας περιοχάς της αγροτικής μεταρρυθμίσεως υφίσταται έν οιονεί κτηματολόγιον.

Αξία μνείας είναι και η μάλλον πρόσφατος προσπάθεια κτηματογραφήσεως των σταφιδαμπέλων κατ’ εφαρμογήν του αναγκ. νόμου 753/1937 περί μερικής εκριζώσεως σταφιδαμπέλων και τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των περί ΑΣΟ νόμων της 19-6-1937. Έν εκ των έργων της υπ’ αυτού συσταθείσης «επιτροπής εκριζώσεως και κτηματολογίου» είναι, πράγματι, η εποπτεία και η διεύθυνσις των εργασιών της κτηματογραφήσεως των κορινθιακών σταφιδαμπέλων και καταρτίσεως «κτηματολογίου». Το έργον της κτηματογραφήσεως ανετέθη εις τον αυτόνομον σταφιδικόν οργανισμόν, υποχρεωθέντα να περατώση τούτο εντός τριετίας από της ισχύος του νόμου.

Σπουδαίαν ώθησιν έδωκαν εις το έργον της κτηματογραφήσεως των αστικών και αγροτικών ακινήτων, αφ’ ενός μεν η το 1918 ίδρυσις εν τω Εθνικώ Μετσοβίω Πολυτεχνείω ανωτάτης σχολής τοπογράφων και αγρονόμων μηχανικών, ήτις υπήρξεν το φυτώριον, εξ ου προήλθεν το αναγκαιούν τεχνικώς μορφωμένον προσωπικόν, αφ’ ετέρου δε η σχεδόν σύγχρονος ίδρυσις παρά τη διευθύνσει δημοσίων έργων του υπουργείου συγκοινωνίας ιδιαιτέρας τοπογραφικής υπηρεσίας, περιλαβούσης και κτηματολογικόν τμήμα. Κατόπιν της υπάρξεως νυν του αναγκαίου τεχνικού προσωπικού επιβάλλεται η ταχυτέρα δυνατή συμπλήρωσις και ολοκλήρωσις του αρξαμένου έργου και η εκπόνησις ούτω πλήρους κτηματολογίου των αστικών και αγροτικών ακινήτων της χώρας μας. Αύτη δε να συνδυασθή με την κατασκευήν πληρεστέρου αγροτικού οδικού δικτύου, ωσαύτως μετά τον ανασχηματισμόν των αγροτικών κτημάτων, την συνένωσιν εις ενιαία ει δυνατόν, κτήματα των τήδε κακείσε εγκατεσπαρμένων κτηματιών του αυτού ιδιοκτήτου και γενικώτερον με την ανασύνταξιν, την ανασυγκρότησιν της αγροτικής εγγείου κτήσεως, όχι μόνον της προσφάτως δημιουργηθείσης αλλά και της μη θιγείσης εκ της τελευταίας αγροτικής μεταρρυθμίσεως.