Ιστορία των δημοσίων έργων της Ελλάδος (1828-1850)

Ευτύχιος Κοκκινόπουλος, ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΠΕΤΗΡΙΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ, 1935

Άποψη του Μυστρά (1830)


Κατά την ανεξαρτησίαν της Ελλάδος, εν έτει 1828, ουδέν έργον υφίστατο εις το νεοσύστατον κράτος. Ούτε οδοί, ούτε γέφυραι, πλην ελαχίστων τινών μικρών, ούτε λιμένες, ουδ’ ίχνος τι οιουδήποτε ετέρου δημοσίου έργου. Ολίγα μόνο δημόσια κτίρια υφίσταντο, άτινα εχρησιμοποίει η τουρκική διοίκησις, εις τινα πόλεις του κράτους, και ταύτα όμως πεπαλαιωμένα. Δεν υπήρχεν όμως ούτε διοίκησις, ούτε ειδική τις υπηρεσία και το κυριώτερον, ούτε χρήμα.

Το πρώτον δημόσιον έργον όπερ κατεσκευάσθη, ήτο η αμαξιτή οδός από Πύλου εις Μεθώνην, μήκους 11 χιλιομέτρων. Την οδόν ταύτην κατεσκεύασεν εν έτει 1828 ο στρατός του Μαιζώνος, όστις είχε την πρόθεσιν να επεκτείνη ταύτην μέχρι Κορώνης. Ανακληθέντος όμως του Μαιζώνος, ανεκόπη και η από Μεθώνης εις Κορώνην κατασκευή. Η οδός Πύλου – Μεθώνης όμως ελλείψει τροχηλάτων δεν εχρησιμοποιείτο, ένεκα δ’ ελλείψεως συντηρήσεως κατεστράφη, εις τρόπον ώστε όταν εν έτει 1878 απεφασίσθη η κατασκευή οδού, ουδ’ ίχνος της παλαιάς εσώζετο.

Μετά την άφιξιν του Καποδιστρίου εγενετο εν έτει 1829, το δεύτερον εν Ελλάδι έργον. Τούτο ήτο η κατασκευή τμήματος 5.325 μέτρων της οδού Ναυπλίου – Άργους, ήτις εστοίχισε 8.000 δραχμάς, ως προκύπτει εκ της εκθέσεως του συμβούλου επικρατείας Gubhard προς το υπουργείον των Εσωτερικών, υπό χρονολογίαν 25 Ιουλίου 1837.

Τα έργα ταύτα ήσαν απλαί ισοπεδώσεις.

Μετά την έλευσιν του Όθωνος ήρχισεν η οργάνωσις του κράτους υπό της Αντιβασιλείας, και η μέριμνα δια την εκτέλεσιν έργων και ιδία οδών. Τη 16 Αυγούστου 1833 εδημοσιεύθη ο πρώτος νόμος ο καθορίζων την κατασκευήν ενίων οδών. Κυρίως ειπείν δεν ήτο νόμος, ήτο μία απόφασις του βασιλέως «περί συστάσεως νέων οδών εις διάφορα μέρη του κράτους» ήτις απόφασις εδημοσιεύθη εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Η απόφασις αύτη είναι αξιοπερίεργος δια τα ονόματα των διαφόρων πόλεων. Ούτω η νυν Λαμία, ήτις ωνομάζετο τότε Ζητούνιον, μετωνομάσθη εις Λάμιαν, η Πύλος εκαλείτο Νεόκαστρον, το Καρπενήσιον Καλλιδρόμη, αλλαχού δε Καλλιδρόμιον, ο Πύργος της Ηλείας εκαλείτο Πύργος Τριφυλλιακός, η Σπάρτη Μισθράς κλπ.

Η απόφασις της 16 Αυγούστου 1833 είχεν ως εξής: «Ακούσαντες την γνώμην της επί των Εσωτερικών Γραμματείας, απεφασίσαμεν να επιχειρήσωμεν την οδοποιίαν των εφεξής οδών:

α) μιας οδού αγούσης εκ Πατρών δια Μισθρά (Σπάρτης) εις Γύθειον,

β) μιας εκ Νεοκάστρου δια Μεγαλουπόλεως και Τριπόλεως εις Κόρινθον,

γ) μιας συγκοινωνιακής οδού εκ Ναυπλίου εις την υπ αρ. β’ οδόν,

δ) μιας εξ Αθηνών δια Θηβών και Λεβαδείας εις Αγρίνιον, Αμβρακίαν και Βόνιτσαν,

ε) μιας εκ Θηβών εις Χαλκίδα,

στ’) μιας εξ Αμφίσσης (Σαλώνων) εις Λαμίαν (Ζητούνιον) και εις τα όρια της Τουρκίας,

ζ) μιας εκ Μεσολογγίου εις Αγρίνιον».

Η αυτή ως άνω απόφασις επέτασσεν όπως εντός 15 ημερών, το πολύ, αποσταλώσιν αξιωματικοί του μηχανικού σώματος «προς ακριβέστερον ορισμόν και σημείωσιν των ρηθεισών οδών και δια να ειμπορέση ν’ αρχίση η οδοποιία μετ’ ου πολύ».

Εν έτει 1835 (12/24 Νοεμβρίου) εδημοσιεύθη το διάταγμα «περί δημοσίου παραχωρήσεως των εργασιών οικοδομών κλπ. της κυβερνήσεως». Δι’ αυτού ωρίζετο ότι τα έργα εκδίδονται κατόπιν δημοσίου διαγωνισμού εις τον «μειολήπτην». Ωρίζετο ο τρόπος συγκροτήσεως των επιτροπών δημοπρασίας, η εγγύησις των εργολάβων, οι όροι υφ’ ους επετρέπετο η άνευ δημοπρασίας εκτέλεσις, ο τρόπος πληρωμής κλπ. Άξιον σημειώσεως είναι ότι και νυν έτι ο μόνος νόμος όστις υπάρχει δια τας επιτροπάς δημοπρασίας είναι το διάταγμα τούτο του 1835.

Κατά το 1836 (1/13 Δεκεμβρίου) εδημοσιεύθη το διάταγμα «περί επιτηρήσεως των δημοσίων οδών», το οποίον ήρχιζεν ούτω:

«Θεωρούντες την ανάγκην της εν καλή καταστάσει διατηρήσεως των δια τοσούτων δημοσίων δαπανών καατσκευασθεισών οδών από Αθήνας εις Πειραιά και από Ναύπλιον εις Άργος, ομοίως και των λοιπών εις άλλα μέρη του Βασιλείου, και θέλοντες να λάβωμεν πρόνοιαν ώστε αι μεν αποκατασταθείσαι συγκοινωνίαι να μη διακόπτωνται, το δε κράτος να απαλάττεται από τα περιττά έξοδα τα προς συντήρησιν των οδών,

Επί τη προτάσει της επί των Εσωτερικών Γραμματείας και τη γνωμοδοτήσει του Συμβουλίου Επικρατείας, αποφασίσαμεν και διατάτομεν τα εξής….»

Αι «τοσαύται δημόσιαι δαπάναι» δια τας οδούς περί ων εποιείτο λόγον το διάταγμα, αφεώρων την οδόν από Ναυπλίου εις Τίρυνθα, περί ης ανωτέρω εγένετο λόγος και δι’ ην εδαπανήθησαν 8.000 δρχ, την οδόν από Αγίας Τριάδος εις Πειραιά ήτις κατεσκευάσθη κατά τα έτη 1835 και 1836, μήκους 8 χιλιομέτρων, δι’ ην εδαπανήθησαν 126.277 δρχ., την οδόν από Καλαμακίου εις Κόρινθον, μορφωθείσαν προχείρως τω 1836 δια δαπάνης δρχ. 7.406,49, την οδόν από Χαλανδρίου εις αρχαία λατομεία Πεντέλης δια την μεταφοράν μαρμάρων, ήτις εστοίχισεν 9.993,38 δρχ., την κατά τα έτη 1835 και 1836 ισοπεδωθείσαν δια σκαπανέων στενήν βατήν οδόν μεταξύ Άργους και Τριπόλεως, ης η δαπάνη ανήλθεν εις 126.000 δραχμάς, και τέλος μικρόν τμήμα της απ’ Αθηνών εις Θήβας οδού, δαπάνης ελαχίστης, διότι δια την μέχρι του 1840 εργασίαν, δι’ ης επερατώθη το μέχρι Κιθαιρώνος τμήμα μήκους 58.252 μέτρων και την εν έτει 1843-1849 γενομένην δαπάνην δι’ αντικατάστασιν των ξυλίνων γεφυρών δια λιθίνων, εδαπανήθησαν εν όλω δρχ. 362.442,98.

Ώστε οι «τοσαύται δημόσιαι δαπάναι» περί ων ωμίλει το διάταγμα του 1836, ανήρχοντο εις δρχ. 277.676,87.

Δια του διατάγματος τούτου της 1 Δεκεμβρίου 1836, ωρίζετο ότι η άμεσος επιτήρησις των δημοσίων οδών θα ενηργείτο «από δύο προς το παρόν και περισσοτέρους ακολούθως, κατά τας ανάγκας επιστάτας, εκλεγομένους μεταξύ των αξιωματικών των πρώην ελαφρών στρατευμάτων και υπαγομένους εις τους αρμοδίους νομομηχανικούς, έχοντας υπό τας διαταγάς των οδοφύλακας, τόσον δια να επιμελώνατι την επισκευήν των οδών, όσον και δια την προφύλαξιν των από πάσαν ενδεχομένην βλάβην». Ακολούθως ωρίζοντο ποιναί δια τους βλάπτοντας τας οδούς ή παραβαίνοντας τους εν τω αυτώ διατάγματι ορισθέντας κανονισμούς.

Εις το διάταγμα τούτο συναντώμεν το πρώτον την λέξιν «νομομηχανικός» υπό την έννοιαν του διευθύνοντος τα έργα εκάστου νομού αξιωματικού του μηχανικού.

Εν έτει 1835 εδημοσιεύθη ο πρώτος νόμος «περί υγιεινής οικοδομών και πόλεων και κωμών» και μετά έν έτος εδημοσιεύθη ο νόμος «περί εκτελέσεως του σχεδίου της πόλεως Αθηνών», όστις είτα, κατά το 1842, επεξετάθη εις πάσας τας πόλεις και κώμας. Αι διατάξεις του νόμου τούτου ίσχυον μέχρι του 1923, ότε εγένετο νέος νόμος, συγχρονισμένος και σύμφωνος προς τας σημερινάς αντιλήψεις, συνηθείας και ανάγκας.

Εν έτει 1836 εδημοσιεύθη ο πρώτοις νόμος «περί διευθύνσεως των πολιτικών δημοσίων οικοδομών» δια του οποίου ωρίζετο ότι η ανωτάτη επιτηρησις των πολιτικών δημοσίων οικοδομών, απόκειται εις την επί των εσωτερικών γραμματείαν και εις το εν αυτή ιδιαίτερον «επί των οικοδομικών τμήμα». Καθωρίζετο είτα λεπτομερώς ο τρόπος συντάξεως των προϋπολογισμών κατασκευής ή επισκευής, ο τρόπος εκτελέσεως των έργων και πολλαί άλλαι λεπτομέρεια. Εννοείται ότι, συμφώνως προς το διάταγμα του 1836 και τον τότε λογιστικόν νόμον, δια να γίνη εργασία αξίας υπερτέρας των 3.000 δραχμών απητείτο νόμος.

Χαρακτηριστικόν είναι το άρθρον 52 του ανωτέρω διατάγματος της 26 Δεκεμβρίου 1836, το οποίον αφεώρα τους αρχιτέκτονας και όπερ έχει ούτω: «Κανείς των αρχιτεκτόνων δεν ημπορεί ν’ απολαύση σταθερόν διορισμόν, έως ότου ν’ αποδείξη αποχρώντως τας γνώσεις και την ικανότητά του, δι’ εξετάσεως γενομένης παρά τω επί των οικοδομικών τμήματι της γραμματείας. Η κυβέρνησις θέλει λάβη ακολούθως ευκαιρίαν να κατορθώση την απόκτησιν των θεωρητικών και πρακτικών τούτων γνώσεων εντός του Κράτους». Υπεδεικνύετο άλλαις λέξεσιν η ίδρυσις σχολής καταλλήλου δια την μόρφωσιν αρχιτεκτόνων, των τότε όντων πρακτικών προσλαμβανομένων υπό επιφύλαξιν.