Ιστορία ενός άτυχου ανθρώπου

Δημ. Γρ. Καμπούρογλου, Η δούκισσα της Πλακεντίας, 1925

Τα Ιλίσσια, το μέγαρο της Δούκισσας Πλακεντίας (1840)

Ιδού τίτλος άξιος να κοσμήση την επικεφαλίδα διηγήματος εκ του φυσικού. Πρόκειται περί μεγάλου καλλιτέχνου – η Αρχιτεκτονική ανήκεν άλλοτε εις τας ωραίας τέχνας – του Κλεάνθους. Θα ελησμονείτο δε και το επώνυμόν του μετά της υπάρξεώς του αυτής, αν δεν είχεν την καλήν ιδέαν μετά του συναδέλφου και φίλου του Γερμανού Schaubert, να κτίσουν οίκημα, το οποίον ως εκ της τελεσθείσης εν αυτώ εορτής της ιδρύσεως του πρώτου Πανεπιστημίου και διδασκαλίας σειράς μαθημάτων εν αυτώ να παραμείνη εις την μνήμην των μεταγενεστέρων ως το «Παλαιόν Πανεπιστήμιον του Κλεάνθους», διασώζον ούτω και το επώνυμον του Έλληνος καλλιτέχνου.

Ο Σταμάτιος Κλεάνθης ήτο Θεσσαλός. Εγεννήθη τω 1802. Καταταχθείς εις τον Ιερόν Λόχον του Αλεξάνδρου Υψηλάντου ηχμαλωτίσθη υπό των Τούρκων κατά την πανωλεθρίαν αυτού. Κατορθώσας να διαφύγη και να σωθή κατέφυγεν εις την Γερμανίαν από έρωτα προς τας καλλιτεχνικάς σπουδάς, προς ας από της μικράς του ηλικίας είχε δείξει καταφανή ιδιοφυίας σημεία. Εκεί ειργάζετο δια να ζήση. Έτη τινά κατόπιν επορίζετο τα σχετικά μέσα δια λογοτεχνικής εργασίας μήπω καθορισθείσης, και ήρχισε τότε να σπουδάζη Αρχιτεκτονικήν εις το Βερολίνον έχων συμμαθητήν τον Εδουάρδον Schaubert. Οι καθηγηταί του τον ηγάπησαν, αλλά και τον απεθαύμασαν. Ιδιοχείρως ο βασιλεύς της Πρωσσίας απένειμεν εις αυτόν το βραβείον των πρωτείων του κατά τας απολυτηρίους της Ακαδημίας εξετάσεις. Καίτοι μέλλον ευτυχές διηνοίγετο προ αυτού εν τη ξένη, εθεώρησε καθήκον του να έλθη εις την Ελλάδα του Καποδίστρια, δια να προσφέρη τας υπηρεσίας του. Ουδεμίαν δε ζητεί τότε αμοιβήν ελπίζων δι’ ιδιωτικών εργασιών να πορίζηται τα προς το ζην. Ο Καποδίστριας όμως πληροφορηθείς τα της αφίξεώς του μετά του φιλελληνικωτάτου Schaubert και τα της αξίας των, διέταξε να διορισθούν αμφότεροι «Αρχιτέκτονες της Κυβερνήσεως». Δια συναφούς δε Διατάγματος «προς ενθάρρυνσιν και ως δείγμα ευαρεσκείας απονέμει εις αυτούς μηνιαίως ανά 160 φοίνικας».

Τον Ιανουάριον του 1831 ότε ανεπισήμως επεσκέφθη ο Καποδίστριας τας Αθήνας, παρέλαβε μεθ’ εαυτού τους δύο αρχιτέκτονας. Επεσκόπησε μετ’ αυτών την ηρειπωμένην πόλιν και ανήλθεν επί της Ακροπόλεως. Έφυγε δε δους εις αυτούς την εντολήν να χαράξουν το σχέδιον των Νέων Αθηνών.

Κατά τα γεγονότα του 1832 ευρίσκομεν τον Σταμάτιον Κλεάνθην εις τας Αθήνας, όπου και νυμφεύεται.

Τω 1833 ανατίθεται εις αυτόν και εις τον Σάουμπερτ να χαράξη το πρώτον σχέδιον της πόλεως, μεταρρυθμισθέν κατόπιν υπό του Κλέντζε και κατόπιν παρά διαφόρων της εκάστοτε ισχυούσης πολιτικής μερίδος.

Τω 1834 έδωσεν εις Αθήνας τον όρκον του πολίτου.

Ο Κλεάνθης επαφήκεν ικανά δείγματα της αριστοτεχνίας του.

Το κατά την οδόν Σωκράτους μέγαρον της κοντέσσας Θεοτόκη, τα Ιλίσσια (το παρά τον Ιλισσόν δηλ. ανάκτορτον λεγόμενον) της δουκίσσης, τον εν τη Πεντέλη καστέλλον (chateau) της ιδίας, είναι έργα του.

Επίσης έργον του είναι η οικία Αμβροσίου Ράλλη, η κατόπιν και μέχρι σήμερον Αγγλική πρεσβεία, η Αγγλική εκκλησία και διάφορα άνευ αξιώσεων άλλα οικήματα.

Το αφιλοκερδές του ιδεολόγου καλλιτέχνου κατεδείχθη εκ του εξής γεγονότος. Είχεν εκτάσεις γαιών αποκτήσει περί το Μεταξουργείον και προς το Θησείον επί τη βεβαιότητι ότι εκεί που θα ιδρυθούν τα ανάκτορα του Όθωνος. Κατά την εγερθείσαν όμως κατόπιν συζήτησιν περί της καταλληλοτέρας θέσεως ο Κλεάνθης ετάχθη υπέρ της γνώμης του τοποθετήσαντος αυτά εις ήν ανηγέρθησαν ήδη θέσιν υποστάς ανεπανόρθωτον ζημίαν.

Ο Κλεάνθης ως προς τας καλλιτεχνικάς αντιλήψεις διεφώνησε προς τον επίσης διαπρεπή καλλιτέχνην, τον Αρχιτέκτονα Λύσανδρον Καυτανζόγλου. Η αντιγνωμία και η συζήτησις αυτών ικανά διδάσκει.

Το πρώτο Πανεπιστήμιο

Το «Καστέλλο» της Δούκισσας Πλακεντίας στην Πεντέλη

Το «Καστέλλο της Ροδοδάφνης» στην Πεντέλη

Πολλά γνωρίζων ο Κλεάνθης έν μόνον ηγνόει: ότι δεν είχε γεννηθή δι’ επιχειρήσεις.

Ούτω τω 1857 ευρίσκομεν αυτόν ενοικιάζοντα δια 90 έτη τα μαρμαρωρυχεία της Πάρου. Κατά τας δοκιμαστικάς του μάλιστα εργασίας ευρίσκει φλέβαν μαρμάρου πολύ ωραιοτέρας ποιότητος και του κατά την αρχαιότητα εν χρήσει. Θέλει τότε να καταρτίση Εταιρείαν. Θα έχη αύτη 600 μετοχάς προς 200 δραχμάς τιμωμένας. Θα τον συντρέξη και η Εθνική Τράπεζα. Μετά την κάλυψιν των εξόδων τα κέρδη θα διαμοιράζωνται εξίσου μεταξύ της Εταιρείας και του Κλεάνθους.

Θέλετε και επίλογον; Τον οφείλομεν εις την επιστολήν του βιογράφου του Schaubert:

«Ο Κλεάνθης περιήλθεν εις δυσχερή οικονομικήν κατάστασιν και τοι υπεστηρίχθη όσον το δυνατόν υπό του Schaubert»

Πού και πότε απέθανε; Τι απέγινεν η οικογένειά του;

Ιδού ερωτήσεις άνευ απαντήσεως επί του παρόντος.