Η χρήση του μαρμάρου στην οικοδομική

Θανάσης Βαφειάδης, Αδημοσίευτο



Η χρήση του μαρμάρου ως δομικού ή διακοσμητικού υλικού ήταν διαδεδομένη στους βυζαντινούς χρόνους, όπως πληροφορούμαστε από πλήθος ιστορικών πηγών. Οι βυζαντινοί λόγιοι και ιστορικοί αναφέρονται σε πολυτελείς οικίες περιβεβλημένες με «μάρμαρα, α εις πολυτελείας επίδειξιν κατακολλώσι τοις τοίχοις οι προς ταύτα διακεχηνότες», σε μακρές στοές «υποβασταζομένας υπό στύλων μαρμάρου εκ Νουμιδίας, Θεσσαλίας ή Αιγίνης» ή σε «γυμνάσια, δια ποικίλων μαρμάρων κεκοσμημένα». Εκτός από την επίστρωση τοίχων και δαπέδων, με μάρμαρο κατασκευάζονταν ή διακοσμούνταν και τα υπόλοιπα στοιχεία των βυζαντινών οικιών, όπως οι εξωτερικές κλίμακες, που μερικές φορές ήταν τόσο πολυτελείς ώστε οι ιδιοκτήτες των σπιτιών να αξιώνουν να θαυμάζονται γι αυτές, τα στηθαία που ονομάζονταν κοσμήτες ή οι κίονες, που πολλές φορές στήριζαν αψίδες. Μαρμάρινα ήταν και τα μίλια ή σημεία, οι στύλοι δηλαδή που απείχαν σταθερή απόσταση 1.000 βημάτων μεταξύ τους και ανέγραφαν την απόσταση από το κέντρο της πόλης. Η μεγαλύτερη χρήση μαρμάρινων αρχιτεκτονικών μελών γινόταν στα δημόσια κτήρια και στους ναούς καθώς και στα κοιμητήρια, όπου υπήρχαν επιτάφιες πλάκες, σταυροί ή γλυπτά κατασκευασμένα πολλές φορές από πολύτιμο μάρμαρο.

Οι βυζαντινοί τεχνίτες που αναλάμβαναν την επεξεργασία και τοποθέτηση των μαρμάρινων επενδύσεων, ορθομαρμαρώσεων και μαρμαροθετημάτων, ονομάζονταν μαρμαράριοι ή μαρμάριοι. Η εργασία τους περιελάμβανε το κόψιμο των πλακών, την ένωσή τους, την προσαρμογή τους στην ανάλογη επιφάνεια με τη βοήθεια συνδέσμων και την τελική τους επεξεργασία, την ομάλινσιν. Τα εργαλεία που χρησιμοποιούσαν ήταν το γονάτιον ή κανόνας, που ήταν ένας ξύλινος γνώμονας με τον οποίο τετραγώνιζαν ή ορθογώνιζαν τις μαρμάρινες πλάκες, το φουρμάριον και το μαρτέλλιν (σφυρί), με τα οποία τις έκοβαν και το κανόνιον που χρησίμευε στην ευθυγράμμισή τους.

Στα πρώτα χρόνια της τουρκοκρατίας που η οικοδομική δραστηριότητα ήταν περιορισμένη η λαϊκή λιθογλυπτική και η μαρμαροτεχνία απλά επιβίωνε χωρίς να ανθεί. Οι μαρμαράδες αποτελούσαν μέλη των οικοδομικών ισναφιών και ακολουθούσαν τους οικοδόμους για να κατασκευάσουν τα μαρμάρινα μέλη της οικοδομής ή τα διακοσμητικά ανάγλυφα. Πολλοί από αυτούς συνδύαζαν ταυτόχρονα την ιδιότητα του χτίστη και του μαρμαρά. Με την αναζωογόνηση των αστικών κέντρων η δράση των μαρμαράδων ξεπέρασε τα τοπικά όρια και οι ικανότεροι από αυτούς επέκτειναν τη δραστηριότητα τους σε μακρινούς τόπους φθάνοντας μέχρι την Κωνσταντινούπολη, τη Σμύρνη, τη βόρεια Βαλκανική, τη νότια Ρωσία και την Αίγυπτο. Ανάμεσα στα σημαντικότερα κέντρα μαρμαροτεχνίας που μετά τον 18ο αιώνα αναπτύχθηκαν στον ελλαδικό χώρο το σπουδαιότερο υπήρξε η Τήνος, που ανέδειξε τους πιο φημισμένους τεχνίτες επεξεργασίας μαρμάρου. Από τις οικογένειες αυτές των μαρμαράδων θα βγουν αργότερα κορυφαίοι εκπρόσωποι της νεοελληνικής γλυπτικής: αδελφοί Φυτάλη, Δ. Φιλιππότης, Γ. Βιτάλης, Γιαν. Χαλεπάς, Λ. Σώχος κ.ά.

Κατασκευάστηκε το 1823 από μάρμαρα της Πάρου και της Δήλου που μεταφέρθηκαν με καΐκια
Η Ευαγγελίστρια στην Τήνο από παριανό μάρμαρο.

Μετά την απελευθέρωση και μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα η ανοικοδόμηση της πρωτεύουσας και η ανέγερση μιας σειράς λαμπρών δημοσίων κτηρίων και εκκλησιών με κύριο δομικό υλικό το μάρμαρο καθώς και οι αναστηλώσεις των αρχαίων μνημείων, σηματοδότησαν την αναγέννηση της μαρμαροτεχνίας και την οδήγησαν στη μέγιστη ακμή της. Τα Ανάκτορα (1836-1843) υπήρξαν το πρώτο έργο μνημειακής κλίμακας στη νέα πρωτεύουσα και η ανοικοδόμησή τους υπήρξε πραγματικό σχολείο για τους Έλληνες μαστόρους: «Ειδικά οι μαρμαρογλύπτες για πρώτη φορά – ύστερα από πολλούς αιώνες – λάξευσαν ξανά τα αρχαία κομμάτια στην αυθεντική μορφή τους, καθώς φυσικά και τους ολόσωμους κίονες και τους ρυθμολογημένους θριγκούς στα αρχαιοπρεπή προστώα του οικοδομήματος». Εξάλλου, για το σκοπό αυτό επαναλειτούργησαν τα ιστορικά λατομεία της Πεντέλης με τα μάρμαρα των οποίων κατασκευάστηκαν πολλά από τα αξεπέραστα μνημεία της αρχαιότητας. Τα λατομεία αυτά ήταν 11 και ανήκαν στην ομώνυμη μονή η οποία τα ενοικίαζε ετησίως σε λατόμους ή τα παραχωρούσε δωρεάν όταν επρόκειτο να χρησιμοποιηθούν για την ανέγερση δημοσίων ή κοινωφελών κτηρίων. Από τις αρχές αυτής της περιόδου, όπως γράφει ο Α. Φλωράκης, και πολύ περισσότερο μετά την ίδρυση της έδρας γλυπτικής στο Πολυτεχνείο, το 1847, συντελέσθηκε η διάκριση ανάμεσα στον εμπειρικό μαρμαρογλύπτη – μάστορη και το σπουδαγμένο γλύπτη – καλλιτέχνη: «Η διάκριση αυτή σχετίζεται άμεσα για την ιστορία του νεοελληνικού μαρμάρου, με το τέλος μιας εποχής και την αρχή μιας άλλης. Από τις μεταβυζαντινές απαρχές μέχρι το 1830, η νεοελληνική μαρμαροτεχνία διανύει την πρώτη φάση της που την ονομάζουμε "λαϊκή λιθογλυπτική". Χαρακτηριστικά της, η χειροτεχνική οργάνωση, η προβιομηχανική τεχνολογία και το λαϊκό ύφος. Επιβιώσεις της προεκτείνονται και πέραν του συμβατικού αυτού χρονικού ορίου. Ωστόσο, από τη δεκαετία του 1830 η φάση αυτή θα δώσει τη θέση της σε δύο άλλα, παράλληλα εξελισσόμενα, συστήματα: την καλλιτεχνική γλυπτική και την εμπειρική μαρμαρογλυπτική. Η πρώτη εγκαθιδρύει ένα σύστημα ακαδημαϊκής τάξης, με αισθητικές προτεραιότητες και ανώτερες σπουδές γλυπτικής. Η δεύτερη παραμένει εμπειρική, με κυρίαρχα χαρακτηριστικά την ομαδικότητα και την πρακτική λειτουργία, αφίσταται όμως από το λαϊκό ύφος και στρέφεται προς μια νέα αγορά, εκείνη των αστικών αρχιτεκτονημάτων, των εκκλησιαστικών έργων και των επιτύμβιων μνημείων. Τεχνοτροπικά ακολουθεί τον εκάστοτε συρμό, περνώντας από τα λαϊκά και τα μπαρόκ στοιχεία στο νεοκλασικισμό και από αυτόν στο νεοβυζαντινό ύφος».

Κίονες από πεντελικό μάρμαρο στο πρόπυλο της Ακαδημίας

Η ολοένα αυξανόμενη χρήση του μαρμάρου οδήγησε την εποχή αυτή στην προσπάθεια αξιοποίησης των ελληνικών λατομείων, όπως της Πάρου, της οποίας τα «λευκότατα και αδαμαντολαμπή» μάρμαρα θεωρούνταν από τα καλύτερα του κόσμου. Την εκμετάλλευση των παριανών μαρμάρων επιχείρησε ανεπιτυχώς ο μεγάλος αρχιτέκτονας Στ. Κλεάνθης που συνεταιρίστηκε με τους τραπεζίτες Θ. Ράλλη και Ι. Έσλυν. Ο ανελέητος όμως ανταγωνισμός των Ιταλών, που εμπορεύονταν τα μάρμαρα της Καρράρας, η αδιαφορία της ελληνικής κυβέρνησης και η έντονη αμφισβήτηση από τον Λ. Καυτατζόγλου οδήγησαν το εγχείρημα σε αποτυχία. Σ’ αυτό συνέδραμε και η αδυσώπητη μοίρα που επεφύλαξε τραγικό θάνατο στον εμπνευστή του σχεδίου μέσα στο ίδιο το λατομείο, καθώς ένα λατόπι μαρμάρου έπεσε στο κεφάλι του οδηγώντας τον σε ακαριαίο θάνατο.

Τα μικρά μαρμαρογλυφεία με την εργαστηριακή οργάνωση κυριαρχούν μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα οπότε εμφανίζονται και οι μεγαλύτερες μαρμαροβιομηχανικές μονάδες, όπως διαβάζουμε στο βιβλίο του Α. Βερναρδάκη «Περί του εν Ελλάδι εμπορίου»: «Περί τα τέλη του 1882 συνεστάθη στα περίχωρα των Αθηνών εργοστάσιον, όπερ κατεργάζεται, σχίζει και στιλβώνει το μάρμαρον λίαν επιτυχώς και καταγινόμενον κυρίως εις τα τη επιπλοποιία χρήσιμα μάρμαρα, ανάλογα δε πράττει, κυρίως όμως δια οικοδομάς, έτερον μηχανικόν μαρμαρουργείον παρά τον Ιλισσόν». Σταδιακά οι βιομηχανικές αυτές μονάδες άρχισαν να εκτοπίζουν τα παραδοσιακά εργαστήρια και η τέχνη της μαρμαρογλυπτικής προσαρμόστηκε στη νέα εποχή με χαρακτηριστικό γνώρισμα πλέον τη χρήση βιομηχανικών εργαλείων, τουλάχιστον στο πρώτο στάδιο της επεξεργασίας.


Η εργασία των μαρμαράδων

Μαρμαράς επεξεργάζεται κιονόκρανο (Φωτ. της Nelly's)

Τα αντικείμενα της εργασίας των μαρμαράδων ξεκινούσαν από τα απλά εργαλεία –σκεύη καθημερινής χρήσης όπως οι σκάφες, τα γουδιά, καλούπια για το χύσιμο του σαπουνιού και επεκτεινόταν στις αρχιτεκτονικές κατασκευές, κοσμικές και εκκλησιαστικές. Στη λαϊκή αρχιτεκτονική μαρμάρινα στοιχεία ήταν τα υπέρθυρα και τα περιθυρώματα, στολισμένα πολλές φορές με φυλακτικά και αποτρεπτικά σύμβολα, οι φεγγίτες, που ήταν ειδική κατηγορία διάτρητων υπέρθυρων που κάλυπταν τοξωτά την είσοδο του σπιτιού, οι κτητορικές επιγραφές, οι βρύσες, τα στόμια των πηγαδιών. Στην εκκλησιαστική αρχιτεκτονική εκτός των μαρμάρινων δαπέδων υπήρχαν τα μαρμάρινα τέμπλα που ακολουθούσαν τα μορφολογικά και διακοσμητικά χαρακτηριστικά των αντίστοιχων ξυλόγλυπτων, οι άμβωνες, τα εικονοστάσια, τα καμπαναριά, οι ταφόπλακες με διάφορα χαρακτικά σύμβολα για τη ματαιότητα των εγκοσμίων ή στοιχεία για την ταυτότητα του νεκρού, οι σταυροί. Το πέρασμα στην νεοκλασική αρχιτεκτονική ανέδειξε περισσότερα μορφολογικά στοιχεία στις οικοδομές, που ήταν συνήθως κατασκευασμένα από μάρμαρα, όπως οι ιωνικοί κίονες, τα αετώματα, τα πλαίσια των ανοιγμάτων, τα γείσα και οι κορωνίδες, οι εξώστες και τα φουρούσια που τους υποβάσταζαν.

Η δουλειά του μαρμαρά ξεκινούσε από την προμήθεια των μαρμάρων, η οποία γινόταν συνήθως από τα κοντινά λατομεία. Ο μαρμαράς υπολόγιζε τον όγκο των μαρμάρων που απαιτούνταν για την εργασία που είχε αναλάβει και έδινε τη σχετική παραγγελία στον υπεύθυνο εκμετάλλευσης του λατομείου. Αφού γινόταν από τους λατόμους ο «κυβισμός», δηλ. η αρχική διαμόρφωση των μαρμάρινων πλακών, ο μαρμαράς μετέφερε την πρώτη ύλη στο εργαστήριό του. Μέχρι τα μέσα του 20ου αιώνα, οπότε άρχισαν να χρησιμοποιούνται συστηματικά τα φορτηγά αυτοκίνητα, η μεταφορά των μαρμάρων ήταν μια πολύ δύσκολη υπόθεση και επαφίονταν στις ράχες των υποζυγίων, τα οποία οδηγούσαν ειδικευμένοι αγωγιάτες. Πολλές φορές η μεταφορά γινόταν με ξύλινες σχεδίες που τις έσερναν βόδια ζεμένα στο ζυγό. Στο χώρο του εργαστηρίου η μετακίνηση των μαρμάρων ήταν εξίσου δύσκολη και γινόταν με κατρακύλια, λοστούς ή παλάγκο.

Η κατασκευή του μαρμάρινου αντικειμένου γινόταν βάσει σχεδίου που είχε συντάξει ο τεχνίτης και το οποίο ήταν πλήρως διαστασιολογημένο με υπολογισμένη την επιφάνεια και τον όγκο της κατασκευής. Τα σχέδια περιελάμβαναν όψεις, κατόψεις και τομές σε κλίμακα 1:10 ή 1:20 και επαναλαμβάνονταν στο ίδιο είδος κατασκευής ή επανασχεδιάζονταν με βάση τις προτιμήσεις και τις υποδείξεις του πελάτη.

Τα εργαλεία που χρησιμοποιούσε ο μαρμαράς ήταν η γωνιά για το σημάδεμα, ο μαντρακάς, που ήταν ατσάλινο κρουστικό σφυρί, η σμίλη ή σκαρπέλο ή κοπίδι για την απόξεση και τη χάραξη, εργαλεία με οδοντωτά άκρα για την ευθυγράμμιση, αρίδες, που ήταν λεπτά τρυπάνια, σμυρίγλι ή σμύριδα για το τρίψιμο, που στη σύγχρονη εποχή αντικαταστάθηκε με τα ηλεκτρικά σβουράκια. Η εργασία του ξεκινούσε με την ευθυγράμμιση της επιφάνειας, του «προσώπου» όπως λεγόταν καθεμιά από τις δυο πλατύτερες επιφάνειες, η οποία ελεγχόταν με το μάτι με τη βοήθεια δυο ξύλινων πήχεων παράλληλα τοποθετημένων. Ακολουθούσε το κόψιμο του μουρέλου, όπως ονομαζόταν η κατά μήκος πλευρά και του κεφαλιού, που ήταν η κατά πλάτος πλευρά. Στη συνέχεια ο μαρμαράς προχωρούσε σε δυσκολότερες εργασίες όπως η διαμόρφωση των ακμών, οι λοξές γλυφές, οι γλυφές κυματίων.

1965. Εργαστήριο μαρμαρογλυπτικής στην Αθήνα

Στα διάφορα εργαστήρια εκτός από τον ιδιοκτήτη που ήταν ο υπεύθυνος για την ποιότητα των προϊόντων και για τις συμφωνίες με τους πελάτες υπήρχε και ένας αριθμός εργατών που αμείβονταν με ημερομίσθιο ή μαθητευόμενων. Πολλές φορές η επιχείρηση κληροδοτούνταν από τον πατέρα στο γιο, ο οποίος μαζί με τα μυστικά της δουλειάς αποκτούσε και τα εργαλεία που ήταν σημαντικά οικογενειακά κειμήλια.

Προστάτης άγιος των μαρμαράδων είναι ο ιερομάρτυρας Χαράλαμπος, ο οποίος σύμφωνα με το συναξάρι του Νικόδημου του Αγιορείτη δεν ήταν μαρμαρογλύπτης, όμως μαρτύρησε σκληρά και γι' αυτό ίσως οι μαρμαράδες, που κυριολεκτικά υποβάλλονται σε μαρτύριο πελεκώντας το μάρμαρο, τον διάλεξαν για προστάτη τους.