Η τεράστια συμβολή των τοπογράφων στο έργο της αγροτικής αποκατάστασης των προσφύγων

Θανάσης Βαφειάδης, ΠΡΙΣΜΑ τ.13 Ιούνιος 2004


Στη μνήμη του Κώστα Κωνσταντινίδη

που διαφύλαξε στο βάθος της ψυχής του ως πολύτιμα τιμαλφή,

τον πόνο και το μεγαλείο της προσφυγικής γενιάς

που εξύψωσε στη συνείδηση του κόσμου το επάγγελμα του Τοπογράφου

συνδυάζοντας με θαυμαστό τρόπο την ακρίβεια των μετρήσεων

με την ευαισθησία στα προβλήματα και τις ανάγκες των απλών ανθρώπων


Πρόσφυγες καταφθάνουν στην Ελλάδα το 1922 (ΠΗΓΗ: The National Geographic Magazine)

Μετά το τέλος των βαλκανικών πολέμων προέκυψε δυσεπίλυτο το πρόβλημα των ομογενών προσφύγων οι οποίοι "εις διάστημα ολίγων ημερών εγκαταλείψαντες εις την τύχην πάσαν ακίνητον ιδιοκτησίαν, εκ δε της κινητής τα χρήματα μόνον και ολίγα οικιακά σκεύη περισώζοντες και εσπευσμένως δια των συνήθων μεταφορικών μέσων αποκομίζοντες προσέφευγον εις το Ελληνικόν έδαφος"[1]. Το έργο της προσωρινής στέγασης και περίθαλψης των κατά χιλιάδας αφικνουμένων προσφύγων ανέλαβε η Γενική Διοίκησις Μακεδονίας. Πρώτο της μέλημα ήταν η σύσταση επιτροπής για τη μελέτη του ζητήματος της εγκατάστασης και η λήψη μέτρων για τη γεωργική αποκατάσταση των προσφύγων που μπορούσαν να εργασθούν. Τον Απρίλιο του 1914 η συνεχιζόμενη ραγδαία αύξηση του προσφυγικού πληθυσμού οδήγησε στη δημιουργία ειδικής υπηρεσίας η οποία υπαγόταν στο υπουργείο Οικονομικών και ονομάστηκε "Κεντρική επιτροπή προς περίθαλψιν και εγκατάστασιν των εν Μακεδονία εποίκων ομογενών". Οι επιτροπές περίθαλψης και εγκατάστασης της παραπάνω υπηρεσίας διαιρέθηκαν σε διαχειριστικές και τεχνικές. Οι τεχνικές επιτροπές είχαν ως αντικείμενο τη μελέτη των χωριών στα οποία εγκαταστάθηκαν ή επρόκειτο να εγκατασταθούν πρόσφυγες και αποτελούνταν από έναν ιδιώτη που είχε ορισθεί ως πρόεδρος, ένα μηχανικό τοπογράφο, ένα μηχανικό οικοδόμο, ένα γεωπόνο και ένα γραμματέα.

Μετά την κατάρτιση των υπηρεσιών ακολούθησε η εγκατάσταση των προσφύγων σε εκτάσεις οι οποίες διακρινόταν κυρίως σε δυο κατηγορίες:

α. στις εκτάσεις που μέχρι το 1912 ανήκαν στο τουρκικό κράτος και κατόπιν περιήλθαν στο ελληνικό δημόσιο

β. στις εκτάσεις που εγκαταλείφθηκαν από τους Τούρκους και Βούλγαρους ιδιοκτήτες τους μετά την προσάρτηση στην Ελλάδα των Νέων Χωρών. Οι εκτάσεις αυτές περιήλθαν στην κυριότητα του ελληνικού δημοσίου με την έκδοση ειδικού νόμου, του 262/1914, ο οποίος χαρακτήρισε αυτά τα κτήματα ως αδέσποτα, αφού οι ιδιοκτήτες ή οι κάτοχοί τους δεν εκπροσωπήθηκαν επί ένα συνεχές εξάμηνο νόμιμα και έγκυρα δια πληρεξουσίων και δεν προσκόμισαν τους τίτλους τους για έλεγχο από ειδική επιτροπή[2].

Ο τρόπος διάθεσης των δημοσίων αγροκτημάτων καθώς και αυτών που περιέρχονταν στο κράτος με αναγκαστική απαλλοτρίωση ή αγορά από ιδιώτες, καθοριζόταν από το νόμο 350/ 31-10-1914 "περί εγκαταστάσεως των εποίκων ομογενών εν Μακεδονία και αλλαχού". Σύμφωνα με αυτόν οι αποκαθιστάμενοι "έποικοι ομογενείς" ή γηγενείς ακτήμονες λάμβαναν ίσους κλήρους μέχρις 120 στρεμμάτων. Εκτός από τον κλήρο τους παραχωρούνταν οικόπεδο για την ανέγερση οικήματος, γη για λαχανόκηπο και έκταση για κοινή βοσκή. Ειδική επιτροπή που μετέβαινε επί τόπου εξακρίβωνε τους δικαιούμενους αποκαταστάσεως, εκτιμούσε την αξία του κτήματος και όριζε ύστερα από πρόχειρη καταμέτρηση τον αριθμό αυτών που επρόκειτο να εγκατασταθούν. Για την οριστική εγκατάσταση γινόταν κανονική καταμέτρηση του κτήματος και συντασσόταν το σχετικό διάγραμμα. Μετά το τέλος της καταμέτρησης προβλεπόταν και η οριστική εγκατάσταση των δικαιούχων, με ευθύνη της παραπάνω ειδικής επιτροπής η οποία συνέτασσε έκθεση που υποβαλλόταν προς έγκριση στο υπουργείο Οικονομικών. Την έγκριση ακολουθούσε έκδοση διατάγματος και αυτήν διαδεχόταν η οριστική διανομή η οποία σε περίπτωση διαφωνιών μεταξύ των κληρούχων γινόταν με κλήρωση.

Η οριστική εγκατάσταση των δυο αυτών κατηγοριών δικαιούχων δεν ολοκληρώθηκε κυρίως εξαιτίας της έλλειψης τεχνικού προσωπικού, όπως τονίζεται σε σχετική έκθεση του υπουργείου Οικονομικών: "Η επί των κτημάτων τούτων εγκατάστασις εγένετο προσωρινή διότι η οριστική εγκατάστασις θα απήτει προκαταρκτικήν εργασίαν, ήτοι καταμέτρησιν, διαίρεσιν κατά ποιότητα και εκτίμησιν των γαιών, σύστασιν συνοικισμών δι ανεγέρσεως οικιών, όπου δεν υπήρχον τοιαύται ή δεν επήρκουν οι υπάρχουσαι κλπ άτινα πάντα και χρόνον μακρόν και προσωπικόν, ιδίως τεχνικόν, επαρκές απαιτούσι". Ποιος ήταν ο αριθμός αυτού του "ανεπαρκούς τεχνικού προσωπικού" και ποιο το επίπεδο γνώσης και ο βαθμός εμπειρίας του δεν το γνωρίζουμε επακριβώς. Επίσης είναι λίγες οι πληροφορίες μας για το μέγεθος των "γεωμετρικών εργασιών" που είχαν εκτελεσθεί στη χώρα μας μέχρι την πρώτη αυτή δεκαετία του 20ου αιώνα. Το σίγουρο είναι ότι ο βασικός πυρήνας των Ελλήνων τοπογράφων βρισκόταν στις τάξεις του στρατού και ειδικότερα στη Χαρτογραφική Υπηρεσία[3] καθώς και στα υπουργεία Οικονομικών, Δημοσίων Έργων και Συγκοινωνίας. Οι λιγοστοί αυτοί τοπογράφοι ήταν αδύνατο να προχωρήσουν σε πλήρη καταμέτρηση αυτών των εκτάσεων κατάφεραν όμως, όπως επισημαίνεται στην παραπάνω έκθεση, να ανταποκριθούν στο έργο που τους ανατέθηκε: "Δια την σκόπιμον διάθεσιν των χρησιμοποιηθέντων χωρίων και τσιφλικίων βεβαίως απητείτο εξακρίβωσις ου μόνον απλώς της συνολικής εκτάσεως των γαιών, αλλά ιδία και της εκτάσεως μιας εκάστης των καλλιεργουμένων και καλλιεργησίμων τοιούτων, το προσωπικόν όμως της Γεωμετρικής υπηρεσίας του Υπουργείου των Οικονομικών ήτο πλέον ή ανεπαρκές αριθμητικώς δια τοιαύτην εργασίαν, το δε εν Μακεδονία απεσπασμένον προς τούτο ελάχιστον εμειώθη έτι μάλλον ως εκ της μεταστάσεως αριθμού τινός Γεωμετρών εις τας τεχνικάς υπηρεσίας ετέρων υπουργείων. Εν τούτοις παρά τον περιορισμένον αριθμόν των εν Μακεδονία δημοσίων Γεωμετρών και των προσληφθέντων ελαχίστων τοιούτων ως εκτάκτων, αντιμετωπίσθησαν κατά το δυνατόν αι μάλλον επείγουσαι ανάγκαι της εγκαταστάσεως".

Πρόσφυγες στο Κιλκίς το 1916 (ΠΗΓΗ: K4Station)

Ο απολογισμός σε αυτήν την πρώτη φάση της αποκατάστασης των προσφύγων υπήρξε ιδιαίτερα θετικός. Μέχρι την 1η Ιουλίου 1915, 29.557 οικογένειες ή 117.487 άτομα εγκαταστάθηκαν σε 344 χωριά. Από αυτούς 536 οικογένειες (2.231 άτομα) στην πόλη του Κιλκίς και 3.304 οικογένειες (13.788 άτομα) συνολικά σε 52 χωριά της υποδιοίκησης Κιλκίς.

Η αρχική αυτή εγκατάσταση των προσφύγων δε συνοδεύτηκε με τη λύση του αγροτικού προβλήματος το οποίο αναζωπυρώθηκε κατά τη διάρκεια του Α' Παγκοσμίου πολέμου. Με την κήρυξη του πολέμου η Προσωρινή Κυβέρνηση έθεσε υπό μεσεγγύηση όλες τις εχθρικές περιουσίες στην Ελλάδα[4] και ταυτόχρονα με τη κατάθεση του νόμου 1072/1917 άνοιξε το δρόμο για τις απαλλοτριώσεις των μεγάλων τσιφλικιών. Η κατάθεση του νομοσχεδίου την περίοδο που ο εθνικός Διχασμός βρισκόταν στο αποκορύφωμά του συνοδεύτηκε από μεγαλόστομες διακηρύξεις υπέρ των αγροτών, όπως αυτή του Ανδρέα Μιχαλακόπουλου: "Δεν δυνάμεθα να αρνηθώμεν ότι την στιγμήν κατά την οποίαν ολόκληρος η ανθρωπότης κυλίεται εις το αίμα και παλαίει υπέρ των αιωνίων αρχών της ισότητος, της δικαιοσύνης και της ελευθερίας, δεν είναι επιτετραμένον να αφήνωμεν οικονομικώς υποδούλους τους αγρότας, οίτινες εμεγαλούργησαν κατά το 1912 και 1913, τους αγρότας προς τους οποίους ενδεχομένως θα αποταθώμεν δια να ζητήσωμεν παρ' αυτών νέας θυσίας". Ο νόμος 1072 απετέλεσε τη βάση της πολεμικής και μεταπολεμικής εποικιστικής νομοθεσίας. Με το νόμο αυτό επιδιώχθηκε η αποκατάσταση των ακτημόνων καλλιεργητών σε κτήματα του κράτους και σε μέρος των μεγάλων ιδιωτικών αγροκτημάτων που απαλλοτριωνόταν αναγκαστικά. Τα 2/3 κάθε μεγάλου ιδιωτικού αγροκτήματος απαλλοτριωνόταν και διανέμονταν και το υπόλοιπο παρέμεινε στους παλιούς ιδιοκτήτες. Οι αποκαθιστάμενοι σε μικροϊδιοκτήτες καλλιεργητές ενώνονταν υποχρεωτικά σε συνεταιρισμούς οι οποίοι μεσολαβούσαν μεταξύ αυτών και του κράτους[5]. Οι συνεταιρισμοί αναλάμβαναν επίσης και την προσωρινή κατανομή των γαιών προς εκμετάλλευση μέχρι την οριστική διανομή και καταμέτρηση του κτήματος.

Η σχεδιαζόμενη αποτύπωση και διανομή της γης επέβαλλε την αναδιάρθρωση της τεχνικής εκπαίδευσης. Το 1917 ιδρύεται στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο η Ανώτατη Σχολή Τοπογράφων Μηχανικών. Στις εισαγωγικές εξετάσεις που έγιναν το Δεκέμβριο του ιδίου έτους εισήχθησαν στη σχολή τοπογράφων 5 μόνο σπουδαστές, οι οποίοι μετά τη λήξη του πρώτου έτους μεταγράφηκαν όλοι σε άλλες σχολές του Πολυτεχνείου. Έτσι το ακαδημαϊκό έτος 1918-19, η Σχολή Τοπογράφων λειτούργησε με 1 μόνο σπουδαστή που μεταγράφηκε από τη σχολή Πολιτικών Μηχανικών[6]. Όμως στα επόμενα 15 χρόνια η Ανώτατη Σχολή Τοπογράφων Μηχανικών "εδημιούργησεν 160 διπλωματούχους Τοπογράφους Μηχανικούς, εκ των οποίων άλλοι μεν δια των γνώσεων και της πείρας αυτών είναι πολύτιμα στοιχεία της δημοσίας Υπηρεσίας, άλλοι δε εξελιχθέντες εις εμπειροτάτους εργολήπτας κτηματογραφικών και τοπογραφικών εργασιών εξύψωσαν το επιστημονικόν και πρακτικόν επίπεδον του κλάδου αυτών". Τα παραπάνω επισημαίνονται σε άρθρο[7] του Δημήτριου Λαμπαδάριου καθηγητή στην Έδρα Ανωτέρας και Κατωτέρας Γεωδαισίας από το 1916 και πρώτου Πρύτανη του ΕΜΠ από το 1929 μέχρι το 1933. Ο Λαμπαδάριος, υπήρξε επίσης ο πρώτος προϊστάμενος της Τοπογραφικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Συγκοινωνιών, η οποία ιδρύθηκε με το νόμο 1393 της 3ης Μαΐου 1919. Για τους λόγους ίδρυσης της αναφέρει χαρακτηριστικά: "Το Κράτος μας ησθάνθη την έλλειψιν κτηματολογίου ακόμη μίαν φοράν προκειμένου περί διανομής των μεγάλων αγροκτημάτων και αποκαταστάσεως των ακτημόνων καλλιεργητών. Μαζί με την ίδρυσιν του Υπουργείου Γεωργίας, ανέκυψεν επιτακτικώτερον το ζήτημα τούτο και ελήφθησαν τότε σχετικά μέτρα αφορώντα κυρίως εις την εκτέλεσιν του τεχνικού μέρους του κτηματολογίου της προσωρινής μορφής των αγροκτημάτων, ήτις μετά την διανομήν και αποκατάστασιν ήτο προωρισμένη να εκλείψη. Ιδρύθη και ωργανώθη κατά τρόπον όντως θαυμαστόν η Τοπογραφική Υπηρεσία του Υπουργείου Γεωργίας, ήτις και μέχρι ασχολείται με το ζήτημα τούτο".

Στο μεταξύ η αναταραχή στον αγροτικό κόσμο συνεχιζόταν προκαλώντας σοβαρές ανησυχίες στην τότε κυβέρνηση. Στις 14-12-1919 όταν συζητείται στη Βουλή ο νέος αγροτικός νόμος ο πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος διακόπτει τον αγορεύοντα βουλευτή Κ. Ζαβιτσιάνο με τις ακόλουθες λέξεις: "πρέπει να λάβετε υπ όψιν ότι η κατάστασις αυτή είναι εις όλον τον κόσμον. Η αξίωσις των αγροτών, οι οποίοι καλλιεργούν την γην, να την έχουν ιδιοκτησία τους, προέρχεται από βαθυτάτας δυνάμεις, αι οποίαι ενεργούν από μέσα από την γην, την οποίαν καλλιεργούν αυτοί οι άνθρωποι. Και πρέπει να λύσωμεν εγκαίρως αυτό, πριν επικρατήσουν αι άκραι αντιλήψεις". Ο νέος αγροτικός νόμος ήταν ο 2052/27-2-1920 που εκδόθηκε επί υπουργού γεωργίας Γεωργίου Καφαντάρη και ρύθμισε πληρέστερα την αποκατάσταση. Σύμφωνα με αυτόν οι δικαιούμενοι κλήρου κατατάχθηκαν κατά σειρά προτιμήσεως, οι κλήροι κατανεμήθηκαν σε διάφορες κατηγορίες, η διαδικασία της απαλλοτρίωσης καθορίστηκε κατ' απλούστερο και αποκεντρωτικό τρόπο. Τότε ιδρύθηκαν ιδιαίτερα διοικητικά δικαστήρια, οι λεγόμενες "επιτροπαί απαλλοτριώσεων" στις οποίες δόθηκε ευρεία δικαιοδοσία και έγιναν με την πάροδο του χρόνου το σπουδαιότερο εποικιστικό όργανο. Όμως η έλλειψη ασκημένου προσωπικού και η ανάγκη να συνεχισθεί ο πόλεμος με την Τουρκία δεν επέτρεψαν την ταχύτερη πρόοδο του εποικιστικού έργου.

Από το τέλος του 1920 όταν άλλαξε η κυβέρνηση ανεστάλη σχεδόν ολόκληρη η εφαρμογή της εποικιστικής νομοθεσίας και ανακλήθηκαν πολλά από τα παλαιότερα διατάγματα απαλλοτρίωσης των τσιφλικιών. Το νομοσχέδιο της κυβέρνησης Δημητρίου Γούναρη ψηφίσθηκε τροποποιημένο μόλις κατά τα μέσα του 1922 και ξεσήκωσε διαμαρτυρίες και εξεγέρσεις των δικαίως αγανακτισμένων αγροτών[8].

Πρόσφυγες το 1923 (Π.Πουλίδης)

Το πρόβλημα της αποκατάστασης των ακτημόνων καλλιεργητών ξανάρχισε με μεγαλύτερη ένταση από τις αρχές του 1923, επί επαναστατικής κυβέρνησης Στυλιανού Γονατά. Ήδη μετά τη μικρασιατική καταστροφή και την έλευση εκατοντάδων χιλιάδων αγροτών προσφύγων, που είχαν ανάγκη αποκαταστάσεως, το κέντρο βάρους από εποικιστική άποψη μετακινήθηκε στη Μακεδονία. Μπροστά στις επείγουσες συνθήκες που είχε να αντιμετωπίσει η επαναστατική κυβέρνηση πήρε μια σειρά αποφάσεις που υπερπηδούσαν τα συνταγματικά εμπόδια και αποσκοπούσαν στην ταχύτερη εξεύρεση πόρων ζωής για τους καταφθάνοντες πρόσφυγες και τους αποστρατευόμενους γηγενείς. Οι νέες κατευθύνσεις της εποικιστικής πολιτικής αντικατοπτρίζονται σε μια σειρά νομοθετικών διαταγμάτων[9] που μάλλον αποτέλεσαν μνημεία προχειρότητας: "Ο επιχειρών μια έρευνα επί των νομοθετημάτων ευρίσκεται προ πρωτοφανούς νομοθετικού κυκεώνος λόγω της εξαιρετικής σπουδής, με την οποία ελαμβάνοντο τα μέτρα ταύτα, της ελλείψεως της δεούσης προπαρασκευής δια μιαν μεγάλης ολκής κρατικήν εποικιστικήν ενέργειαν και της ευκολίας του νομοθετείν δι απλών διαταγμάτων, που κατηρτίζοντο κυριολεκτικώς επί του γόνατος, χωρίς κανένα έλεγχον και με την συνείδησιν ελαφράν ότι ενδεχόμεναι ατέλειαι και ελλείψεις θα ηδύναντο να θεραπευθούν ταχέως δια της ιδίας οδού [10]".

Την αποκατάσταση των γηγενών ακτημόνων ανέλαβε η "Υπηρεσία Εποικισμού του Υπουργείου Γεωργίας" και την αποκατάσταση των προσφύγων πραγματοποίησε κατά το μεγαλύτερο μέρος η " Επιτροπή Αποκαταστάσεως Προσφύγων". Η ΕΑΠ ήταν ένας αυτόνομος οργανισμός με διεθνή χαρακτήρα που προήλθε από το πρωτόκολλο της Γενεύης (29-9-1923) και διατελούσε υπό την προστασία αλλά και την εποπτεία της Κοινωνίας των Εθνών. Αποτελούνταν από 4 μέλη, από τα οποία 2 ήταν αλλοδαποί και 2 Έλληνες αντιπρόσωποι. Σύμφωνα με το παραπάνω πρωτόκολλο το ελληνικό κράτος έθεσε στη διάθεση της Επιτροπής Αποκαταστάσεως αρκετά σημαντικό ποσό το οποίο ανήλθε σε 13.000.000 περίπου λίρες στερλίνες. Επίσης το ελληνικό κράτος ανέλαβε την υποχρέωση να θέσει στη διάθεση της ΕΑΠ κατά πλήρη κυριότητα 5.000.000 στρέμματα γης κατάλληλης για καλλιέργεια. Για την εξεύρεση αυτής της έκτασης το κράτος προσέφυγε στα δημόσια κτήματα, σε ιδιωτικά κτήματα που απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά κυρίως όμως σε αγροτικά ακίνητα ανταλλάξιμα [11].

Η υπηρεσία της ΕΑΠ για την αγροτική αποκατάσταση διαιρέθηκε στη Γενική Διεύθυνση Εποικισμού Μακεδονίας (ΓΔΕΜ), τη Διεύθυνση Εποικισμού Θράκης και τη Διεύθυνση Εποικισμού Παλαιάς Ελλάδος, Ηπείρου και Νήσων. Την περίοδο αυτή ξεκίνησαν προσωρινές διανομές, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν από υπαλλήλους των εποικιστικών γραφείων. Κατά την αρχική αυτή χορήγηση των γαιών, παρουσιάσθηκε το φαινόμενο της πλεονεκτικής κατάληψης γαιών από επιτήδειους και γενικά της άνισης κατανομή τους. Αυτό οφειλόταν κυρίως στο γεγονός ότι η εγκατάσταση δεν είχε οριστικοποιηθεί και πολλοί από τους πρόσφυγες μετακινούνταν προς τους συγγενείς ή τους συμπατριώτες τους ή προς καλύτερες εκτάσεις. Έτσι δημιουργούνταν αραιώσεις και πυκνώσεις των αρχικών εγκαταστάσεων και προέκυπτε σωρεία προστριβών και διενέξεων. Ο CharlesHowland περιγράφει την κατάσταση αυτή ως εξής: "Δεν είναι εύκολο να ξεμπερδέψει κανείς σήμερα αυτό το κουβάρι. …Υπάρχει μια κατηγορία ανθρώπων που επωφελούμενοι από τη σύγχυση που δημιούργησαν οι διάφορες μεταναστεύσεις, από τη συνεχιζόμενη κατάσταση πολέμου ή από τις συνθήκες της εσπευσμένης ανταλλαγής, θεώρησαν σκόπιμο να οικειοποιηθούν τις εγκαταλειμμένες περιουσίες που καλύπτονταν από τίτλους ή πράξεις αμφίβολης νομιμότητας. Αυτή η κατάσταση των πραγμάτων έχει, όπως είναι φυσικό, αντίκτυπο στην ανάπτυξη ορισμένων από τις περιοχές του εποικισμού μας: συγκρούσεις ανάμεσα σε πρόσφυγες και ντόπιους καλλιεργητές, εμπόδια που μπαίνουν για να εμποδίσουν την καλλιέργεια της γης. Κι άλλες δυσκολίες επίσης έχουν την προέλευση τους σ' αυτές τις περιπλοκές και απασχολούν τις δημόσιες αρχές, χωρίς μέχρι τώρα να έχει βρεθεί η μέθοδος που θα διορθώσει τα πράγματα [12]". Εξαιτίας των παραπάνω λόγων επιβαλλόταν να γίνει η διανομή των γαιών κατά τρόπο έγκυρο, δίκαιο και οριστικό. Οι Διευθύνσεις Εποικισμού επέσπευσαν τις εργασίες διανομής των αγρών στηριζόμενες σε αξιωματικούς του ελληνικού στρατού και πρώην αξιωματικούς του τσαρικού στρατού που είχαν καταφύγει στην Ελλάδα. Έτσι, το 1926 στη Δυτική Μακεδονία συγκροτήθηκαν 15-20 συνεργεία από διάφορους εμπειροτέχνες με επικεφαλής τους έναν πρώην αξιωματικό απόφοιτο της Σχολής Ευελπίδων που είχε εξασκηθεί σε απλές τοπογραφικές εργασίες [13]. Τα συνεργεία εφοδιάστηκαν με ταχύμετρα, ορθόγωνα, ακόντια, μετροταινίες κλπ και απασχολήθηκαν με τη διανομή των εκτάσεων μεταξύ Κοζάνης και Αμυνταίου [14] από το 1926 μέχρι το 1930. Ανάλογες διανομές έγιναν σε χωριά της Αλμωπίας και της περιφέρειας Σερρών. Παρόμοιες εργασίες επιχειρήθηκαν και στις περιοχές της Θεσσαλονίκης και της Δράμας. Τα αποτελέσματα αυτών των εργασιών σύμφωνα με τον πρώην Διευθυντή της Κτηματογραφικής Υπηρεσίας Μακεδονίας - Θράκης Χρ. Παπαστράτο ήταν αποκαρδιωτικά: "Προσήρχοντο διάφοροι εμπειροτέχναι, ιδία Ρώσσοι εκ των καταφυγόντων ενταύθα, και με τας ολίγας θεωρητικάς γνώσεις ή εξάσκησιν που είχον, αυτοετιτλοφορούντο εις τοπογράφους, προσελαμβάνοντο και εξαπεστέλλοντο δι εργασίαν. Η κατάστασις των τοιούτων ατάκτων ήτο οικτρά. Κυριολεκτικώς ουδεμία εργασία εγίνετο και πολλοί των αυτοτιτλοφορουμένων τούτων τοπογράφων ως απατεώνες έπρεπε να χαρακτηρισθούν, διότι εν αγνοία εργασίας και συστήματος εσπατάλουν τον καιρόν, άλλος μεν εις το να κάμη γεωμετρικήν χωροστάθμισιν με χωροβάτην από τριγωνομετρικού σημείου εις έτερον, ίνα προσδιορίση την υψομετρικήν διαφοράν των, άλλος δε εις ανεξαρτήτους αποτυπώσεις εκ διαφόρων κατ' επιλογήν θέσεων, αγνοών την μεταξύ των στάσεων σύνδεσιν… Ουδεμία όθεν συστηματική εργασία ήτο δυνατόν να γίνη. Τα αυτά εγένοντο και εις την Δράμαν, όπου και εκεί ουδεμία τακτική εργασία έγινε, άλλ' όλαι αι μέχρι του 1927 γενόμεναι ευάριθμοι αποτυπώσεις, ως άτεχνοι και ατελέσταται, εκρίθησαν εντελώς άχρηστοι και απερρίφθησαν"[15]. Παράλληλα αναζητήθηκαν και άλλοι τρόποι εκτέλεσης των εργασιών όπως αυτός της εργολαβικής ανάθεσης: "Εδώ πλέον" συνεχίζει ο Χ. Παπαστράτος "η κατάστασις έφθασεν εις αξιοθρήνητον σημείον. Ο αγροτικός κόσμος εζήτει να διανείμη τας γαίας, όπου εγκατεστάθη και ελλείψει καταλλήλου τεχνικού προσωπικού προσεφέροντο να τον εξυπηρετήσουν διάφοροι επιτήδειοι έχοντες ανάγκην να εξεύρουν πόρους ζωής. Εδημιουργήθη ούτως μια ιδιότυπος τάξις καταμερητών και νέα τέχνη άγνωστος ως τότε. Η τάξις αύτη περιελάμβανε παντοίου είδους επαγγελματίας, ως μεσίτας, παντοπώλας κτλ οι οποίοι ανελάμβανον το οικονομικόν μέρος της εργολαβίας και εμπειροτέχνας πολύ εφευρετικούς δια νέα εργαλεία μετρήσεων, όπως ο διαβήτης του εδάφους, και άλλους πλέον τολμηρούς φθάνοντας, ώστε να κατασκευάζωσι και γωνιόμετρα από απλούν έλασμα". Επιπλέον η επιτροπή χωρικών η επιφορτισμένη για την εξεύρεση των χρημάτων και την παρακολούθηση της εργασίας ενεργούσε σχεδόν ανεξέλεγκτη. Αυτή φορολογούσε συνήθως τους κληρούχους και διαχειριζόταν τα χρήματα και διεύθυνε την όλη κατανομή των εκτάσεων. Δημιουργούνταν παράπονα, διαμαρτυρίες, κατακραυγές για ανωμαλία διαχείρισης, ανισότητα των χορηγούμενων εκτάσεων. Έως ότου η ΓΔΕΜ έκρινε ως μάταιες τις εργασίες αυτές και τις απαγόρευσε εντελώς.

Σε όλο αυτό το διάστημα η ΕΑΠ δεν έπαυε να μελετά λύσεις για την αποτύπωση και διανομή 5 εκατομμυρίων στρεμμάτων. Πειραματιζόταν με εργασίες αεροφωτογράφησης στην Αλμωπία, προσπαθούσε να δημιουργήσει συνεργεία στη Θεσσαλονίκη, τη Δράμα και την Καβάλα, μελετούσε ακόμη να μετακαλέσει ξένους Ελβετούς ή Αυστριακούς και να εκχωρήσει την εργασία αυτή σε εργοληπτική εταιρεία.

Στοχοφόρος με παραδοσιακή ενδυμασία

Το 1927 ο υπουργός Γεωργίας Α. Παπαναστασίου βλέποντας τις σποραδικές και ατελέσφορες εργασίες διέταξε την Τοπογραφική Υπηρεσία να στείλει ικανούς υπαλλήλους με επιστημονική γνώση και πείρα στην οργάνωση των εργασιών και στη συστηματοποίηση των καταμετρήσεων. Τους ανέθεσε την γενική εποπτεία των τοπογραφικών εργασιών Μακεδονίας και το δικαίωμα καθοδήγησης και ελέγχου όλων των συνεργείων. Η αποστολή αποτελέσθηκε από τον ελεγκτή Τοπογραφικής υπηρεσίας διπλωματούχο πολιτικό μηχανικό και πέντε βοηθούς του πρώην αξιωματικούς που είχαν τριετή τοπογραφική εξάσκηση στην υπηρεσία. Συγχρόνως τους δίνονταν και 10 συνεργεία, αποτελούμενα από εν ενεργεία αξιωματικούς που αποσπάσθηκαν για την ενίσχυση των τοπογραφικών εργασιών. Η αποστολή προχώρησε σε άμεση έρευνα και αντιλήφθηκε ότι όχι μόνο δεν γινόταν καμία συστηματική εργασία αλλά της ήταν αδύνατον να παρακολουθήσει, να καθοδηγήσει και να ελέγξει τις εκτελούμενες εργασίες. Το υπάρχον προσωπικό αποτελούνταν από εμπειροτέχνες χωρίς τις απαραίτητες γνώσεις και την απαιτούμενη εξάσκηση, τα συνεργεία ήταν πολύ λίγα και εντελώς ανοργάνωτα και το χειρότερο ήταν ότι η εργασία τους εξαρτιόταν από τη διάθεση των χωρικών γιατί χρησιμοποιούσαν εργατικό προσωπικό με τη μέθοδο της αγγαρείας. Η αποστολή για να εκτελέσει τον προορισμό της ζήτησε την διοικητική εξάρτηση του προσωπικού των συνεργείων, για να μπορεί να επιβάλλει όσα μέτρα έκρινε ικανά για τη συστηματική οργάνωση και καλή απόδοση.

Αποτέλεσμα των απόψεων και των υποδείξεων αυτών ήταν η συγκέντρωση του προσωπικού και των εργασιών κτηματογράφησης σε ένα ενιαίο τμήμα και η ίδρυση της Κτηματογραφικής Υπηρεσίας η οποία τέθηκε υπό τη διεύθυνση της παραπάνω αποστολής. Η ίδρυση της Κτηματογραφικής Υπηρεσίας έγινε με την υπ αρ. 62801 της 5/7/1927 Διαταγής του Γενικού Διευθυντού Εποικισμού Μακεδονίας. Με αυτήν δημιουργούνταν ιδιαίτερο τμήμα για τις καταμετρήσεις και τις διανομές της Μακεδονίας. Οι εργασίες της άρχισαν αμέσως και η ΕΑΠ παρακολούθησε με εξαιρετικό ενδιαφέρον την τάξη και τη συστηματική εργασία, έκρινε την επάρκεια της και ενέκρινε όλες τις απόψεις της, η κυριότερη από τις οποίες ήταν η πλήρης αποτύπωση και όχι η μερική των ανταλλαξίμων εκτάσεων, όπως επεδίωκε πριν. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η 24η έκθεση της ΕΑΠ της 16-11-1928 στην οποία παρουσιάζεται η πρόοδος των εργασιών αλλά και τα προβλήματα και οι δυσκολίες για την καταμέτρηση και τη διανομή των γαιών: "Η έκθεση υποβλήθηκε για να χρησιμοποιηθεί από την τοπογραφική μας υπηρεσία σχετικά με την καταμέτρηση και τη διανομή της γης μέχρι το τέλος Σεπτεμβρίου 1928 και περιλαμβάνει για τη Μακεδονία τα παρακάτω στοιχεία:

Γη που καταμετρήθηκε 6.939.676 στρ.

Γη που μετρήθηκε και διανεμήθηκε 803.241 στρ.

Από τα στοιχεία αυτά προκύπτει ξεκάθαρα, ότι παρά το γεγονός ότι η καταμέτρηση προχώρησε ικανοποιητικά, το ίδιο δε μπορεί να ειπωθεί για τη διανομή της γης και αυτό εξαιτίας της έλλειψης τεχνικού προσωπικού, αρκετά έμπειρου για την προαναφερθείσα εργασία. Η υπηρεσία μας είναι σε συνεννόηση με το υπουργείο γεωργίας ώστε αυτό να διατάξει την ενδυνάμωση του προσωπικού του, ειδικά σε υψηλόβαθμο μόνιμο προσωπικό. Από την άλλη μεριά σχεδιάζεται προς το παρόν να ελαττωθεί η τοπογραφική δουλειά και να επικεντρωθεί περισσότερο στη διανομή. Οι μεγάλης διάρκειας χειμερινοί μήνες είναι κατάλληλοι γι' αυτήν την απασχόληση σε στενή συνεργασία της υπηρεσίας αγρονόμων και της τοπογραφικής υπηρεσίας για να σχεδιάσουν τη διανομή αφού πολύ σύντομα θα έρθει η άνοιξη και θα πρέπει να προχωρήσουν στη διανομή της γης.

Μέχρι σήμερα αυτή η εργασία είχε διενεργηθεί σε εκτάσεις των εγκατεστημένων προσφύγων. Η επόμενη φάση θα αφορά ορεινές περιοχές όπου η εργασία παρουσιάζει μεγαλύτερη δυσκολία.

Στην Ανατολική και Δυτική Μακεδονία η εργασία διανομής είναι μερικές φορές πολύ δύσκολη και αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι υπάρχουν εκτάσεις οι οποίες παρόλο που περικλείονται από ιδιοκτησίες που έχουν παραχωρηθεί στους πρόσφυγες ανήκουν σε γηγενείς ή τουλάχιστον διεκδικούνται (δικαίως ή αδίκως) από αυτούς. Αυτή είναι η πιο περίπλοκη ερώτηση. Εγείρει προβλήματα πολλών ειδών τα οποία μπορούν να λυθούν μόνο από μια γενική και πλήρη αποτύπωση. Αυτό είναι και το ζήτημα που τώρα εξετάζουμε. Μια τέτοια απόφαση μπορεί να βοηθηθεί από την επίσπευση της κτηματογραφικής αποτύπωσης και τη θέληση να δοθεί άμεσα οριστικό τέλος στις συχνές διαμάχες ανάμεσα στους γηγενείς και τους πρόσφυγες και