Η πρασιάς λίμνη

Μιχαήλ Χρυσοχόος, Παρνασσός, 1893


Προς δυσμάς της Κερκινίτιδος λίμνης, εις απόστασιν 35 χιλιομέτρων περίπου, εκτείνεται το άνω μέρος της περιγραφείσης κοιλάδος, ήτις στενουμένη έχει προς βοράν το όρος Μπέλλες (Κερκίνην) εκτεινόμενον εξ ανατολών προς δυσμάς από του Στρυμόνος μέχρι του Αξιού προς νότον δε το όρος Καρά – Δάγ (Δύσωρον), την αυτήν έχον διεύθυνσιν από της Κερκινίτιδος μέχρι του Αξιού, όπου τα δυο όρη ενούνται δια του Τασλί Δάγ (Πετροβουνίου), όπερ φράσσει την κοιλάδα προς δυσμάς. Εις το άκρον αυτής είνε η λίμνη της Δοϊράνης, ήτις κατέχει το κατώτερον της κοιλάδος μέρος. Από της θέσεως δε Δουά – Τεπέ (λόφος δεήσεως) άρχεται η κοιλάς της Δοϊράνης και εκείθεν τα ύδατα, αντίθετον ροήν έχοντα προς δυσμάς, χύνονται εις την λίμνην της Δοϊράνης.

Ο γεωγράφος Μ. Χρυσοχόος (1834-1921)

Την θέσιν του όρους Κερκίνης και την ταυτότητα αυτού προς το σημερινόν Μπέλλες προσδιορίζει ακριβέστατα ο Θουκυδίδης, περιγράφων την εκστρατείαν του Σιτάλκους, βασιλέως των Οδρυσών, όστις «πορευόμενος κατά της Μακεδονίας διήλθε πρώτον δια των υπό την κυριαρχίαν του πόλεων, έπειτα δια του ερήμου όρους Κερκίνης, το οποίον είνε μεθόριον μεταξύ Σιντών και Παιόνων» (Θουκυδ. Β’ 98).

«Διήλθε δε αυτό δια της οδού, ην ήνοιξε, κόψας τα δάση όταν εξεστράτευσε κατά των Παιόνων και έφθασεν εις Δόβηρον την Παιονικήν δια του όρους, έχων δεξιά μεν τους Παίονας, αριστερά δε τους Σιντούς και τους Μαίδους» (Θουκυδ. αυτόθι). Η Κερκίνη και σήμερον ακόμη είνε δασώδης και αδιάβατος και μία οδός φέρει δια του όρους από της πεδιάδος της Στρουμνίτσης εις την της Δοϊράνης.

Το Δύσωρον όρος είνε αυτό το Καρά – Δαγ, άτινα εφύλαξαν υπό τουρκικήν γλώσσαν και την ιδιότητα του όρους: Καρά – Δαγ (μαύρο βουνό), Καρά Σου (μαύρο νερό). Και ενταύθα οι Τούρκοι δεν εννοούσι το μαύρον, αλλά το δύσκολον, το δυσδιάβατον και εν γένει το δυνάμενον να παρέξη δυσκολίας και κακόν τι. Οι Τούρκοι, οίτινες λέγουσι το κακόν αμέσως, αλλά περιφραστικώς πάντοτε, έχουσι πολλά Καρά Δαγ εν Ηπείρω και εν Θεσσαλία και αλλαχού υπό την αυτήν πάντοτε έννοιαν. Ούτω τους μεγάλους και δυσδιάβατους ποταμούς της Μακεδονίας, ονομάζουσιν Ιντζέ – Καρά Σού τον Αλιάκμωνα, Καρά – Ασμάκ τον Λουδίαν, Στρούμα Καρά Σου τον Στρυμόνα και Καρά Σου Τστάι τον Νέστον. Άπαντες δε οι ποταμοί ούτοι είνε μεγάλοι και κινδυνώδεις εις τους τολμηρούς διαβάτας.

Η Δοϊράνη στα τέλη του 19ου αι.

Ούτω λοιπόν υπό των ορέων περικυκλουμένη η λίμνη της Δοϊράνης, επί της μεσημβρινοδυτικής ακτής αυτής και εις τους πρόποδας του Τασλί Δαγ έχει την Δοϊράνην, πόλιν νεωτέραν, ήτις εφύλαξεν μέχρις ημών το αρχαίον της όνομα, και καθαρώτερον εις την τουρκικήν γραφήν διότι προφέρεται μεν Δόιραν, γράφεται όμως Δόβηραν. Προς βορράν αυτής μεταξύ της λίμνης και των βραχωδών υπωρειών του Τασλί Δαγ λαξευτή εις τινα μέρη και εις άλλα κτιστή, διέρχεται οδός αμαξιτή νυν, ήτις μετά μίαν ώραν φέρει εις ανοικτόν επικλινές επίπεδον και συναντά αμέσως μικρόν βραχώδη και μεμονωμένον λόφον επί τα λίμνης, ον αφίνει δεξιά, Μοναστήρι καλούμενον, φαίνονται δε απ’ αυτού αι βάσεις αρχαίου ναού ίσως. Έν τέταρτον πέραν τούτου απαντώμεν έτερον ευρύτερον λόφον, Τουπλέτσι καλούμενον, περιρρεόμενον υπό ρύακος, όπου και υδρόμυλος. Επ’ αυτού και πλησίον ευρίσκονται αρχαία τινα μάρμαρα επί τάφων τουρκικών διασωθέντα, διάφορα αρχαία νομίσματα και άλλα συντρίμματα αγγείων. Εις την θέσιν ταύτην οι κάτοικοι θέτουσι την παλαιάν Δοϊράνην (Δόβηρον) ορθώς νομίζω.

Εις την απέναντι της Δοϊράνης όχθην προς βορράν και ολίγον ανατολικώς κείται μικρόν χωρίον Πρες καλούμενον ιδιόκτητον. Ημίσειαν δε ώραν άνω τούτου προς βορράν και εις το μέσον περίπου της πεδιάδος υψούται φυσικός λόφος Σακί – Τεπέ καλούμενος (σκληρός λόφος). Προς ανατολάς τούτου συνέχεται γήλοφος δεύτερος και τρίτος χθαμαλώτεροι. Τον λόφον τούτον περιβάλλει ποτάμιον εκ των ορέων κατερχόμενον, όπερ διερχόμενον πλησίον του Πρες χύνεται εις την λίμνην επί των λόφων τούτων και εις τους πέριξ καλλιεργημένους αγρούς, οι κάτοικοι ευρίσκουσι πάμπολλα νομίσματα χρυσά, αργυρά και χάλκινα τα πλείστα, όλων των εποχών, δακτυλιολίθους και άλλα κοσμήματα, συντρίμματα δε κεράμων και αγγείων πάμπολλα. Και ταύτα μεν πάντα, ιδίως όμως η θέσις εμφαίνουσι την ύπαρξιν πόλεως μεγάλης και δη πλουσίας. Εκ της θέσεως ταύτης είνε άποπτα όλα τα πέριξ. Τα δε ανά την κοιλάδα και τους πρόποδας των κύκλω ορέων χωρία μικρόν απέχοντα αλλήλων και υπό δασών και πυκνής φυτείας περιβαλλόμενα, παρουσιάζουσιν απέραντον καταπράσινον και πεποικιλμένον τάπητα, εφ‘ ου η όρασις αναπαύεται. Εις τα διαυγή και αρυτίδωτα της λίμνης ύδατα κατοπτριζόμενη η πέριξ πρασινίζουσα φύσις, δίδει το χρώμα της εις την επιφάνειαν της λίμνης. Επί της θέσεως ιδίως ταύτης (Σακί – Τεπέ) ευρισκόμενος τις και την λίμνην μετά των πέριξ θεώμενος, είνε αδύνατον να μη αναφωνήση: ιδού η Πρασιάς. Και εάν παρά την Πρασιάδα λίμνην έκειτο και ομώνυμος τις πόλις, η θέσις είνε εξάπαντος αύτη.

Η Δοϊράνη το 1918 (K4Station)

Το σχήμα της λίμνης είνε στρογγύλον και έχει διάμετρον 7 ½ χιλιομέτρων και περίμετρον 24 ήτοι 5-6 ωρών περίπου, ώστε δεν είνε μικρά, ως τινες την υποθέτουσιν, αλλά μεγαλυτέρα τι της Κερκινίτιδος. Το μέγεθος της είνε μόνιμον, και ανεπαισθήτως έχει αυξομειώσεις. Ο πυθμήν της είνε αμμώδης και πετρώδης εις πολλά μέρη. Το βάθος της φθάνει μέχρις ένδεκα μέτρων, εις έν δε μέρος προς βορράν μεταξύ Τοπλέτσι και Πρες είνε το βάθος της μέγα, όπου και πηγή μεγάλη υπάρχει, διότι το ύδωρ κατά πυκνάς περιόδους βράζει, ως λέγουσι, και συμβαίνει τούτο κατά τους θερινούς μήνας συχνότερον. Και είνε τούτο ορθόν, ως φαίνεται, διότι το εξερχόμενον ύδωρ είνε πολύ περισσότερον του δια μικρών ρυακίων και πηγών εισερχομένου, όπερ ουδόλως εξαρκεί εις την εξάτμισιν αναλόγως της επιφανείας, ούσης 40 και πλέον τετραγωνικών χιλιομέτρων.

Εκροήν υδάτων τακτικήν και αένανον έχει εκ του μεσημβρινού μέρους, εκεί όπου ταπεινούμενον το Δύσωρον χωρίζεται εις δύο. Ποτάμιον Γκιολούν – Αγιαή (Πους λίμνης) τουρκιστί καλούμενον, αενάως ρέον, έχει δια μέσου του Δυσώρου την δίοδόν του. Η χαράδρα δι’ ης εξέρχεται ούσα βαθεία, στενή, πετρώδης και οδοντωτή εις μήκος τεσσάρων περίπου χιλιομέτρων, ομοία των Τεμπών και του εν Μακεδονία παρά την Αρέθουσαν Αυλώνος (Αρέτα Μπουγάζ) δεικνύει την δι’ αποτόμου κλονισμού βιαίαν του όρους διάσπασιν. Κατά την έξοδόν του επί της αριστεράς όχθης αυτού και της μεσημβρινής πλευράς του όρους είνε το μικρόν χωρίον Δοβρότσα. Δεν είνε και τούτο δευτέρα τις απήχησις της Δοβήρου με την Σλαβικήν κατάληξιν φτσα;

Ο ποταμός προς μεσημβρίαν ρέων, φαίνεται παρά το χωρίον Κιλινδίρ, όπερ αφίνει δεξιά. Ολίγον κάτωθεν αυτού (20’ της ώρας) επί της δεξιάς όχθης και εις την συμβολήν ετέρου ρύακος υψούται τεχνητός λόφος επίπεδος άνω, όπου και πέριξ αρχαίας οικήσεως σημεία φαίνονται (ίσως η Καλίνδρια).

Το ποτάμιον της Πρασιάδος διερχόμενον καθ’ οδόν και άλλα εκ των πέριξ ρυάκια εις απόστασιν τετράωρον προς μεσημβρίαν σχηματίζει την δίδυμον λίμνην του Αματόβου και της Χάρτζιανης εκ των παρακειμένων αυτή χωρίων, ήτις είνε στενή και μακρά. Περί το μέσον δε στενούται τόσον, ώστε και οδός διέρχεται και εις δυο ενίοτε χωρίζεται. Ταύτην συγχέουσι τινες προς την λίμνην της Δοϊράνης και άλλοι δεν την αναφέρουσι παντελώς. Παρά την ακτήν αυτής διέρχεται ο σιδηρόδρομος και δι’ αυτής το ποτάμιον της Πρασιάδος χύνεται εις τον Αξιόν ποταμόν παρά το χωρίον Αμάτοβον, την αρχαία Αμυδόνα, ως αλλού θα είπωμεν.

Μετά την περιγραφήν της λίμνης της Δοϊράνης και τον προσδιορισμόν των ορέων Κερκίνης και Δυσώρου, νομίζω ότι από τούδε δυνάμεθα να είπωμεν ότι αύτη είνε η του Ηροδότου Πρασιάς, ήτις έλη σχεδόν δεν έχη, περιβάλλεται όμως η μεσημβρινοδυτική παραλία και εις μέρος της βορείας ακτής ήτοι κατά τα 2/3 της περιφερείας της και εις πλάτος 200-800 και πλέον μέρων υπό πυκνών καλαμώνων, ενώ τα ύδατά της είνε καθαρά και διαυγή, οι δε κάτοικοι τα προτιμώσι των πηγαίων και μάλιστα τον χειμώνα. Γυναίκες και κοράσια εις χείρας των ή επ’ ώμου φέρουσαι τας υδρίας των, αφίνουσι τας εμβάδας των εις την ξηράν, ανασηκώνουσι τα φορέματά των μέχρι γονάτων και εισέρχονται 10-15 βήματα εντός της λίμνης, όπου γεμίζουσι τας υδρίας των, ενώ υπάρχουσι πολλαί βρύσεις ανά την πόλιν.