Η οδοστρωσία

ΑΣΤΥ 11-12 Φεβρουαρίου 1892

Η οδοστρωσία δεν είνε μόνον ζήτημα καλλωπισμού, αλλά πρωτίστως ζήτημα υγιεινής.

Οι πλείστοι πιστεύουσιν, ότι ο πηλός και ο κονιορτός των οδών, τα οποία ανακινούσιν οι πεζοπόροι, τα υποζύγια και αι άμαξαι, προξενούσι μόνον ακαθαρσίαν και ενόχλησιν. Οφείλομεν να διαλύσωμεν την πλάνην ταύτην. Ο πηλός και ο κονιορτός είνε εστίαι ποικίλων μολυσμάτων και αναθυμιάσεων συνεχώς ανακινουμένων και εξαπλουμένων υπό των διαβατών, των ζώων και των αμαξών. Οι διερχόμενοι δια μέσου ή πλησίον οδού λασπωμένης ησθάνθησαν πολλάκις δυσωδίαν. Ας ενθυμώνται ότι η δυσωδία αύτη είνε ασθένεια. Εννοείται ότι τα εκ του πηλού μιάσματα, όπως όλα τα μιάσματα, είνε ασυγκρίτω λόγω δραστικώτερα και επικινδυνότερα εις τας μεγαλουπόλεις ή εις τους μικρούς συνοικισμούς και εις τας εξοχάς. Διότι εν συνοικισμώ μεγάλω παν μίασμα ενούται μετ’ άλλων μιασμάτων, ευρίσκει δε άφθονον στάδιον καλλιεργείας εντός του οργανισμού των πολυπληθών κατοίκων.

Η οδοστρωσία έχει επομένως την μεγάλην χρησιμότητά της, και κατά συνέπειαν και τους επιστημονικούς κανόνας της. Οι αρχαίοι λαοί είχον γνωρίσει την οδοστρωσίαν, αλλ’ εις την νεωτέραν Ευρώπην μόλις προ εβδομήκοντα πέντε ετών ήρξατο η τελειοποίησις της οδοστρωσίας.


Αι διάφοροι οδοστρωσίαι

Γνωστόν, ότι τα κυριώτερα συστήματα οδοστρωσίας είνε η πλακόστρωσις (dallage), η μακαδαμική στρώσις (macadamisage, εκ του εφευρέτου αυτής Σκώτου Mac Adam ούτω καλουμένη), η ασφάλτωσις (asphaltage), το συγκόλλημα (τσιμέντο κοινώς καλούμενον παρ’ ημίν cimentage) και η ξυλόστρωσις.

Όλα τα διάφορα ταύτα συστήματα της οδοστρωσίας έχουσι τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα αυτών.

Δεν σκοπούμεν να εισέλθωμεν εις τεχνικάς λεπτομερείας περί εκάστου των συστημάτων τούτων. Εν Αθήναις μόνον του συστήματος μακαδάμ εγένετο χρήσις μέχρι τούδε. Παρατηρούμεν δ’ εν συνόψει, ότι το μακαδάμ , το οποίον δεν επέτυχεν ουδαμού εν Αθήναις μάλιστα απέληξε πάντοτε εις πλήρη λασπώδη και κονιορτώδη αποτυχίαν ένεκα της φύσεως αυτής του εδάφους. Άλλως τε παρ’ ημίν ομολογουμένως τα μακαδάμ εφηρμόσθη πάντοτε δι’ υλικού και δι’ εργασίας λίαν ατελών. Βέβαιον όμως είνε ότι και εκεί όπου εφηρμόσθη μεθ’ όλης της δυνατής τελειότητος, όπως εν Λονδίνω και εν Παρισίοις, απέτυχε πάντοτε, διότι ο πηλός και ο κονιορτός σχηματίζονται ταχύτατα με το σύστημα τούτο εις τρόπον ώστε η ανάγκη συνεχούς συντηρήσεως και επιδιορθώσεως καθιστά το μακαδάμ το δαπανηρότερον εκ των συστημάτων της οδοστρωσίας.


Τα ελαττώματα του συγκολλήματος

Το σύστημα του συγκολλήματος, το καλούμενον κοινώς παρ’ ημίν τσιμέντο, το οποίον φαίνεται έχον ήδη υπέρ εαυτού τινας των παρ’ ημίν θεωρουμένων ειδικών, δεν θεωρούμεν κατάλληλον. Φρονούμεν αληθώς ότι τόσον το σύστημα τούτο, όσον και όλα τα άλλα συστήματα της οδοστρώσεως, δεν εδοκιμάσθη εισέτι παρ’ ημίν δια της πείρας. Επομένως ουδεμία γνώμη θα είνε εντελώς ασφαλής εκ προοιμίων και εξ απλής θεωρίας ή και εξ αναλογίας εκ των αλλαχού δοκιμασθέντων. Το έδαφος και το κλίμα έχουσι μεγάλην επιρροήν επί του πολυσυνθέτου ζητήματος της οδοστρωσίας, το οποίον μόνη η δοκιμή δύναται να διασαφηνίση εις τας διαφόρους αυτού λεπτομερείας και να φέρη εις τον σχηματισμόν γνώμης πρακτικής και ασφαλούς. Ούτω εγνωρίσαμεν ήδη δια της πέιρας ακριβώς, ότι δι’ οιουδήποτε τρόπου και αν κατασκευάσωμεν το μακαδάμ, θα έχωμεν οδοστρωσίαν ατελεστάτην, λάσπην και κονιορτόν, ταχύτατα δε έδαφος ανώμαλον, και ταύτα μεθ’ όλην την μάλλον συνεχή και πολυδάπανον συντήρησιν και επιδιόρθωσιν.

Απέναντι των αμφιβολιών, αίτινες γεννώνται οσάκις γίνεται λόγος περί άλλων της οδοστρωσάις συστημάτων, νομίζομενην λοιπόν, ότι το μόνον ασφαλές κριτήριον είνε η πείρα.

Η πείρα αύτη δύνανται να γίνη, εάν τα διάφορα συστήματα εφαρμοσθώσιν επί τινων εκ των μεγάλων και κεντρικωτέρων οδών της πόλεως. Οιασδήποτε ελλείψεις και αν έχει έκαστον των εν λόγω συστημάτων, θα έχει πάντοτε και τινα θετικά πλεονεκτήματα, ώστε εν ουδεμιά περιπτώσει η δαπάνη θα αποβή άχρηστος. Η επί τινα καιρόν ποικιλία περί την οδοστρωσίαντων Αθηνών, ουδέν θα έχη το δυσάρεστον ή το παράδοξον, διότι άλλως εις όλας τας μεγαλοπόλεις της Ευρώπης ούτως εγένετο, και σήμερον ακόμη γίνεται.

Σημειωτέον δε, ότι σύστημα τι στρώσεως δύναται να είνε ακατάλληλον εις τινα μέρη μιας πόλεως, και κατάλληλον δι’ άλλα μέρη αυτής. Ούτω παραδείγματος χάριν το τσιμέντο είνε ακατάλληλον εις τας λεωφόρους, τας οδούς και όπου βαδίζωσι τα υποζύγια, διότι τα ζώα γλιστρώσιν επί του συγκολλήματος τούτου, ενώ είνε εύχρηστον και ωραίον εις τας πλατείας, ωσαύτως και τας γραμμάς των λεωφόρων, των αποκλειστικώς προωρισμένων εις τους πεζοπόρους.

Αλλά ταύτα λέγοντες, δεν εννοούμεν βεβαίως ότι πρέπει επί μακρόν να μένωμεν εν αμφιβολία περί του εν γένει καταλληλοτέρου δια τας Αθήνας συστήματος.

Πιστεύομεν μάλιστα, ότι εάν ειλικρινώς και άνευ πλαγίας προθέσεως κερδοσκοπικών σκοπών γίνει η δοκιμή, δεν θα βραδύνωμεν να πεισθώμεν περί του συστήματος, το οποίον δέον να έχη την προτίμησίν μας.

Είδομεν ότι το μακαδάμ απεδείχθη απανταχού ακατάλληλον. Η ασφάλτωσις επίσης απεδείχθη ακατάλληλος εις όλα τα θερμά κλίματα. Επομένως πιθανώτατα εις τας Αθήνας όπου η θερμοκρασία του εδάφους κατά το θέρος ανέρχεται ενίοτε εις πολλάς δεκάδας βαθμών του εκατονταβάθμου θερμομέτρου, το σύστημα τούτο θα είνε ακατάλληλον.

Η ξυλόστρωσις είνε σύστημα ωραίον, ευχάριστον και δια τους πεζοπόρους και δια τους οχουμένους, προκαλεί κρότον μέτριον, το οποίον θεωρείται πλεονέκτημα. Η ξυλόστρωσις εκτείνεται ήδη μεγάλως εν Παρισίοις. Δυστυχώς η κατασκευή και προ πάντων η συντήρησις του συστήματος τούτου είνε λίαν πολυδάπανος, απαιτεί μάλιστα συνεχή υπηρεσίαν συντηρήσεως. Ταύτα είνε πολύ ανώτερα των μέσων και της ικανότητός μας. Δια ταύτα η εκλογή παρ’ ημίν υφίσταται ήδη μεταξύ του συγκολλήματος ή τσιμέντου και της πλακοστρώσεως.

Το συγκόλλημα, λίαν εν χρήσει παρά τοις αρχαίοις έθνεσι και τελειοποιηθέν υπό των Ρωμαίων (λατινιστί coementum), είνε μίγμα τι εκ διαφόρων υλών και δια διαφόρων τρόπων κατασκευαζόμενον, και στερεώτατον. Συνήθως το συγκόλλημα τούτο κατασκευάζεται δια κεράμου τετριμμένης εις κόνιν μιγνυομένης μετ’ ασβέστου. Άριστα είδη συγκολλημάτων είνε το καλούμενον ρωμαϊκόν συγκόλλημα, το αμερικανικόν και άλλα τινα, άτινα σκληρυνόμενα προϊόντος του χρόνου αποκτώσι την στερεότητα του γρανίτου. Εις τα μεσημβρινά μάλιστα κλίματα, τα συγκολλήματα αποτελούσιν άριστον τρόπον στρώσεως, ιδίως δια τους εξώστας, τα υπερώα, τας μεγαλοπρεπείς εισόδους και διαδρόμους των μεγάρων και των δημοσίων καταστημάτων.

Το σύστημα τούτο έχει το πλεονέκτημα να καθαρίζεται ευκόλως, να μη συγκρατή ακαθαρσίας και μιάσματα. Δια το κλίμα μας είνε εν γένει άριστον εις πολλάς περιστάσεις το σύστημα τούτο, όπως άριστον σύστημα επίσης εις το κλίμα μας είνε η αμμοκονία και η μαρμαροκονία δια τους τοίχους, αντί των χρωματισμένων χαρτίων και των υφασμάτων, τα οποία κατ’ ανάγκην γίνονται παρ’ ημίν εστία ζωυφίων παντοίων. Δυστυχώς δια τας οδούς απεδείχθη εντελώς ακατάλληλον το σύστημα τούτο, διότι αποτελεί έδαφος λίαν γλυστερόν, εις τρόπον ώστε να καταστρέφει τους πόδας των ίππων, είνε δε επομένως και επικίνδυνον. Αλλ’ ως ελέγομεν ανωτέρω, δύναται να χρησιμοποιηθή λίαν επιτυχώς ου μόνον εις τας οικίας αλλά και εις πλατείας, εις επίπεδα επιχώματα δημοσίων περιπάτων, ως και εν γένει όπου δεν επιτρέπεται η κυκλοφορία εις τους ίππους.


Συμπέρασμα

Υπό πρακτικήν επομένως έποψιν το μόνο κατάλληλον διας τας πόλεις μας σύστημα φαίνεται η πλακόστρωσις. Είνε αύτη η απλουστέρα και η αρχαιοτέρα οδοστρωσία, της τεχνικής περιγραφής της οποίας δεν θέλομεν επιληφθή.

Δι’ ημάς έχει το πλεονέκτημα της σχετικής ευθηνίας, της διαρκείας, της ευχερούς διορθώσεως, της ευκόλου αφαιρέσεως και εκ νέου επιστρώσεως κατά τας ποικίλας και συχνάς ανάγκας υπογείων εργασιών εν Αθήναις, όπου ολόκληρον το υπάρχον σύστημα των υπονόμων δέον να καταστραφή και να οικοδομηθή νέον κατά τους κανόνας της τέχνης. Η λάβα είνε βεβαίως η αρίστη πλαξ υφ’ όλας τας επόψεις του χρώματος, της στερεότητος, της καταλληλότητος δια τους ίππους κτλ. Είνε άλλως η λάβα δεδοκιμασμένη δια της οδοστρώσεως πόλεως εξακοσίων χιλιάδων κατοίκων οία η Νεάπολις. Έκτοτε η αξιοσημείωτος οδοστρωσία της Πομπηίας είνε εκ λάβας.

Συμπεραίνοντες λοιπόν εν συνόλω αποφαινόμεθα υπέρ της πλακοστρώσεως δια λάβας.