Η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου στο Κιλκίς

Ξανθή Σαββοπούλου – Κατσίκη, Μεταβυζαντινές εκκλησίες στο νομό Κιλκίς


Σημείο αναφοράς για την πόλη του Κιλκίς αποτελεί ο ναός του Αγίου Γεωργίου που, κτισμένος στην κορυφή του ομώνυμου λόφου, δεσπόζει στην πεδιάδα που απλώνεται προς νότια και νοτιοδυτικά. Ο Νικόλαος Σχινάς, ταγματάρχης του μηχανικού, στις οδοιπορικές του σημειώσεις το 1886, όταν αναφέρεται στην πόλη του Κιλκίς, δεν διστάζει να συγκρίνει την εκκλησία του Αγίου Γεωργίου με την περίλαμπρη μονή του Δαφνίου Αττικής. Από την υπερβολική αυτή κρίση εύκολα συμπεραίνεται η σημασία της εκκλησίας, που ακόμη είναι στενά συνδεδεμένη με τους βαλκανικούς πολέμους και την απελευθέρωση της πόλης. Διάτρητο είναι τμήμα του τέμπλου της από τις σφαίρες.

Παρόλο που ανήκει στο συνήθη τύπο της τρίκλιτης ξυλόστεγης βασιλικής με γυναικωνίτη και ανοικτές στοές (χαγιάτια), παρουσιάζει ωστόσο αξιόλογα αρχιτεκτονικά και μορφολογικά στοιχεία. Είναι από τις μεγαλύτερες εκκλησίες της περιοχής και ανήκει στην κατηγορία των τρισυπόστατων ναών, στοιχείο σπάνιο και σημαντικό από λειτουργική άποψη. Οι όψεις της διακοσμούνται με εντοιχισμένες λιθανάγλυφες πλάκες και οι είσοδοι, νότια και δυτική, ορίζονται από καλοδουλεμένες λαξευτές πέτρες, που καταλήγουν στα μαρμάρινα θυρώματα με κυμάτια. Οι γωνίες της κύριας όψης, της νότιας, διαμορφώνονται με ημικίονες που στέφονται με γλυπτή διακόσμηση.

Στο εσωτερικό ο ναός διασώζει την αρχική του διακόσμηση. Το ξύλινο τέμπλο είναι ζωγραφιστό. Μερικές από τις εικόνες του είναι έργα ζωγράφων από την Κολακιά και κυρίως του Μαργαρίτη Λάμπρου. Στο στηθαίο του γυναικωνίτη εικονίζονται παραστάσεις από την Παλαιά Διαθήκη ενώ στις τοιχοποιίες του κεντρικού κλίτους, πάνω από τα τόξα των κιονοστοιχιών, παραστάσεις από τη ζωή του Χριστού. Ο δεσποτικός χρόνος και ένα προσκυνητάρι έχουν ξυλόγλυπτα τμήματα. Σημαντική όμως θέση στον εσωτερικό διάκοσμο του ναού κατέχουν τα ζωγραφισμένα ταβάνια που χρονολογούνται από επιγραφή στα 1879. Λεπτοί πήχεις δημιουργούν γεωμετρικά σχήματα (ρόμβους, τετράγωνα) σε εναλλασσόμενα διάχωρα. Αυτά είναι όμοια στα πλάγια κλίτη, διαφοροποιούνται όμως στο μεσαίο, όπου ο τεχνίτης με ιδιαίτερη επιδεξιότητα δίνει στο σύνολο ομορφιά και μεγαλοπρέπεια. Δεν είναι μόνο τα σχήματα που κάνουν επιβλητικό το σύνολο αλλά και το πλήθος των φυτικών και ανθικών μοτίβων, που ζωγραφίστηκαν ανάμεσά τους. Τα χρώματα που χρησιμοποιήθηκαν είναι βασικά τα γαιώδη. Το χοντροκόκκινο, η ώχρα, το βαθύ πράσινο και το μπλε, χρώματα που έκαναν χρήση οι ζωγράφοι των ταβανιών, τόσο των εκκλησιών όσο και των σπιτιών στο μακεδονικό χώρο στα χρόνια της τουρκοκρατίας.

Χρονολογικά η εκκλησία τοποθετείται στην τρίτη δεκαετία (περίπου 1830) του περασμένου αιώνα με βάση τη λατρευτική εικόνα του τιμώμενου αγίου που έχει επιγραφή με το έτος 1832.