Η αρχιτεκτονική προεξοχή «Το σαχνισί»

Νικόλαος Μουτσόπουλος, 1988


1848 ΓΙΑΝΝΙΤΣΑ. Πλατυμέτωπη κατοικία με χαγιάτι και σαχνισί (δεξιά) και κατάστημα με μπαγδατί σε λιθόκτιστη βάση (αριστερά). Σκίτσο του EdwardLear

Αρχιτεκτονικές προεξοχές, με διάφορες μορφές, υπάρχουν στην αρχιτεκτονική όλης της υδρογείου και διατηρούνται και επαναλαμβάνονται και επανεμφανίζονται συνεχώς στις μονοκατοικίες με όροφο, σε τμήμα ορόφου, στις κατοικίες με ορόφους, στους ή στα τμήματα των ορόφων, επάλληλα ή διαδοχικά. Είναι μια αρχιτεκτονική λύση που επιβιώνει και στη σύγχρονη αρχιτεκτονική ακόμη και με τριγωνικές μορφές, με μπετόν και γυαλί. Παραδείγματα μπορεί να δει κανείς σε όλα τα σύγχρονα αρχιτεκτονικά περιοδικά, σε όλα τα γεωγραφικά πλάτη της γης, από την Ιαπωνία μέχρι το Περού.

Στην πατρίδα μας συνηθίζεται η προεξοχή και σε μονοκατοικίες και σε εξοχικές κατοικίες και σε μονώροφα και πολυώροφα κτίσματα. Για τον χαρακτηρισμό της αρχιτεκτονικής αυτής προεξοχής έχει επικρατήσει, παντού σχεδόν, ο γερμανικός τεχνικός όρος Erker.

Χρειάζεται όμως προσοχή, γιατί όλες οι αρχιτεκτονικές προεξοχές δεν έχουν πάντα τις προϋποθέσεις για να χαρακτηρισθούν ως Erker, όπως τα bay windows που συνηθιζόταν πολύ στην αρχιτεκτονική του νεοκλασικισμού σε ευρύτατες περιοχές της υδρογείου ή τα δρύφακτα (mucharabies).

Οι αρχιτεκτονικές όμως προεξοχές επηρέασαν ιδιαίτερα την παραδοσιακή αρχιτεκτονική του βαλκανικού και μικρασιατικού χώρου και συνέβαλαν αποφασιστικά στη δημιουργία ενός ιδιαίτερου αρχιτεκτονικού ρυθμού που κατά περιοχές και κράτη έχει λάβει ποικίλες ονομασίες.

Και στα μοναχικά παραδείγματα σπιτιών, στην ύπαιθρο και στα χωριά, αλλά και στους στενούς δρόμους των παλιών πόλεων, ορισμένα λειτουργικά στοιχεία της οικοδομής βλέπουμε να επιδρούν αποφασιστικά με την κατασκευή τους και να χαρακτηρίζουν την αρχιτεκτονική, τον τύπο και τελικά τη μορφολογία της κατοικίας.

Πρόκειται για τις προεκτάσεις, τις προεξοχές εξωτερικών χώρων ή αντίθετα τις εσοχές. Οι συνδυασμοί που προκύπτουν από τη λογική και τη παράδοση είναι πολλοί και χαρακτηρίζουν την τυπολογία και τη μορφολογία της μεταβυζαντινής λαϊκής αρχιτεκτονικής. Συνήθως τους χώρους που προεξέχουν ονομάζουν σαχνισιά και τους ημιυπαίθριους χώρους χαγιάτια. Οι ονομασίες αυτές είναι οι επικρατέστερες. Παράλληλα όμως συναντούμε, κατά περιοχές, και άλλες ορολογίες.

Στο ερώτημα: ποια ανάγκη γέννησε και ποια πρακτική χρησιμότητα υπηρετούν αυτοί οι χώροι, τα σαχνισιά, απαντάει ο αείμνηστος ακαδημαϊκός Αντ. Δ. Κεραμόπουλος, ότι τα πλεονεκτήματα «γνωρίζει όστις απήλαυσε της θεαματικής αναπαύσεως και δρόσου αυτών. Αύται [αι προεξοχαί], έχουσαι τρεις πλευράς, εισάγουσιν ήλιον εις την οικίαν και δύο αντιθέτους ανέμους, ούς άλλως θα ηδύνατο να στερήται η οικία, αν ήθελε τύχει να είναι συνεσφιγμένη εν απροσφόρω οικοδομική γραμμή, ως συχνά συμβαίνει».

Αλλά η δημιουργία της προεξοχής του σαχνισιού είχε και λόγους κοινωνικούς, γιατί «δια της προσθήκης εντός των δρυφάκτων (=σαχνισιών) τούτων καταλλήλου ανακλίντρου μεταβάλλεται το σύνολον εις πρώτης τάξεως θεωρείον, από του οποίου οι ένοικοι απολαύουσιν αβιάστως του αεί μεταβαλλομένου θεάματος της οδού, χωρίς να απομακρύνωνται εντελώς πάσης οικιακής ασχολίας».

Σήμερα πια το σπουδαίο αυτό στοιχείο της οικοδομής έχει εξαφανιστεί. Το θλιβερό είναι ότι δε χάθηκε από κάποιους λόγους εσωτερικής ανάγκης, από την εξέλιξη της εσωτερικής λειτουργίας και των συνθηκών ζωής, αλλά καταργήθηκε από τη νέα νομοθεσία που επέβαλαν οι Βαυαροί στο νεοσύστατο ελληνικό βασίλειο και που εμπόδιζε τη δημιουργία του. Η απουσία όμως από τις μεσημβρινές περιοχές της χώρας οφείλεται στις καταστροφές που έγιναν κατά τη διάρκεια του αγώνα για την απελευθέρωση.

Τον αρχικό εκείνο βαυαρικό νόμο ακολούθησαν και άλλοι νεότεροι, που αναφέρονται σε συγκεκριμένα σχέδια πόλεων. Κανένας όμως δεν πρόβλεψε τη δυνατότητα κατασκευής των προεξοχών. Έτσι οι νεωτερισμοί των Βαυαρών, όπως ο νεοκλασικισμός, εμπόδισαν αποτελεσματικά τη νέα αρχιτεκτονική να συνεχίσει τους οικείους παραδοσιακούς τρόπους και τις συνήθειες της μεταβυζαντινής κοινωνικής ζωής που διασώθηκαν κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας.

Το σπίτι του σιορ Μανωλάκη στη Βέροια. Προοπτικό

Λεχώνια. Πυργόσπιτο με σαχνισί στον όροφο

Αρχοντικό Σαπουντζόγλου στη Βέροια. Αξονομετρικό


Η λέξη σαχνισί (το) και σαχνισίν (ι) (τα σαχνισίνια) είναι περσική. Shah neshin (το κάθισμα του σάχη). Τη μεταχειρίζονται όμως και οι Τούρκοι όπως και τόσες άλλες περσικές και αραβικές λέξεις, στην οικοδομική τους, ιδίως, ορολογία: sahnis, sahnisin, sehnisin και σημαίνει τη μικρή προεξοχή για να καθίσει κανείς και να δει έξω. Όταν η προεξοχή καταλαμβάνει μεγάλο μέρος της προσόψεως, τότε λέγεται cumba.

Επειδή έχουν γίνει πολλές παρεξηγήσεις στην ορολογία, στην κατασκευή, στην τυπολογία, αλλά και στη μορφολογική ανάλυση των διαφόρων αρχιτεκτονικών προεξοχών, πρέπει από την αρχή να προσπαθήσουμε, με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη σαφήνεια να τις διακρίνουμε.

Πρώτα θα πρέπει να γίνει κατανοητό πως κάθε προεξοχή δεν είναι σαχνισί. Μπορεί να χαρακτηρισθεί ως σκεπαστός εξώστης, ως στεγασμένο μπαλκόνι. Μπορεί να έχει όλα τα χαρακτηριστικά ενός αυθεντικού σαχνισιού, όμως δεν πρέπει να χαρακτηρισθεί σαχνισί, γιατί οι εξωτερικές πλευρές του είναι ανοιχτές και δεν είναι φραγμένες με σανίδες ή με μπαγδατί.

Τη διαφορά ανάμεσα στους δυο αρχιτεκτονικούς τύπους προεξοχής διακρίνουμε ξεκάθαρα στην ιστορική μονή του Τιμίου Προδρόμου κοντά στις Σέρρες. Στον ανώτερο όροφο του μεσημβρινού εξωτερικού περιβόλου της μονής, κατά εποχές, έχουν προστεθεί ή προεκταθεί διάφοροι χώροι κελιών με κάθε δυνατό τρόπο κατασκευής και λειτουργίας αναζητώντας εναγώνια περισσότερο φως και ήλιο. Με μεγαλύτερη ασφάλεια όμως μπορούμε να μελετήσουμε τους τρόπους που οι ανάγκες για προεξοχές των διαφόρων ικανοποιούνταν στα περισσότερο πρωτόγονα και λαϊκά παραδείγματα, που άφθονα υπάρχουν ακόμα στον τόπο μας.

Το πιο τυπικό παράδειγμα εξωστών, και μάλιστα επάλληλων, μας το δίνει η μονή της Σιμωνόπετρας στον Άγιον Όρος. Εδώ αξίζει να σημειώσουμε ότι οι επάλληλοι εξώστες προστέθηκαν στο βαρύ πυργοειδή κορμό των κελιών της μονής σε πολύ νεότερα χρόνια, γιατί έχουν σωθεί απεικονίσεις της μονής του 18ου αιώνα χωρίς τους εξώστες. Οι γραμμικοί και επάλληλοι εξώστες της Σιμωνόπετρας δεν είναι βέβαια σαχνισιά.

Δεν πρέπει, τέλος, το σαχνισί να συνδέεται με το άλλο σπουδαίο αρχιτεκτονικό στοιχείο της οικοδομής, που αναφέραμε, το χαγιάτι. Και στην ορολογία και στη μορφολογική εξέλιξη του χαγιατιού υπάρχουν μεγάλες συγχύσεις. Χαγιάτι είναι και η εσωτερική (ισόγεια) αυλή, συνήθως πλακοστρωμένη που κάποτε ονομάζουν ισόγειο χαγιάτι. Συνήθως όμως χαγιάτι ονομάζουν τον ημιυπαίθριο χώρο στον όροφο του σπιτιού. Το χώρο δηλαδή που δεν φράσσεται στην όψη με οποιασδήποτε μορφής ανοίγματα αλλά είναι ανοιχτός συνήθως από τη μια πλευρά, προς την εσωτερική αυλή, αλλά και σε γωνιακό χώρο βλέπουμε χαγιάτια, όπως και σε όλη την όψη ελεύθερα και από τις τρεις πλευρές. Κάποτε χαγιάτι ονομάζουν και το σκεπασμένο εξώστη. Λέγεται και ηλιακός, ντηλιακός, λιακός, λιακωτό και δοξάτος. Από τις τοξοστοιχίες των ξύλινων κιόνων (μία ή δυο σειρές), ανάλογα με το βάθος του έλαβε το όνομα τοξάτον, ή εξάτον, αξάτο, ξάτο. Αυτό αποδεικνύεται και από το ότι χαρακτηρίζεται το σωλάριον «ως εξοχή του εξάτου». Πρόκειται για έναν πολύτιμο χώρο, όπου περνούσε ένα μεγάλο μέρος της ζωής των κατοίκων, όπου συνέχιζαν συχνά και τις εργασίες της υπαίθρου (επεξεργασία και στέγνωμα καπνών), αλλά και ύφαιναν και μαγείρευαν, γι’ αυτό σε μια γωνιά είχε συχνά και ημιυπαίθριο τζάκι.

Μια προσεκτική παρατήρηση εξηγεί τη μεταφορά της ονομασίας της εσωτερικής αυλής (του χαγιατιού) στον ημιυπαίθριο χώρο του ορόφου. Ήδη στα αρχαία πλατυμέτωπα σπίτια της Ολύνθου επισημαίνουμε το εσωτερικό αίθριο μεταφερμένο, με τυπική μορφή χαγιατιού, στον όροφο, όπως ακριβώς συμβαίνει και στην παραδοσιακή αρχιτεκτονική.

Την πολύτιμη παρουσία του δοξάτου, του χαγιατιού, παρατηρούμε σ’ έναν άπειρο συνδυασμό παραδειγμάτων σ’ όλη τη χώρα, σ’ όλα τα βαλκάνια, σ’ όλο το μικρασιατικό χώρο. Εκεί όμως που παρατηρούμε τα σπουδαιότερα παραδείγματά του είναι στη μοναστηριακή αρχιτεκτονική. Το βρίσκουμε στα μοναστήρια να συνδέεται συνήθως με τους κοινόχρηστους χώρους και διάφορα καθιστικά, μπροστά από τα αρχονταρίκια, τις τράπεζες ή και σε ορισμένες περιπτώσεις και από τα ανώτερα κελιά, ιδιαίτερα στο Άγιον Όρος, αλλά και σε βορειότερα παραδείγματα με ολόσωμες ξύλινες κατασκευές (όπως στη μονή Sv. JovanBigorski στη Γιουγκοσλαβία). Τα πιο πλούσια παραδείγματα, απ’ όσο γνωρίζω, έχουν σωθεί στην Τραπεζούντα και στο Birgi στη Μικρά Ασία.