Η ανοικοδόμηση των Αθηνών

Λουδοβίκος Ρος, Αναμνήσεις και ανακοινώσεις από την Ελλάδα (1833)

ΑΘΗΝΑ. Η είσοδος της αγοράς (Theodose du Mongel, 1835)

Τον Αύγουστο του 1835 στάλθηκα στην Αθήνα, για να κατατοπιστώ πάνω στο σχέδιο πόλεως από τον κύριο φον Κλέντσε, σ’ ό,τι αφορούσε τις αρχαιότητες. Δυστυχώς δεν ήταν πια δυνατό να διασώσω το τμήμα του προηγούμενου σχεδίου του φίλου μου Σάουμπερτ. Σύμφωνα μ’ εκείνο το σχέδιο η περιοχή της αρχαίας Αγοράς και νότια κάτω από την Ακρόπολη, έπρεπε να μείνει ελεύθερη για τέτοιου είδους ανασκαφές και να μην επιτραπούν εκεί νέες οικοδομές. Η Αντιβασιλεία είχε παραλείψει όταν πρωτοπήγε στην Αθήνα την προηγούμενη χρονιά, να πάρει αυτήν την απόφαση, πράγμα που ήταν δυνατό να το πετύχει με μια μικρή υλική θυσία το πολύ 50-100.000 ταλήρων. Τώρα ανατολικά και βόρεια στους πρόποδες της Ακρόπολης είχαν ξεφυτρώσει καινούργιες κατοικίες και ήταν φοβισμένοι μπροστά στο μέγεθος των απαιτούμενων χρηματικών θυσιών. Τον Σεπτέμβριο ήρθαν και ο βασιλιάς και η Αντιβασιλεία, στην καινούργια τους μετάβαση στην Αθήνα και έπρεπε τώρα το σχέδιο για το παλάτι του φον Κλέντσε να αποφασιστεί να γίνει πάνω στο λόφο του αγίου Αθανασίου στο δυτικό μέρος της πόλης, ανάμεσα στο Δίπυλο και το λόφο των Νυμφών… Ταυτόχρονα καθυστερούσαν τα σχέδια για την ανέγερση ανακτόρων πάνω στην Ακρόπολη. Σύμφωνα με τα σχέδια αυτά που τάχε συλλάβει η «πανέξυπνη» σκέψη του τότε διαδόχου και τώρα βασιλιά της Βαυαρίας, ο αιωνόβιος αρχιτέκτονας Σίνκελ με μεγαλοφυή χρησιμοποίηση του στενού χώρου είχε γι’ αυτό το σκοπό σχεδιάσει ένα θελκτικό σχεδιάγραμμα. Ο βασιλιάς Όθωνας ταλαντευόταν μέρες πολλές ως που να πεισθεί για τη μη πρακτικότητα της ωραίας ιδέας. Με έναν αναστεναγμό απέρριψε το θαρραλέο όνειρο. Εγκρίθηκε το σχέδιο του Κλέντσε – και ενάμισυ χρόνο αργότερα, σύμφωνα με την πρόταση του Γκέρτνερ, τα ανάκτορα μετατεθήκανε στην αντίθετη πλευρά της πόλης. Αλλά για την εκτέλεση προκύψανε νέες δυσκολίες. Τα σχεδιαγράμματα του Σίνκελ και του Κλέντσε, έμειναν για πολύ καιρό σε κοινή θέα.

Από την Αθήνα συνόδευσα το βασιλιά στο πρώτο του μεγάλο ταξίδι στη βόρειο Ελλάδα και μετά μετατέθηκα οριστικά για να γίνω σε λίγο μέλος και μετά προϊστάμενος της «επί των οικοδομών επιτροπής», που προορισμός της ήταν να βοηθήσει τη μέλλουσα εγκατάσταση της κυβέρνησης στη νέα πρωτεύουσα […]

Ο βασιλιάς είχε αγοράσει το καινούργιο σπίτι του Κοντόσταυλου. Αλλά δεν ήταν καμιά παρωνυχίδα το ζήτημα ότι σ’ αυτή τη μικρή πόλη όπου θεωρούνταν πολυτέλεια ένας υαλοπίνακας και όπου είχαμε δει την πρώτη σιδερένια σόμπα, να βρεθούν καταλύματα για τους αντιβασιλείς και τις οικογένειές τους, υπουργούς, τους ξένους διπλωμάτες, τους Έλληνες και Γερμανούς υπαλλήλους, τους στρατιωτικούς κλπ., μέχρι τους απαραίτητους τεχνικούς.

Ό,τι ήταν τώρα κάπως κατοικήσιμο καταλαμβανόταν: μισογκρεμισμένα εκκλησάκια κι’ εκκλησιές, τζαμιά και χαμάμια, έγιναν προσωρινοί στρατώνες, σταύλοι, μαγαζιά, δικαστήρια, παπουτσίδικα κλπ. Αν η επιτροπή η επί των οικοδομών δεν έβρισκε κανένα πια και αυτή και η δουλειά της σκόνταφτε, προσευχόταν σ’ όλους τους αγίους, αλλά ο αστυνόμος μας Αξιώτης τα κατάφερνε σε κάτι να βοηθήσει, με το εφευρετικό του μυαλό και την ενεργητικότητά του. […]

Το χρήμα που άφθονο συνέρρευσε και κυκλοφορούσε, προπάντων όμως η αυξανόμενη ανάγκη, η πολύ επείγουσα νέων και άνετων κατοικιών προκαλέσανε έναν ασυνήθιστο οικοδομικό οργασμό. Όποιος είχε ένα μικρό οικοπεδάκι φρόντιζε, όπως μπορούσε να βρει λίγα χρήματα, και έχτιζε αμέσως με την ασφαλή προοπτική, ότι μέσα σε λίγους μήνες θα αυξήσει κατά 20-30% το κεφάλαιό του. Αυτό δεν είναι καμιά υπερβολή. Το χρήμα ήταν τόσο σπάνιο, που χρόνια ολόκληρα η ελληνική Τράπεζα όρισε με νόμο για τα δάνειά της τόκο 8 με 10%. Ούτε ρωτούσαν καν αν είχαν στεγνώσει ακόμα οι ασβέστες. Σχεδόν όλο το χρήμα για οικοδόμηση έφευγε πάλι έξω από τον τόπο. Γιατί εκτός από ασβέστη και πέτρες, όλα τ’ άλλα χρειάζονταν να ‘ρθουν από το εξωτερικό, από τη Τεργέστη, τη Μάλτα, τη Θεσσαλονίκη: ξυλεία, τζάμια, σίδερο, χρώματα κλπ., γιατί τα ντόπια δάση δεν μπορούσε να τα εκμεταλλευτεί κανείς. Και μάλιστα τα πρώτα χρόνια εισάγονταν μάρμαρα από την Καράρα της Ιταλίας, γιατί οι ντόπιες πηγές μαρμάρου, που θα μπορούσαν να εξυπηρετήσουν όλη την Ευρώπη δεν ήταν ακόμα προσιτές.

Και η κυβέρνηση έχτιζε όσο μπορούσε, στην Αθήνα και στον Πειραιά: στρατώνες, σταύλους, εργαστήρια, αποθήκες, ένα νοσοκομείο, ένα τυπογραφείο, ένα νομισματοκοπείο και παρόμοια. Ούτε σκέψη μπορούσε φυσικά να γίνει για κομψότητα των κτισμάτων. Επρόκειτο απλώς με τα μικρότερα, όσο γινόταν οικονομικά μέσα, να ικανοποιήσει κανείς την εξαιρετικά επείγουσα έλλειψη κατοικιών. Και δω θα μπορούσα να πω: όποιος δεν έζησε αυτήν την περίοδο, δε μπορεί να τη φανταστεί, σε μια χώρα όπου, ύστερα από βαρβαρότητα αιώνων και έναν δεκάχρονο εθνικοαπελευθερωτικό πόλεμο, αρχίζει να γίνεται η πρώτη αρχή ν’ αποκατασταθεί μια ρυθμισμένη διοίκηση. Έχουν κιόλας πολλά γραφεί για όλα αυτά. Επί πλέον τα περίπου 40 εκατομμύρια φράγκα του δανείου που έδωσε ο οίκος Ρότσιλντ, τα οποία, κατά τους υπολογισμούς, έπρεπε να δοθούν σαν αποζημίωση στους Τούρκους, δεν είχαν διατεθεί. Η απάντηση είναι ότι ένα μεγάλο μέρος ξοδεύτηκε σε κτίσματα απαγορευμένα. Αλλά οι μαστόροι, οι μεροκαματιάρηδες, οι χωρικοί της περιοχής τα κατάφερναν καλά.