Η ανάπτυξη της πόλης, επιχείρηση στα χέρια της άρχουσας τάξης

Βίκα Γκιζελή, Κοινωνικοί μετασχηματισμοί και προέλευση της κοινωνικής κατοικίας στην Ελλάδα 1920-1930


Η Αθήνα στις αρχές του 20ου αιώνα

Στην υποτυπώδη έγνοια που δείχνουν οι άπορες τάξεις για το θέμα της στέγασής τους, η αστική τάξη (μεσαία και ανώτερη) ανταπαντά με ζωηρό ενδιαφέρον για την ανάπτυξη και τον «εξωραϊσμό» της πόλης «της». Τα τέκνα των αστικών οικογενειών που έχουν πρόσβαση στην ανωτάτη εκπαίδευση – συγκεκριμένα στις σχολές Καλών Τεχνών και Αρχιτεκτονικής της Δυτικής Ευρώπης- είναι, φαίνεται, οι μόνοι που έχουν μια «επιστημονική γνώση» των μεθόδων της πολεοδομίας, οι μόνοι, μ’ άλλα λόγια, που είναι ικανοί να συμμετέχουν στη μελέτη διευθέτησης του περιβάλλοντος. Αρκετοί από αυτούς κατέχουν υψηλές θέσεις υπαλλήλων στις δημοτικές τεχνικές υπηρεσίες.

Εντούτοις, τα ρυθμιστικά σχέδια και γενικά τα σχέδια διευθέτησης της πρωτεύουσας – γιατί οι επαρχιακές πόλεις δεν ελκύουν καθόλου το ενδιαφέρον της άρχουσας τάξης – δεν αργούν να γίνουν το αγαπημένο παιχνίδι μιας ολόκληρης μερίδας της αθηναϊκής αστικής αριστοκρατίας που, είτε ενημερωμένη είτε όχι, αρέσκεται να παίζει το ρόλο του πολεοδόμου. Η ίδια η βασίλισσα ανακατεύεται στην υπόθεση. Και να που προτάσεις και σχέδια εξυγίανσης της πόλης εγκρίνονται ή απορρίπτονται στα αθηναϊκά σαλόνια, το κλίμα των οποίων εμπνέει το ταλέντο των πολεοδόμων της εποχής.

Έτσι, η πολεοδομία υπόκειται στους κανόνες της αρχιτεκτονικής, η οποία ακολουθεί με τη σειρά της τις ευρωπαϊκές προσταγές ενός παρακμάζοντος νεοκλασικισμού και τον απόηχο – μονάχα τον απόηχο – του ευρωπαϊκού Αρ Νουβό. Θα ‘λεγε κανείς ότι την εποχή αυτή το ρυθμιστικό σχέδιο της πόλης δε συνίσταται παρά στη συνοπτική χάραξη των κύριων αρτηριών του οδικού δικτύου και των χώρων πρασίνου, καθώς και στη διασπορά των «δημόσιων μνημείων» - Ανάκτορα, Βουλή, θέατρα, βιβλιοθήκες – στον υπόλοιπο χώρο. Η πόλη ως ζωντανός οργανισμός, ο καθορισμός των θεμελιωδών λειτουργιών της, ο τρόπος με τον οποίο πρέπει να διασφαλίζονται αυτές οι λειτουργίες για χάρη των κατοίκων, όλα αυτά τα θέματα δε φαίνεται να πολυαπασχολούν την ελίτ των αρχιτεκτόνων που καλείται από καιρό σε καιρό από την κυβέρνηση να γιατρέψει την άρρωστη αθηναϊκή πολιτεία.

Πραγματικά, παρελαύνει ένας ατελείωτος αριθμός ειδημόνων επιφορτισμένος με την εκπόνηση σχεδίων ανάπτυξης της πόλης. Το 1908, ο δήμαρχος της Αθήνας Σπύρος Μερκούρης, προσκαλεί το Γερμανό πολιτικό μηχανικό Louis Hoffmann. Το κράτος μένει αδρανές και αδιάφορο και το σχέδιο λησμονιέται. Το 1914, η βασίλισσα Σοφία αυτοπροσώπως παίρνει την πρωτοβουλία: καλεί τον Άγγλο, αυτή τη φορά αρχιτέκτονα Thomas Mawson. Μόνο μετά τον πόλεμο ο αρχιτέκτονας εκθέτει τη δουλειά του - «έργο θαυμάσιο» αν πιστέψει κανείς τον τύπο της εποχής, που όμως δεν οδηγεί σε καμιά συγκεκριμένη ενέργεια. Κι άλλοι μηχανικοί και δημοτικοί σύμβουλοι, οι Μπαλάνος, Λελούδας, Αγαπητός, για να αναφέρουμε μερικούς μόνο από αυτούς, υποβάλλουν τις προτάσεις τους για την πολεοδομική μεταρρύθμιση της πρωτεύουσας. Μάταια και πάλι.

Δύο είναι οι λόγοι που εμποδίζουν την επίλυση του θέματος των πολεοδομικών σχεδίων: από τη μια μεριά, τα υποβαλλόμενα σχέδια είναι ελάχιστα λειτουργικά και κοινωφελή, περιορισμένα σε κάποιο φορμαλισμό και σ’ ένα πνεύμα διακοσμητικό, ενώ η «κοινωνική» πλευρά απουσιάζει εντελώς. Θα μπορούσε κανείς να τα ονομάσει σχέδια «εξωραϊσμού» της πόλης. Από την άλλη μεριά, το κράτος ποτέ δεν αντιμετώπισε με σοβαρότητα το ενδεχόμενο να πραγματοποιήσει κάποιο απ’ αυτά τα σχέδια στο σύνολό του.

Το 1917 ιδρύεται στην Αθήνα η Ανωτάτη Σχολή Αρχιτεκτόνων, στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο (πρώτη αρχιτεκτονική σχολή της χώρας). Οι μαθητές της θα σχηματίσουν, πέντε χρόνια αργότερα, τον Σ.Α.Δ.Α.Σ, Σύλλογο Αρχιτεκτόνων Διπλωματούχων Ανωτάτων Σχολών, χειροπιαστή συνέπεια της μεταστροφής στην αντίληψη για τη διευθέτηση του περιβάλλοντος, που έχει τις ρίζες της στις γενικότερες εξελίξεις και αλλαγές που επέφερε ο πόλεμος στη ζωή και στη συνείδηση των ατόμων. Η αρχιτεκτονική παιδεία όχι μόνο αρχίζει να απευθύνεται σε πλατιά κοινωνικά στρώματα – παρ’ όλο που θα κρατήσει ακόμη για πολύ καιρό τον αριστοκρατικό και εκλεκτικό χαρακτήρα της – αλλά εμπλουτίζεται επίσης με μια θετικότερη και κοινωνικότερη προβληματική.

Αυτά τα δύο κέντρα θα κινητοποιηθούν από μια σειρά προσωπικοτήτων των αρχιτεκτονικών κύκλων της εποχής, τους Ορλάνδο, Τόμπρο, Σώχο, Hebrard, Ζάχο, Πικιώνη, όλους φυσιογνωμίες των οποίων το έργο και οι ιδέες θα επηρεάσουν το σχηματισμό της συνείδησης και του κοινωνικού ρόλου του αρχιτέκτονα. Γρήγορα τα κέντρα αυτά γίνονται πόλοι ανανέωσης των πολεοδομικών αντιλήψεων και αποτελούν μια δύναμη που αντισταθμίζει τον εμπειρισμό των μη επιστημόνων, τον ατομικισμό των αστικών ελιτίστικων κύκλων και την αδράνεια των δημόσιων υπηρεσιών.

Έτσι αρχίζει να διαφαίνεται μέσα από τα κείμενα μια «αναγνώριση των προβλημάτων της περιφέρειας της πόλης και μια έγνοια για την κατοικία των άπορων τάξεων». Τον Απρίλιο του 1920 στη διάρκεια της πρώτης συνεδρίασης του Ανώτατου Τεχνικού Συμβουλίου του Κράτους, ο μηχανικός Πέτρος Καλλιγάς και ο πολεοδόμος Ernest Herbrard παρουσιάζουν ένα λαμπρό υπόμνημα που θέτει σε νέες βάσεις την πολεοδόμηση της πόλης των Αθηνών. Διαβάζουμε:

«Την στιγμήν ταύτην, αντί να ζητήσωμεν να εφαρμόσωμεν ένα νέον σχέδιον εις Αθήνας, πρέπει μάλλον να αντιμετωπίσωμεν καθ’ ολοκληρίαν την διατήρησιν της υπαρχούσης πόλεως και να μην ασχοληθώμεν παρά μόνον με την περιφέρειάν της […] Από του παγκοσμίου πολέμου, το πρόβλημα των πολεοδομικών διευθετήσεων κατέστη εξαιρετικώς δυσχερές, εξ αιτίας της κρίσεως της κατοικίας […] Πρέπει να αποβλέψωμεν εις την περιφέρειαν της πόλεως, διότι δεν δυνάμεθα να θίξωμεν ούτε μίαν πέτραν του υπάρχοντος άστεος, προτού να έχωμεν εξεύρει, από απόψεως κατοικησίμου χώρου, την προ του πολέμου ισορροπίαν».

Επιτροπή Καλλιγά, νέο σχέδιο Αθηνών 1924. Χωροθέτηση δημοσίων κτιρίων

L.Hoffmann, σχέδιο δόμησης Αθηνών 1910. Γενική κυκλοφοριακή ρύθμιση

T. Mawson, προκαταρκτικό σχέδιο για την ανάπτυξη και επέκταση των Αθηνών 1918. Γενικό σχέδιο επέκτασης της πόλης


Ωστόσο ας μη βιαζόμαστε. Όλα αυτά τα γεγονότα ήταν το προάγγελμα μιας κίνησης που δεν ωρίμασε πριν από τη δεκαετία του τριάντα. Αντίθετα, στη διάρκεια της δεύτερης δεκαετίας του εικοστού αιώνα, η επίδραση αυτών των φωτισμένων πνευματικών ανθρώπων και η διάδοση των ιδεών τους είναι ακόμη πολύ περιορισμένη. Παράλληλα η διεύρυνση της συμμετοχής τους σε όργανα λήψης αποφάσεων, έστω κι αν συμβαίνει να διαφωνούν και να συγκρούονται μ’ αυτά, παραμένει όνειρο κάποιων μοναχικών ιδεολόγων. Ήδη το 1914, μια σημαντική διοικητική μετατροπή ενισχύει την εξουσία των κρατικών διοικητικών υπηρεσιών εις βάρος των δημοτικών. Συγκεκριμένα, ιδρύεται ένα νέο υπουργείο, το Υπουργείο Συγκοινωνιών, που προσαρτά στον οργανισμό του πολλές υπηρεσίες που ανήκαν προηγουμένως στο Υπουργείο Εσωτερικών και στο Δήμο Αθηναίων. Οι διαδικασίες μελέτης και οργάνωσης της περιοχής κατοικίας αποσυνδέονται μονομιάς από τις δραστηριότητες των Δήμων και Κοινοτήτων.

Εξάλλου θα περάσει πολύς καιρός μέχρι να υπάρξει κάποια αναγνώριση αυτών των «κοινωνικών αρχών» της διευθέτησης του περιβάλλοντος. Μόνο με την προσφυγική συρροή θα εγκαθιδρυθεί μια πολεοδομική νομοθεσία και θα στηθούν οι αποτελεσματικοί μηχανισμοί που θα επιχειρήσουν να βελτιώσουν τη μειονεκτική κατοικία.

Τα εκατοντάδες χιλιάδες άτομα που θα πλημμυρίσουν τον τόπο, που θα προκαλέσουν ανταγωνισμό στον εργατικό χώρο, στο εμπόριο ή στα ελεύθερα επαγγέλματα, που θα διεκδικήσουν τα αιτήματά τους, που θα επιδράσουν αργότερα στην πολιτική ζωή της χώρας, θα αναστατώσουν την οικονομία του τόπου και θα αποτελέσουν σοβαρότατο κοινωνικό ζήτημα «πραγματικό κίνδυνο για την κατεστημένη κοινωνική ισορροπία» της ελληνικής κοινωνίας. Ανάμεσα στις διάφορες συνιστώσες της κοινωνικής ζωής, η κατοικία γενικότερα και η κατοικία των απόρων κοινωνικών στρωμάτων ειδικότερα θα είναι η πρώτη που θα υποστεί τις συνέπειες της νέας κατάστασης.

Οι εξώστες του Βασιλικού Θεάτρου της Αθήνας προσωρινή κατοικία προσφύγων

Η παρουσία των προσφύγων θα οξύνει τις δυσκολίες, θα υπογραμμίσει τις υπάρχουσες ελλείψεις και θα κάνει ακόμη πιο περίπλοκες τις κάποιες λύσεις στις οποίες είχαν εναποτεθεί μερικές ελπίδες. Εν ριπή οφθαλμού οι πόλεις κατακλύζονται από τους νεοφερμένους. Οι αστικοί πληθυσμοί αυξάνονται απότομα. Η υποδομή των πόλεων δεν είναι με κανένα τρόπο επαρκής ώστε να ανταποκριθεί στην αύξηση των αναγκών, ούτε φαίνεται ικανή να υπομείνει την πίεση των άστεγων πληθυσμών. Έτσι, εργατικές συνοικίες, είτε βρίσκονται στο κέντρο της πόλης είτε στην περιφέρεια, θα μοιραστούν μεταξύ τους το λίγο πόσιμο νερό που διαθέτουν, θα δουν να αυξάνονται τα προβλήματα που οφείλονται στο ατελές σύστημα υπονόμων ή στο ανεπαρκές δίκτυο των μέσων συγκοινωνίας. Θα αντιμετωπίσουν την αδυσώπητη μάστιγα των μεταδοτικών ασθενειών και θα νιώσουν το φόβο να μείνουν οριστικά στο περιθώριο της κοινωνίας. Επιπλέον θα δουν το μικροσκοπικό τους χώρο κατοικίας να κατακλύζεται και έτσι καθώς έχουν αναπτύξει μια συναισθηματική σχέση με το περιβάλλον τους, δε θ’ αργήσουν να αισθανθούν «προσβεβλημένοι» από κάποιο κακό. Εξάλλου τις ίδιες αντιδράσεις θα έχει και η μεσαία αστική τάξη, όταν θα δει τις πλατείες της, τις εκκλησίες της, τα θέατρα της, ακόμη κι ένα μέρος της κατοικίας της, να καταλαμβάνονται από τους νεοφερμένους προλετάριους.

Μέσα σ’ αυτή τη νέα κατάσταση πραγμάτων, θα εκδηλωθούν αντιδράσεις προερχόμενες από τα μειονεκτικά στρώματα και από την αστική τάξη, μεσαία και ανώτερη, για διαφορετικούς βέβαια λόγους από κάθε μεριά. Όλα αυτά θα πρέπει να λάβει υπόψη του το κράτος, που θα είναι και ο πρωταγωνιστής στην υπόθεση της προσφυγικής στέγης, για να χαράξει την πολιτική του.