Εποικισμός και πρώτοι αστικοί πυρήνες στη νεώτερη Ελλάδα.

Αλέκα Καραδήμου Γερόλυμπου, ΠΡΙΣΜΑ Ιούνιος 2004


Οι σωστές τοπογραφικές καταγραφές και κτηματογραφήσεις και η ορθολογική πολεοδομική νομοθεσία αποτελούν την στέρεα βάση πάνω στην οποία μπορεί να αναπτυχθεί μια συνεκτική οικιστική πολιτική. Τα περισσότερα προβλήματα που συναντώνται στην ελληνική πόλη προέρχονται από την απουσία των πρώτων και τις παραβιάσεις της δεύτερης. Ο Κώστας Kωνσταντινίδης, όπως και άλλοι σοβαροί μελετητές που ασχολούνται με τα σχέδια και την εφαρμογή τους, είχε απόλυτη επίγνωση των ελλείψεων και, παράλληλα με το μελετητικό του έργο, ερευνούσε εξαντλητικά και με ευρηματικό τρόπο τα αρχεία των υπηρεσιών, στην προσπάθειά του να αναπληρώσει ουσιώδη κενά.


Κόρινθος (Theodose du Mongel,” “De Venice a Constantinople” )

Ανατρέχοντας στις πρωταρχικές ρυθμίσεις για τις ελληνικές πόλεις, πέρα από τα ελάχιστα μέσα που διέθεταν οι ιθύνοντες και το διστακτικό λεξιλόγιο που χρησιμοποιούσαν, έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον να δούμε ότι οι συντάκτες των παλαιότερων πολεοδομικών νομοθετημάτων του νεώτερου ελληνικού κράτους είχαν πλήρη συναίσθηση του ρόλου που έπαιζαν οι καταγραφές και τα σχέδια στην οργάνωση των ελληνικών οικισμών. Όπως προκύπτει από την μέχρι τώρα έρευνα, η πρώτη αντιμετώπιση του πολεοδομικού ζητήματος στη χώρα μας εκκινείται σχεδόν παράλληλα με την ελληνική επανάσταση και εστιάζεται συγχρόνως σε τρία βασικά ζητήματα: Το ζήτημα της ανάπτυξης των ‘εθνικών γαιών’ (1824), την ‘τακτικήν ανακαίνισιν των σεσαθρωμένων πόλεων’ (1829) και τον ‘εποικισμό’.

Θα μείνουμε εδώ στο θέμα του εποικισμού, που μοιάζει να έχει απασχολήσει όλες τις γενιές των νεοελλήνων, καθώς παράλληλα με την επέκταση των εθνικών συνόρων, ομογενείς της ελληνικής διασποράς δεν έπαψαν να καταφθάνουν στη χώρα και να ζητούν έναν τόπο για να ζήσουν. Πράγματι, στα 180 χρόνια της ζωής της η πολεοδομική νομοθεσία βρίθει από νόμους και διατάγματα που ρυθμίζουν ζητήματα εποικισμού. Αν δεν ήταν γνωστή η μακραίωνη ιστορική οίκηση του ελληνικού χώρου, θα πίστευε κανείς ότι βρισκόμασταν στην Αμερική, στα χρόνια της κατάκτησης των Νέων Κόσμων.

Είναι αλήθεια ότι στην εποχή μας οι λέξεις εποικισμός και έποικος έχουν αποκτήσει ένα αρνητικό πρόσημο, καθώς ταυτίσθηκαν με σκληρές πολιτικές κατάκτησης και αλλοίωσης του χαρακτήρα περιοχών, που ιστορικά ανήκουν σε άλλους. Στην Κύπρο όπως και στην Παλαιστίνη, η παρουσία εποίκων αποτελεί ένα από τα δυσκολότερα ζητήματα στην προσπάθεια για την επίλυση του πολιτικού προβλήματος. Πάντως η διάσταση αυτή ενυπήρχε στις εποικιστικές πολιτικές, από την Αρχαιότητα και μέχρι τα νεώτερα χρόνια, καθώς ήταν δεδομένο ότι οι νέοι οικιστές θα υπερασπιστούν για λόγους προσωπικής επιβίωσης τα πολιτικά και οικονομικά συμφέροντα του νέου κατακτητή. Σε ολόκληρη την δεύτερη χιλιετία, οι διαδικασίες με τις οποίες διαμορφώθηκε η εδαφική επικράτεια των κρατών στον δυτικό κόσμο (Ευρώπη και Αμερική), για να μείνουμε μόνο σε αυτά, βασίσθηκαν σε μεγάλο βαθμό σε εποικισμούς.

Βέβαια οι εποικιστικές πολιτικές δεν είναι κατά τεκμήριο επιθετικές, καθώς συχνά αναπτύσσονται στο εσωτερικό μιας χώρας και όχι πάντα εναντίον κάποιων άλλων κατοίκων. Όπως φαίνεται, μετά από την δημιουργία του νέου ελληνικού κράτους, τα ελληνικά εδάφη χρειάσθηκε να ξανακατακτηθούν, τις περισσότερες φορές ειρηνικά. Οι λόγοι είναι φανεροί: Εξ αιτίας των εκάστοτε απελευθερωτικών πολέμων υπήρξαν εκτεταμένες καταστροφές, ακόμη και ισοπέδωση των πόλεων, των οικισμών, και των υποδομών. Εξ ίσου σημαντική παράμετρος στην διαδικασία ανάκτησης του εθνικού χώρου υπήρξε και η ανάγκη για την εγκατάσταση πληθυσμιακών ομάδων που συνέρεαν στην ελεύθερη εθνική εστία από περιοχές οι οποίες δεν συμπεριελήφθησαν μέσα στα εθνικά σύνορα. Παράλληλα η κατάλυση των παλαιότερων σχέσεων ιδιοκτησίας, έκανε το κράτος κύριο κάτοχο της ‘εθνικής γης’, επιτρέποντάς του να ασκήσει πολιτική μέσω της διάθεσης και της διανομής της. Η νέα οργανωμένη εγκατάσταση προσέβλεπε στην βελτίωση της ιδιωτικής οικονομικής κατάστασης των νέων οικιστών, ενώ αναμενόταν να ωφεληθεί και γενικότερα η εθνική οικονομία. Εκτός από την επέκταση της ανάπτυξης, ο εποικισμός χρησιμοποιήθηκε συστηματικά για λόγους κοινωνικής πολιτικής και μεταρρυθμίσεων. Αυτός ήταν κυρίως ο σκοπός του γεωργικού εποικισμού, δηλαδή η αποκατάσταση ακτημόνων καλλιεργητών σε δημόσιες εκτάσεις που προέκυπταν μετά από απαλλοτριώσεις μεγάλων ιδιωτικών κτημάτων, από εγγειοβελτιωτικά ή υδραυλικά έργα, αποξήρανση βάλτων, ελών και λιμνών, εκχερσώσεις κλπ. Εν γένει πάντως ο εποικισμός χρησιμοποιήθηκε για την εφαρμογή πολυδιάστατων πολιτικών, στο πλαίσιο των οποίων μεγάλο ρόλο κατά τα νεώτερα χρόνια έπαιξαν λόγοι ‘εθνικής ασφάλειας’, εξισορρόπησης ‘ντόπιων αλλόγλωσσων’ πληθυσμών, ‘ενίσχυσης των συνόρων’ κλπ.

Όσο και αν η εγκατάσταση των προσφύγων μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών το 1922 υπήρξε η σημαντικότερη εποικιστική προσπάθεια της νέας Ελλάδας, οφείλουμε να πούμε ότι η χώρα είχε πολλές φορές αντίστοιχες εμπειρίες, που ξεκινούν από τα χρόνια του Καποδίστρια και συνεχίζονται από τους Βαυαρούς στη διάρκεια του 19ου αιώνα. Στις αρχές του 20ού αιώνα εγκαθίστανται στην Θεσσαλία πρόσφυγες ομογενείς από την Ανατολική Ρωμυλία, την Βουλγαρία και την Ρουμανία. Με τους Βαλκανικούς πολέμους σημειώνονται νέες μετακινήσεις και μετεγκαταστάσεις πληθυσμών από και προς τα νέα εδάφη που προσαρτώνται στο ελληνικό κράτος. Στην περίοδο αυτή και μετά το τέλος του α’ παγκοσμίου πολέμου, η προσπάθεια των Βενιζέλου και Παπαναστασίου για την αναδιοργάνωση του οικιστικού δικτύου στον αγροτικό χώρο έχει καταγραφεί και παραμένει ανεπανάληπτη σε ό,τι φορά την πληρότητα και την ένταξη σε μια συνολική και συνεκτική πολιτική [1].

Πρόσφυγες το 1922

Φυσικά η εγκατάσταση των προσφύγων μετά από την Μικρασιατική καταστροφή παραμένει ένα εντυπωσιακό κατόρθωμα που κινητοποίησε όλες τις δυνάμεις της ελληνικής κοινωνίας και απέδωσε με εκτεταμένα υδραυλικά και εξυγιαντικά έργα νέα εδάφη για καλλιέργειες και κατοίκηση, ‘εθνική’ πολιτική (κυρίως στην Μακεδονία) και παραγωγικά αποτελέσματα, αναδεικνύοντας ως κυρίαρχο χαρακτηριστικό της ελληνικής κοινωνίας την μικρή ιδιοκτησία της γης [2]. Οι μεταγενέστερες εποικιστικές πολιτικές παραμένουν στην σκιά του μεγάλου αυτού εγχειρήματος. Ενδεικτικά ας αναφέρουμε την εγκατάσταση Βλάχων και Ποντίων στη Δυτική Μακεδονία μετά από τον εμφύλιο σε περιοχές που ερημώθηκαν καθώς οι κάτοικοί τους λόγω της εμπλοκής τους στον εμφύλιο ή λόγω της ‘σλαβομακεδονικής’ καταγωγής τους εγκατέλειψαν την χώρα, ή πιο πρόσφατα, την εγκατάσταση Ποντίων στη Θράκη για να ενισχύσουν τις ευαίσθητες παραμεθόριες περιοχές, που γνώρισαν ισχυρή αγροτική έξοδο στις δεκαετίες 1960-1970.


Ας δούμε όμως την κατάσταση που δημιουργήθηκε με το τέλος της Επανάστασης. Η Ελλάδα ήταν μια ερειπωμένη χώρα, ιδιαίτερα αραιοκατοικημένη. Από στατιστικά στοιχεία βλέπουμε ότι η πυκνότητα οίκησης ήταν μόλις 15,86 άτομα ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο το 1828, και έφτασε τα 24 άτομα το 1861 [3], όταν την ίδια εποχή στο Βέλγιο ήταν 153, στην Αγγλία 88 και στην Γαλλία 68. Όπως έγραφε ο ίδιος ο Καποδίστριας στα 1828, «από Καλαμάτας μέχρι Ναυπλίου, ούτε χωρίον υπάρχει έν, ούτε κώμη, ούτε πόλις, με στέγασμα το παραμικρόν. Εκτεταμένοι αμπελώνες αποκεχερσωμένοι, κοιλάδες πολύωροι άλλοτε μεν σιτοπληθείς, σήμερον δε άφοροι και καταλελιμνασμέναι από της πλημμύρας των ποταμών, χιλιάδες οικογενειών αναζητούσαι τας εαυτών εστίας αναμέσον των ερήμων και των συντριμμάτων (…..)» [4].

Δεν είναι περίεργο λοιπόν που η ενασχόληση με διάφορες πλευρές του οικιστικού προβλήματος (όπως η βελτίωση των παλαιότερων πόλεων, ο ανασχεδιασμός κατεστραμμένων οικισμών από τον πόλεμο και η δημιουργία νέων σε τόπους αρχαίων, καθώς και η συγκέντρωση των κατοίκων περισσότερων μικρών οικισμών σε βιώσιμα ‘κεφαλοχώρια’) αποτελεί ένα από τα πρώτα μελήματα του νεαρού ελληνικού κράτους, παράλληλα με την προώθηση της αγροτικής και βιοτεχνικής παραγωγής και του εμπορίου. Παράλληλα καταγράφονται και αυθόρμητες εγκαταστάσεις πληθυσμών σε ‘παρθένους’ τόπους, με εξάρχον παράδειγμα την δημιουργία της Ερμούπολης από Ψαρριανούς, Χίους και άλλους πρόσφυγες.

Θεσμικά η εποικιστική διαδικασία οριοθετήθηκε πολύ νωρίς. Το Ψήφισμα ΚΒ' της Γ' των Ελλήνων Εθνοσυνελεύσεως στην Τροιζήνα το 5.5.1827 εισηγείται:

"Α') Οσοι χριστιανοί του Ανατολικού Δογμάτος έλθουν εις την Ελλάδα δια να κατοικήσουν έχουν το δικαίωμα να ανεγείρωσιν εις αυτήν πόλεις ιδιαιτέρας· τότε δε αποτελούν επαρχίαν, όταν συμποσωθούν μεχρι 15 χιλ. ψυχών.

Β') Η Βουλή θέλει προσδιορίσει τον τόπον όπου θα εγείρωσι τας πόλεις των και την έκτασιν αυτού, αναλόγως των κατοίκων, χωρίς να παραβλάπτη των εντοπίων τα δίκαια..

Γ’) Η Βουλή θέλει προσδιορίσει την έκτασιν της Εθνικής γης την οποίαν θέλει τους δώσει προς καλλιέργειαν.

Δ’) Είναι δεκτοί υπό τους αυτούς όρους και αλλοεθνείς» [5].


Δυσχέρειες και συγκρούσεις που αμέσως δημιουργήθηκαν, άλλαξαν πολλά από τα θέματα που αναφέρονται στο κείμενο αυτό. Λιγοστοί αλλοδαποί εγκαταστάθηκαν τελικά στην Ελλάδα, οι ετερόχθονες που δεν προέρχονταν από επαναστατημένες περιοχές δεν ενθαρρύνθηκαν να ιδρύσουν πόλεις, και μόνο οι φυγάδες από αλύτρωτες περιοχές που πήραν μέρος στον απελευθερωτικό αγώνα (Κρήτες, Μακεδόνες, Θράκες, Χίοι, Σάμιοι κλπ) εποίκησαν συστηματικότερα τον ελληνικό χώρο. Η πολιτική του εποικισμού προχώρησε επί Καποδίστρια και συνοδεύτηκε με την γενικότερη πολιτική για την ανοικοδόμηση πόλεων, όπως αυτή εκφράστηκε με το Ψήφισμα ΚΕ’ της 3 Ιουνίου 1831.

Επί Βαυαρών έγινε προσπάθεια να συνταχθεί και νόμος γενικής ισχύος σύμφωνα με τα κελεύσματα των παραγράφων Β’ και Γ’ του ψηφίσματος του 1827. Πρόκειται για τον νόμο περί των αποικιών ο οποίος είχε 22 άρθρα, εξεδόθη μόνο στα γερμανικά το 1834, και δεν δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Τα άρθρα 2 και 3 προσδιόριζαν ως τόπους στρατιωτικών μόνον (;) εποικισμών τις περιοχές γύρω από το Νεόκαστρο, την Μεθώνη, το Μεσολόγγι, το Ναύπλιο, την Αθήνα και την Χαλκίδα, και κατόπιν κάθε άλλη πόλη στην οποία υπήρχε έδρα φρουράς.

Διανομή οικοπέδων στην Ερέτρια, 1834

Αν και τελικά ο νόμος αυτός δεν τέθηκε σε εφαρμογή, φαίνεται ότι τα επόμενα Β.Δ., της 19 Απριλίου 1834 και της 10.11.1834 που ρυθμίζουν την εγκατάσταση Λακώνων στο Πεταλίδι, αντανακλούν τις επιθυμίες των εισηγητών της γενικότερης νομοθεσίας.

Ας δούμε τα δύο αυτά διατάγματα, εκ των οποίων το πρώτο μάλιστα είναι γραμμένο ως ρέον κείμενο και όχι με την συνήθη μορφή αριθμημένων άρθρων:

Σημειώνοντας αρχικά ότι η πρωτοβουλία προήλθε από γραπτή αίτηση ομάδας Μανιατών που επιθυμούν να εγκατασταθούν στο Πεταλίδι, το διάταγμα υποστηρίζει το αίτημα να ιδρυθούν ‘αποικίες’ των Μανιατών εκτός των βουνών της Μάνης (ευνοεί δηλαδή την αναδιάρθρωση του οικιστικού δικτύου στην περιοχή). Ζητά από την Γραμματεία επί των Εσωτερικών (το τότε αρμόδιο ‘υπουργείο’) να προσδιορίσει τα εδαφικά όρια του νέου δήμου που θα ιδρυθεί, «να καταμετρηθεί η περιοχή γεωμετρικώς, και έπειτα να καταστρωθεί τακτικόν δια την αποικίαν σχέδιον».

Το διάταγμα ζητά το σχέδιο του νέου οικισμού να ανατεθεί σε στρατιωτικό μηχανικό. Αν οι στρατιωτικοί μηχανικοί των βαυαρικών στρατευμάτων που βρίσκονται στην περιοχή δεν είναι διαθέσιμοι, τότε το υπουργείο οφείλει να στείλει «ικανόν πολιτικόν αρχιτέκτονα», προτείνοντας και την αμοιβή του.

Πάνω στο σχέδιο του οικισμού θα πρέπει να σημειωθούν οι ιδιοκτησίες του δημοσίου, των μοναστηριών και των ιδιωτών, καθώς και οι γαίες που είναι ήδη καλλιεργημένες. Συγχρόνως θα υποδεικνύεται η γη από τα δημόσια κτήματα που θα διαμοιρασθεί μεταξύ των εποίκων Μανιατών και η γη που θα διαφυλαχθεί για μελλοντικούς οικιστές.

Για την διανομή της γης, το Διάταγμα προβλέπει για κάθε οικογένεια δύο στρέμματα για να χτισθεί κατοικία με κήπο, και 40-50 στρέμματα εφ’όσον η κύρια απασχόληση του νοικοκυριού θα είναι η γεωργία. Στο σχέδιο θα σχηματισθεί πρώτα η περιοχή του οικισμού και των οικοπέδων και κήπων. Σημειώνουμε με ενδιαφέρον ότι η λέξη ‘οικόπεδο’ υποδεικνύει το χώρο στον οποίο θα κτισθεί το κτίσμα μόνον, ενώ ο κήπος σημειώνεται χωριστά! Η υπόλοιπη γη προς διάθεση θα χωρισθεί σε μερίδες των 10 στρεμμάτων, αριθμημένες, ώστε να γίνει ευκολώτερα η διανομή τους.

Η εκπόνηση του σχεδίου, με πρόβλεψη και για το «ανεγερθησόμενον μνήμα, του οποίου πρέπει να προσδιορισθή η θέσις» (προφανώς ένα ηρώο, ή μνημείο), θα γίνει σε συνεργασία του μηχανικού ή του αρχιτέκτονα με επιτροπή των οικιστών. Το διάταγμα κλείνει με την προτροπή να δοθεί μεγάλη προσοχή στην υπόθεση αυτή ώστε να καταστεί «η νέα αποικία θελκτικόν δείγμα δι’ άλλας αποικίας των Μανιατών».

Σχέδιο διανομής στο χωριό Σινάνο (σημερινή Μεγαλόπολη), 1837

Λίγους μήνες μετά, το βασιλικό διάταγμα, της 10ης Νοεμβρίου 1834 μας πληροφορεί ότι το σχέδιο έγινε, και ότι το δημόσιο παραμένει ιδιοκτήτης σε ορισμένα παραθαλάσσια ‘οικόπεδα’ που υποδεικνύονται στον χάρτη. Τα υπόλοιπα θα παραχωρούνται στους νέους οικιστές οι οποίοι θα οικοδομήσουν κατοικίες ή εμπορικά καταστήματα, με την υποχρέωση να τηρήσουν τις αστυνομικές διατάξεις «και την ωραίαν συμμετρίαν». Από την λιτή αυτή φράση φαίνεται ότι δεν υπάρχουν οικοδομικοί κανονισμοί ακόμη (θα εμφανιστούν το 1835 και 1836), αλλά ότι γίνεται μια έκκληση στην παραδοσιακή καλαισθησία.

Σημειώνουμε επίσης ότι το διάταγμα προσδιορίζει ότι το 1/5 της γης προς καλλιέργεια που θα διανεμηθεί, πρέπει υποχρεωτικά να δοθεί στην καλλιέργεια αμπελώνων. Η ρύθμιση αυτή έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον καθώς υποδηλώνει σαφώς έναν στοιχειώδη παραγωγικό σχεδιασμό.

Σε ό,τι αφορά κοινόχρηστα ή δημόσια κτίρια, γνωρίζουμε απλώς ότι ανοίγεται λογαριασμός στο όνομα του νέου οικισμού και κατατίθενται χρήματα για την ανέγερση εκκλησίας [6], ενώ συγχρόνως η κυβέρνηση παραχωρεί δωρεάν στον νεότευκτο Δήμο τον εθνικό υδρόμυλο (γνωστό ως Μύλο των Μπέηδων) που βρίσκεται στην περιοχή [7]. Όπως ξεκαθαρίζει την ίδια ακριβώς εποχή ένα αντίστοιχο διάταγμα για άλλον οικισμό,[8] «η κυβέρνησις παραχωρεί εις την νέαν πόλιν τον αναγκαιούντα τόπον δωρεάν, όστις χρειάζεται δια τας οδούς και τας δημοσίας αγοράς αυτής, ομοίως και έν στρέμμα γης δια την εκκλησίαν, έν δια το σχολείον, έν δια τα κελλία των εφημερίων και τέλος δύω δια το κοιμητήριον».

Κάπως έτσι ξεκίνησαν οι πρώτοι αστικοί πυρήνες στην Ελλάδα, με καταμετρήσεις, κτηματογραφήσεις και σχέδια που εκπονήθηκαν συναινετικά, και έτσι συνέχισαν να στήνονται για έναν ακόμη αιώνα. Στο απλό ορθογωνικό σχέδιο με τους ‘κλήρους’, στην στοιχειώδη γεωμετρία της πλατείας, στην εκκλησία και το σχολείο, αναγνωρίζουμε το αρχέτυπο της νεώτερης ελληνικής πόλης, που το ξαναείδαμε σε πάμπολλα παραδείγματα στα χρόνια του μεσοπολέμου. Παρά την φτώχεια, την ανέχεια και τις στερήσεις οι πόλεις αυτές συνδύασαν την απλή αρμονία των χαράξεων στο έδαφος, με την «ωραία συμμετρία», που προέκυπτε από την έμφυτη (ακόμη τότε) ανάγκη για καλαισθησία του κάθε κατοίκου της πόλης και την οποία σήμερα αδυνατούν να επιτύχουν οι επίσημοι κανονισμοί, όσο αυστηρά διατυπωμένοι και αν είναι. Η καλαισθησία αυτή, στοιχείο δομικό της αρχιτεκτονικής μας παράδοσης, αποτέλεσμα που προκύπτει από την διασταύρωση της λιτότητας των αναγκών με την σοφή χρήση των τοπικών υλικών και το δοκιμασμένο κατασκευαστικό ήθος, φαίνεται πως έχει εγκαταλείψει τους νέους (μικρο)αστούς, πλουτίσαντες και μη, καταπατητές του δημόσιου χώρου και ανενδοίαστους παραβάτες των κανονισμών, που κατασκευάζουν σήμερα τα τοπία των ελληνικών πόλεων.



Υποσημειώσεις


[1] Κ. Καυκούλα, «Η ανοικοδόμηση της Ανατολικής Μακεδονίας. Ένα υποδειγματικό σχέδιο ανασυγκρότησης του αγροτικού χώρου», Πρίσμα τχ. 10, Απρίλιος 2000, σελ. 29-37.
[2] Για τον εποικισμό στην περιοχή του Κιλκίς βλ. Θ. Βαφειάδης, Κιλκίς 1914-1934. Η ταυτότητα της πόλης μέσα από το Δημοτικό Αρχείο. Εκδοση Δήμου Κιλκίς 2000
[3]ΕΣΥΕ, Στατιστική Επετηρίς της Ελλάδος, Αθήναι 1969, σελ. 18. Σύμφωνα με την απογραφή του 2001, η πυκνότητα οίκησης έχει υπερβεί τα 80 άτομα ανά τετρ. χλμ.
[4] Την επιστολή του κυβερνήτη δημοσιεύει ο Δ. Ζωγράφος, Ιστορία της ελληνικής γεωργίας, Εκδόσεις Αγροτικής Τραπέζης, Αθήναι 1976, σελ. 260.
[5] Για όλα τα θεσμικά κείμενα, βλ. Α. Καραδήμου – Γερόλυμπου, «Από τη δημιουργία του ελληνικού κράτους μέχρι το Ν. Δ. του 1923: Περίγραμμα της ελληνικής πολεοδομικής νομοθεσίας», στο (Α. Γερόλυμπου, Κ. Καυκούλα, Ν. Παπαμίχος, Β. Τουρπτσόγλου, επιμ.) Σημειώσεις για το μάθημα του Δικαίου και της Τεχνικής Νομοθεσίας. Φωτοτυπημένη έκδοση Υπηρεσίας Δημοσιευμάτων ΑΠΘ, Θεσσαλονίκη 1999, σελ. 1-18. 
[6] Β.Δ. της 9/21 Ιουνίου 1836 και Β.Δ. της 20.10/1.11. 1837 (αριθ. 25111) περί συνοικισμού εν Πεταλιδίω.
[7] Β.Δ. 13 Ιουλίου 1837.
[8] Β.Δ. 13.10.1834 περί εποικισμού των Κρητών εν Μινώα