Εξέλιξη της Ελληνικής χαρτογραφίας από την αρχαιότητα μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα

Ν. Παπαπασχάλης, Τοπογραφία, 1937

 

Τας προς χαρτογράφησιν της Ελλάδος εργασίας δυνάμεθα να διαιρέσωμεν εις τας εξής χρονικάς περιόδους αίτινες εν μέρει ανταποκρίνονται προς τας χρονικάς περιόδους των εκάστοτε διοικητών της Χαρτογραφικής Υπηρεσίας Στρατού, του μόνου σχεδόν προς χαρτογράφησιν της Ελλάδος ασχολουμένου ιδρύματος.


1η περίοδος. Από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι του έτους 1829

Πάντες οι αρχαίοι Γεωγράφοι, μηδέ του Στράβωνος εξαιρουμένου, οι ασχοληθέντες εις την γεωγράφησιν της Ελλάδος ενώ συνήθως ασχολούνται εις την περιγραφήν και των μικροτέρων ναών και βωμών, εν τούτοις ουδεμίαν θετικήν πληροφορίαν παρέχουσι περί της ακριβούς θέσεως των διαφόρων πόλεων, ορέων, ποταμών, περί της φύσεως του εδάφους ή των χαρακτηριστικών αυτού ανωμαλιών. Ουδείς εκ των αρχαίων γεωγραφικών πινάκων της Ελλάδος διέφυγε την καταστρεπτικήν επίδρασιν του χρόνου.

Ο αρχαιότερος γεωγραφικός πίναξ, εν ω εμφανίζεται η παράστασις της Ελλάδος και όστις δεικνύει την επίδοσιν των αρχαίων περί την τέχνην της κατασκευής των χαρτών, φαίνεται χρονολογούμενος από του έτους 393 μ.Χ. και εκτελεσθείς κατά διαταγήν του Αυτοκράτορος Θεοδοσίου. Ο χάρτης ούτος δεν στηρίζεται επί των αρχαίων συγγραφέων, καθ’ ους η Πελοπόννησος «ειδομένη πλατάνοιο μυουρίζοντι πετάλω» καθ’ όσον εν αυτή η Ελλάς παρίσταται δια δυο επιμήκων τριγώνων συνδεομένων κατά κορυφήν δια πλατέως λαιμού παριστώντος τον Ισθμόν.

Ο χάρτης της Ελλάδος, όστις ευρίσκεται εν χειρογράφω των γεωγραφικών του Πτολεμαίου της Αθωνίτιδος μονής του Βατοπεδίου (των αρχών του XV αιώνος) είναι πληρέστερος του προηγουμένου, φέρει μεσημβρινούς και παραλλήλους, αφιστώντος κατά τέταρτον ώρας. Αι πόλεις και αι νήσοι αναγράφονται εν τετραγώνοις και τίθενται δια συντεταγμένων. Το σχήμα όμως της χώρας είναι φαντασιώδες. Η στερεά Ελλάς παρίσταται υπό τετραπλεύρου επιμήκους, συνενουμένη κατά τον Ισθμόν και το Ρίον μετά της Πελοποννήσου ήτις έχει σχήμα ωοειδές.

Μετά την εφεύρεσιν της τυπογραφίας αι εκδόσεις των αρχαίων επολλαπλασιάσθησαν λίαν ταχέως συνοδευόμεναι υπό ατλάντων, ων οι πλείστοι δεν παρείχον μεν το ακριβές σχήμα της Ελλάδος πάντως επλησίαζον περισσότερον συν τη παρόδω των ετών.

Τοιούτοι χάρται εισίν οι κάτωθι:

  • 1486 έκδοσις του Πτολεμαίου εν Βενετία υπό Juste de Albanos και T. Reger.

  • 1574 έκδοσις εν Βενετία υπό Gierro Ruscelli.

  • 1645 Tobulae geographical urbis terraveteribum cogcitis

  • 1500 χάρτης B. Velli.

  • 1558 χάρτης Canditi Lettore S.C επί των αρχαίων συγγραφέων Ηροδότου, Θουκυδίδου, Παυσανίου, Στράβωνος και Πτολεμαίου.

  • Χάρτης de l’ Isle.

Χάρτης του 1535
Χάρτης του 1634

Η εφεύρεσις της πυξίδος έκαμε νέας οδούς εν τη χαρτογραφία αντικαταστήσασα τας εξ όψεως απεικονίσεις δια των δια ταύτης υποτυπώσεων, παρ’ όλας τας ατελείας ας παρουσίαζεν αύτη κατά τους χρόνους εκείνους. Κατά τους χρόνους τούτους αποπειρώνται να απεικονίσωσι το έδαφος προοπτικώς.

Σαφεστάτην ιδέαν των παραλίων της Ελλάδος παρέχει ημίν το εν Αμστελοδάμω (1698) υπό των Ολλανδών Jan Vanloon και Nicolas Jang Wooght εκδοθέν Le nouneau et grand illuminant tambeau de la mer συνοδευόμενον υπό χαρτών.

Εκείνος όστις παρέστησε το σχήμα της χώρας ημών μάλλον σύμφωνον προς την αλήθειαν είναι ο Danville (1745) εκδώσας χάρτην της Ευρώπης εις 2 φύλλα.

Ο εν τω 1797 εκδοθείς ρωσσικός χάρτης της Ελλάδος μετά την ατυχή έκβασιν της εκστρατείας Ορλώφ είναι λίαν πλημμελής.

Η «χάρτα της Ελλάδος» του εθνομάρτυρος Ρήγα του Βελεστινλή εκδοθείσα εν Βιέννη (1797) εθνική μάλλον ή χαρτογραφικήν αξίαν έχει. Υπάρχει εις το Εθνολογικόν Μουσείον της Ελλάδος.

Τω 1807 ο Barbier Dubocage κατέστρωσε χάρτην της Πελοποννήσου της εκδόσεως μη επιτραπείσης υπό του Βοναπάρτου.

Τω 1817 ο εκ Ζακύνθου Ν. Κεφαλάς εξέδωκε χάρτας ναυτικούς εν Μασσαλία Ελληνιστί, της Μεσογείου και του αρχιπελάγους εν αις αι καμπαί των ακτών διαγράφονται αρκούντως σαφώς.

Η Ελληνική επανάστασις επιστήσασα την προσοχήν της Ευρώπης επί της Ανατολής, προυκάλεσε την έκδοσιν διαφόρων φανταστικών χαρτών της Ελλάδος. Μεταξύ τούτων εφάνη ο μέγας χάρτης της Πελοποννήσου υπό κλίμακα 1/400.000 εις 4 φύλλα του Lapie, ων τα δύο πρώτα εξεδόθησαν τω 1825, τα δε έτερα δύο τω 1827. Εις τον χάρτην τούτον τα μεσόγεια έχουσιν αποδοθή δι’ επισταμένης μελέτης των παντοειδών της Ελλάδος διαφόρων οδοιπορικών και υπαρχόντων χαρτών, συνεπώς το εσωτερικόν της χώρας μένει εντελώς άγνωστον.


2α περίοδος (1829-1889)

Χάρτης της Θράκης που τυπώθηκε στο Παρίσι το 1835

Αι κατά τα εξήκοντα ταύτα έτη γενόμεναι χαρτογραφικαί εργασίαι εν Ελλάδι ήσαν αι εξής:

1ον Γαλλικαί. Η Γαλλία αποστείλασα κατά τον υπέρ ανεξαρτησίας ημών αγώνα σώμα στρατού κατοχής,επωφελήθη της ευκαιρίας προς εξερεύνησιν της Πελοποννήσου υπό διαφόρους επιστημονικάς απόψεις και υπό χαρτογραφικήν τοιαύτην. Τούτου ένεκα κατά Μάρτιον του 1829 αξιωματικοί του Γενικού Επιτελείου προσκεκολημμένοι τω ανωτέρω σώματι ήρξαντο τριγωνομετρικών εργασιών, αίτινες επερατώθησαν τον Ιανουάριον του 1831. Προσδιωρίσθησαν υπέρ τα 1.000 τριγωνομετρικά σημεία εργασθέντων προς τούτο 3 αξιωματικών υπό τον λοχαγόν Paytier.

Αι τοπογραφικαί εργασίαι ανατεθείσαι εις εννέα αξιωματικούς υπό τον ταγματάρχην Bartelemy ήρξαντο κατά τον Ιανουάριον του 1829 και επερατώθησαν τω 1831. Αύται εστηρίζοντο εν μέρει μεν επί προσωρινών τριγωνομετρικών σημείων, εν μέρει δε εξετελούντο και άνευ τοιούτων, καθ’ όσον τα αποτελέσματα των τριγωνομετρικών παρατηρήσεων, υπελογίσθησαν μετά την εις Γαλλίαν επιστροφήν των αξιωματικών τούτων, οπότε συνετάγη ο χάρτης της Πελοποννήσου περιλαμβάνων και μέρος της Βοιωτίας. Λιθογραφηθείς δ’ ούτος εδημοσιεύθη υπό κλίμακα 1: 200.000 εις 6 φύλλα κατά το έτος 1832.

Βραδύτερον αι τριγωνομετρικαί εργασίαι επεξετάθησαν επί της Ευβοίας, Αττικής και Βοιωτίας προσδιορισθέντων 600 έτι τριγωνομετρικών σημείων, κατά το έτος 1852 εδημοσιεύθη εν Παρισίοις νεωτέρα έκδοσις του ανωτέρω χάρτου υπό την αυτήν κλίμακαν εις 20 φύλλα, όστις περιλαμβάνει ολόκληρον την έκτασιν του τότε Ελληνικού Βασιλείου. Ο χάρτης ούτος εχρησίμευσεν ως βάσις πάντων των νεωτέρων χαρτών της Ελλάδος και των Γεωγραφικών τοιούτων ως και των υπό του Στρατιωτικού Γεωγραφικού Ινστιτούτου της Βιέννης εκδοθέντος επιμελεία του Έλληνος Συν/ρχου Ιφικρ. Κοκκίδου υπό κλίμακα 1:300.000 εν έτει 1885.

2ον Γερμανικαί. Σκοπός των εργασιών τούτων ήτο η Τοπογραφική υποτύπωσις μικρών εκτάσεων χάριν ιστορικών μελετών. Και το μεν 1862 εξεδόθη ο χάρτης των Αθηνών και των περιχώρων, μετά δε την εγκατάστασιν εν Αθήναις της Γερμανικής αρχαιολογικής σχολής ήρξατο από του έτους 1875 η τοπογραφική υποτύπωσις του λεκανοπεδίου Αττικής στηριχθείσα επί του ιδίου τριγωνισμού. Οι τοπογραφικοί ούτοι χάρται εξεδόθησαν υπό κλίμακα 1:12.500 και 1:25.000. Όμοιαι εργασίαι εγένοντο εν Ολυμπία και Μυκήναις. Εις απάσας τας εργασίας ταύτας έλαβον μέρος Έλληνες αξιωματικοί του Γενικού Επιτελείου.


Αλ. Μαυροκορδάτος (1862-1895)

3ον Ελληνικαί. Εν έτει 1887 η Ελληνική κυβέρνησις επεζήτησε την σύνταξιν του χάρτου της Θεσσαλίας, ης μόνος οδοιπορικά υπομνήματα υπήρχον μέχρι της εποχής εκείνης. Ανέθεσαν δε την εργασίαν εις Έλληνας αξιωματικούς υπό την διεύθυνσιν του ανθυπολοχαγού πεζικού Α. Μαυροκορδάτου, Καθηγητού βραδύτερον της τοπογραφίας εν τη στρατ. Σχολή των Ευελπίδων. Η αποστολή αύτη κατήρτησεν ίδιον τριγωνομετρικόν δίκτυον, όπερ εστήριξεν επί μιας των πλευρών των Γαλλικών τοιούτων, υποτύπωσεν ολικήν επιφάνειαν 1.600 τετρ. χ. υπό κλίμακα 1: 25.000 διακοπεισών των εργασιών περί τα μέσα του έτους 1899. Η εργασία αύτη εξεδόθη υπό κλίμακα 1:50.000 εις πέντε φύλλα ως εξής: Δομοκού, Φαρσάλων, Δουβλατάν, Αβαρίτσης, Βελεστίνου.


3η περίοδος. Από της αφίξεως Αυστριακών αξιωματικών μέχρι της αναχωρήσεως αυτών (1889-1896).

Η Ελληνική Κυβέρνησις αιτούσα την σύνταξιν του κτηματολογικού χάρτου της χώρας δι’ ενεργειών παρά τη αυστριακή Κυβερνήσει κατώρθωσε προς τούτο να κατέλθωσιν εις την Ελλάδα οι κάτωθι αξιωματικοί του στρατιωτικού γεωγραφικού Ινστιτούτου: Συνταγματάρχης H. Hartl, Αντισυνταγματάρχης μετέπειτα καθηγητής γεωδαισίας εν τω Πανεπιστημίω της Βιέννης F. Lerhl, λοχαγός J. Lohv υποπλοίαρχος. Άμα τη αφίξει της ανωτέρω αυστριακής αποστολής (Αύγουστος 1889) απεσπάσθη αριθμός τις Ελλήνων αξιωματικών και η νεοσύστατος αύτη υπηρεσία έλαβε τον τίτλον «Γεωδαιτικόν Απόσπασμα». Ο τίτλος «Χαρτογραφική Υπηρεσία του στρατού» εδόθη τη υπηρεσία ταύτη εν έτει 1895.

Αι κατά την περίοδον ταύτην εκτελεσθείσαι εργασίαι εισίν αι εξής:

Γεωδαιτικαί. Μέτρησις της βάσεως εις της ΒΑως Ελευσίνος πεδιάδα (Θριάσειον πεδίον). Το προσωρινόν μήκος της βάσεως ευρέθη 4.294,60759μ με μέσον σφάλμα ±2.88χιλ. Χωροστάθμησις γεωμετρική της βάσεως, ως μέση στάθμη της θαλάσσης ληφθείσης φυσικής τινος γραμμής κεχαραγμένης υπό των υδάτων επί του προβλήτος του υπάρχοντος εν τω κόλπω της Ελευσίνος. Ανάπτυξις βάσεως, καταρτισμός δικτύων, 1η τάξις, 2ος, 3ος και κατωτέρων τάξεων εργασία ήτις βαθμηδόν επεξετάθη εφ’ όλης της χώρας.

Σύνδεσις του δικτύου μετά της Ιταλίας και συνεπώς μετά του της Ευρώπης τοιούτου επί της νήσου Κερκύρας και δια της πλευράς Παντοκράτωρ – Όθωνος.

Αυστριακαί. Ενώ εξηκολούθουν αι γεωδαιτικαί εργασίαι ο Hartl εξετέλεσεν αστρονομικάς παρατηρήσεις δια τον προσανατολισμόν του δικτύου. Προς τούτο εξελέγη σημείον τι επί του λόφου των Νυμφών πλησίον του αστεροσκοπείου και εν τω προαυλίω αυτού κείμενον. Το σημείον τούτο μετά την επ’ αυτού ίδρυσιν μαρμαρίνου βάθρου εχρησιμοποιήθη ως αστρονομικός σταθμός. Δια παρατηρήσεων προσδιωρίσθη το πολικόν ύψος του μαρμαρίνου βάθρου και το αζιμούθιον της προς την Πάρνηθα διευθύνσεως.

Κτηματολογικαί. Αύται ήρξαντο δοκιμαστικώς το πρώτον προς εξάσκησιν του προσωπικού.

Αι τακτικαί τοιαύται ήρξαντο εν έτει 1893 εν τω Αργολικώ πεδίω και τη Θεσσαλία. Υπετυπώθη εν όλω έκτασις 200.000 περίπου Β. στρεμμάτων υπό κλίμακα 1:5.000

Τοπογραφικαί. Αύται μόνον δοκιμαστικώς εγένοντο κατά την θερινήν περίοδον το έτος 1896 εν Θεσσαλία προς εξάσκησιν του προσωπικού υπό κλίμακα 1:20.000 δια σκιωδών γραμμών.