Εκκλησίες του Κιλκίς στο μεσοπόλεμο

Θανάσης Βαφειάδης, Κιλκίς 1914-1934 – Η ταυτότητα της πόλης μέσα από το δημοτικό αρχείο


Η εκκλησία του Αη Γιώργη. Αεροφωτογραφία του 1961

Η τελευταία φάση της τουρκοκρατίας συνοδεύθηκε από έντονη θρησκευτική δραστηριότητα των εθνοτήτων που κατοικούσαν στην πόλη [1]. Η αλλαγή αυτή υποκινήθηκε και καθορίσθηκε κυρίως από δυο παράγοντες. Οι πρώτος ήταν τα διατάγματα Χάτι Σερίφ του Γκιουλχανέ και Χάτι Χουμαγιούν, που καθόρισαν το νομοθετικό πλαίσιο πάνω στο οποίο βασίσθηκε η άνθιση της ναοδομίας των υπόδουλων εθνοτήτων. Τα διατάγματα αυτά εξίσωναν τις παραπάνω χριστιανικές εθνότητες με τους μουσουλμάνους απέναντι στο νόμο, εξασφαλίζοντας τους ελευθερία στην ανέγερση ναών και στην επιλογή του αρχιτεκτονικού τους τύπου. Το δεύτερο και ισχυρότερο κίνητρο αποδείχθηκε το μακεδονικό ζήτημα. Την περίοδο αυτή το κύρος και η δύναμη της κάθε εθνικής κοινότητας στην πόλη μετριόταν με τον αριθμό και το μέγεθος των θρησκευτικών της οικοδομημάτων [2]. Αυτό είχε σαν συνέπεια όχι μόνο την ανέγερση νέων ναών αλλά και τις διεκδικήσεις επί των ήδη υπαρχόντων [3].

Στην εκκλησία του αη Γιώργη

Για τους ναούς που υπήρχαν την περίοδο αυτή οι πληροφορίες είναι αντιφατικές και ως προς την ονομασία τους και ως προς την κυριότητά τους. Ο Γρ. Σμιάρης αναφέρει σχετικά: Η πόλις του Κιλκίς εκτός του ιερού ναού του Αγίου Γεωργίου είχεν εντός της πόλεως εις θέσιν της νυν οικίας Βασιλάκου και Χρυσάφη την καταστραφείσαν υπό της πυρκαϊάς του πολέμου του 1913, εκκλησίαν της Αγίας Κυριακής[4]. Τρίτην εκκλησίαν διασωθείσαν του Αγίου Δημητρίου. Τετάρτην εκκλησίαν του νεκροταφείου, τότε Μεταμορφώσεως [5] νυν δε ανακαινισθείσαν εκκλησίαν των Πεντεκαίδεκα Μαρτύρων των εν Τιβεριουπόλει Μαρτυρησάντων. Το ίδρυμα των Καθολικών περιελάμβανε εις το κεντρικόν σημείον της πόλεως Κιλκίς εν κτίριον κεντρικόν της μονής μετά μικράς εκκλησίας και διαφόρων αιθουσών και έτερα δυο κτίρια, εξ ών το εν δι' οικοτροφείον (ορφανοτροφείον) και το έτερον δια σχολείον των τροφίμων τούτου. Επίσης μέχρι του 1924 [6] έτους εφαρμογής της συνθήκης ανταλλαγής των μεταναστευσάντων εις Βουλγαρίαν κατοίκων, είχον υπό την κατοχήν των και τον επί του ομωνύμου λόφου ιερόν ναόν του Αγίου Γεωργίου ο οποίος εις παλαιοτέραν εποχήν είχε μοναστηριακά κτίσματα, τα οποία μετά τον πόλεμον του 1912 ηρημώθησαν και αφαιρεθέντα έμεινεν μόνον ο ναός.

Με την έλευση των προσφύγων οι προϋπάρχοντες αυτοί ναοί χρησιμοποιούνται από τους νέους κατοίκους που τους επισκευάζουν και τους ανακαινίζουν. Στις 28 Νοεμβρίου 1913 αφιερούται και εναποτίθεται εις την προς Γιάννες, νυν Μεταλλικόν, εκκλησίαν της πόλεως Κιλκίς το ιερόν λείψανον της δεξιάς χειρός του ιερομάρτυρος Πέτρου και τιμάται έκτοτε ο Ιερός ούτος ναός επ’ ονόματι των Πεντεκαίδεκα Μαρτύρων [7]. Την εσωτερική διακόσμηση της εκκλησίας ανέλαβε ο αγιογράφος Γρηγόριος [8] που φιλοτέχνησε ξυλόγλυπτα και εικόνες του τέμπλου. Σε χειρότερη κατάσταση βρισκόταν η εκκλησία του Αγίου Δημητρίου που λειτούργησε σαν ενοριακός ναός των Στενημαχιτών. Σύμφωνα με τον Αρ. Σιδέρη ο προϋπάρχων παλαιός ναός του Αγίου, ευρίσκετο εις αθλίαν κατάστασιν ως οικοδομή, με την χαμηλήν στέγην του και με σχήμα κάθε άλλης οικοδομής παρά εκκλησίας εδείκνυεν, αν δεν υπήρχον σημεία - σταυροί επί της στέγης - επ’ αυτού.

Η παλιά εκκλησία των Πεντεκαίδεκα Μαρτύρων


Η αύξηση του πληθυσμού της πόλης με την εγκατάσταση και του δεύτερου κύματος προσφύγων δημιούργησε καινούργιες λατρευτικές ανάγκες και η ανεπάρκεια των υπαρχόντων ναών αποτέλεσε ισχυρό κίνητρο για την κατασκευή ενός καινούργιου θρησκευτικού κτιρίου, μεγαλύτερου και ανετότερου, που θα λειτουργούσε ως μητροπολιτικός ναός. Για την ανέγερση του ναού η Κοινότητα στις 17 Απριλίου 1929 εγκρίνει και ψηφίζει πίστωσιν δραχμών 15.000 επ’ ονόματι του μητροπολίτου Πολυανής, ως προέδρου της εκκλησιαστικής επιτροπής, δια την ανέγερσιν μητροπολιτικού καταστήματος, ενισχύουσα ούτω και η Κοινότητα Κιλκίς δια της δωρεάς ταύτης, το αναφερθέν υπό της ρηθείσης επιτροπής προς εκτέλεσιν κοινωφελές έργον. Ο σχεδιασμός της μητρόπολης στηρίχθηκε στην εισαγωγή μιας νέας παραμέτρου, της μνημειακότητας. Η μνημειακότητα εκφράστηκε με την αύξηση των διαστάσεων και την επιλογή ενός πολυπλοκότερου και επιβλητικότερου αρχιτεκτονικού τύπου από τον συνηθισμένο της ξυλόστεγης τρίκλιτης βασιλικής και με την χωροθέτηση [9] του κτιρίου σε περίοπτη θέση του πολεοδομικού ιστού. Επιπλέον η τοποθέτηση του κτιρίου πάνω σε κρηπίδωμα, έδινε το πλεονέκτημα της μακρινής θέασης ακόμη και πάνω από τις στέγες των σπιτιών. Για τη μελέτη των σχεδίων και την επίβλεψη της κατασκευής επιλέχθηκε ο Δημήτριος Ευθυμιάδης διπλωματούχος πολιτικός μηχανικός του Πολυτεχνείου Τομσκ της Ρωσίας που εκπόνησε τα σχέδια πολλών ακόμη εκκλησιών του Νομού Κιλκίς. Το 1930 τέθηκε ο θεμέλιος λίθος από τον μητροπολίτη Πολυανής και Κιλκισίου Κύριλλο Αφεντουλίδη.

Μετά την κατασκευή της περιμετρικής και της εσωτερικής συνδετήριας αργολιθοδομής θεμελίωσης, οι εργασίες σταμάτησαν λόγω οικονομικών δυσχερειών. Επί των θεμελίων ανοικοδομήθηκε πρόχειρος ναός ο οποίος λειτούργησε μέχρι το 1957. Η εκκλησία αυτή είχε ορθογωνική κάτοψη, με δίρριχτη στέγη που έδινε τριγωνικά αετώματα στην ανατολική και δυτική όψη. Κάτω από το γείσο της στέγης για διακοσμητικούς λόγους είχε τοποθετηθεί οριζόντια ταινία κυματοειδούς διατομής. Η είσοδος στο ναό γινόταν από δύο τοξωτές εισόδους στη δυτική και νότια πλευρά, ενώ δύο μονόλοβα παράθυρα συμπλήρωναν τα ανοίγματα στις όψεις του κτιρίου. Μπροστά από την κύρια είσοδο προεξείχε ένα πρόκτισμα - ανεμοφράκτης υπό τύπον εξωνάρθηκα. Το 1957 το κτίριο κατεδαφίσθηκε και στη θέση του ανεγέρθηκε ο σημερινός μητροπολιτικός ναός.

Τις εκκλησίες αυτής της περιόδου συμπληρώνει το παρεκκλήσι των Ταξιαρχών, η ανέγερση του οποίου ξεκίνησε το 1927 [10].


Νεκροταφεία


Το παρεκκλήσι του Προφήτη Ηλία

Τα νεκροταφεία κατά τη διάρκεια της τουρκοκρατίας ήταν διάσπαρτα στην πόλη. Οθωμανικά κοιμητήρια βρίσκονταν στη θέση που είναι σήμερα το Ειρηνοδικείο Κιλκίς ενώ τα βουλγαρικά στην εκκλησία των Ταξιαρχών. Ο Αρ. Σιδέρης αναφέρει σχετικά: λέγεται ότι προ της καταλήψεως της πόλεως Κιλκίς η εκκλησία αυτή εχρησίμευεν ως τοιαύτη του νεκροταφείου, καθότι ευρέθησαν κοιμητήριες πλάκες εκ μαρμάρου με βουλγαρικές επιγραφές καθώς και άλλες επιγραφές εις το κάτω μέρος των μεγάλων μανουαλιών, τα οποία μάλιστα, κατά κυβερνητικήν εγκύκλιον αφήρεσαν οι ομογενείς από αυτά χρησιμοποιούντες λίμες και σκαρπέλα δια την εξάλειψιν των. Μετά την απελευθέρωση και μέχρι το 1923 σαν χώρος κοιμητηρίων χρησιμοποιήθηκε ο περίβολος του παρεκκλησίου του Προφήτη Ηλία [11]. Στο ρυμοτομικό σχέδιο του 1923 στο χώρο του σημερινού Ο.Τ. 102Α δυτικά της εκκλησίας των Δεκαπέντε Μαρτύρων προβλεπόταν η ύπαρξη γαλλικού νεκροταφείου [12].

Σε πολλές περιπτώσεις ο Δήμος αναλάμβανε τη φροντίδα της κηδείας των δημοτών του [13]. Ήταν ένα κοινωνικό έργο με μεγάλο αντίκτυπο στον ψυχικό κόσμο εκείνων που έχαναν ένα οικείο τους πρόσωπο. Επειδή η απόσταση εκκλησίας - νεκροταφείου ήταν μεγάλη ο δήμος προχώρησε σε δωρεά 300 δρχ για αγορά νεκροφόρας άμαξας (14/6/1915). Επίσης διέθεσε στην εκκλησιαστική επιτροπή χρήματα υπέρ περιφράξεως νεκροταφείων ίνα μην καταπατώνται οι τάφοι τυχαίως υπό των διαφόρων διερχομένων κτηνών (31/3/1924). Με την οριστική διανομή του αγροκτήματος το 1930 παραχωρήθηκε έκταση 15 στρ. για νεκροταφεία στη θέση που βρίσκονται σήμερα.


Υποσημειώσεις


1   Σύμφωνα με τον Χαλκιόπουλο το 1910 η ελληνική κοινότητα του Κιλκίς ηρίθμει μόνον 30 μέλη, έναντι 3 χιλιάδων σχισματικών, εξ ών οι πλείστοι βία και φόβω προσεχώρησαν εις την Εξαρχίαν, 1500 Βουλγαροουνιτών, 50 ορθοδόξων Σέρβων και 1200 Μουσουλμάνων. Ο Αθ. Αγγελόπουλος για την ίδια περίοδο ανεβάζει τον αριθμό των κατοίκων του Κιλκίς πόλη στις 10 χιλιάδες. 
2 Εντύπωση προκαλεί η απουσία τζαμιού στην πόλη, που λογικά θα έπρεπε να υπάρχει, για να εξυπηρετεί τις λατρευτικές ανάγκες της πολυπληθούς μουσουλμανικής κοινότητας. 
3Aπό του 1886 μέχρι του 1891 εξέσπασε σφοδρά έρις μεταξύ των Βουλγαροουνιτών και των αφυπνιζομένων Βουλγαροεξαρχικών εις το Κιλκίς δια την κυριότητα των ναών του Αγίου Γεωργίου και της κτηματικής περιουσίας του άλλου ναού του Ταξιάρχου Μιχαήλ. Αγγελόπουλος Αθανάσιος, Αι ξέναι προπαγάνδαι εις την επαρχίαν Πολυανής κατά την περίοδον 1870- 1912.
4   Κατά τον Σιδέρη η εκκλησία ήταν αφιερωμένη στον Ταξιάρχη Μιχαήλ
5 Κατά τον Λευκίδη η εκκλησία ήταν αφιερωμένη στον Άγιο Αθανάσιο
6 Για την χρονολογία που περιήλθε η κυριότητα του ναού στους Έλληνες ο Σιδέρης σημειώνει: κατά την αφήγησιν των εκ Στρωμνίτσης καταγομένων και καταφυγόντων, μετά τους βαλκανικούς πολέμους εις Κιλκίς συμπολιτών Αριστείδου Λευκίδου και Κωνσταντίνου Μακρυνιώτη, συνεκεντρώθησαν οι ελληνόπαιδες μαθηταί τον Αύγουστον του 1915 και εν σώματι ανέβησαν εις τον λόφον και αξίωσαν από τις καλογρηές όπως εγκαταλείψουν αμέσως την εκκλησίαν καθότι είναι ορθόδοξος ελληνική και όχι καθολική - Γαλλική. Και πράγματι την εγκατέλειψαν. Σιδέρης Αριστείδης, Άσβηστες μνήμες.
7 Εκ των Πεντεκαίδεκα οι τέσσαρες ο Τιμόθεος, ο Κομάσιος, ο Ευσέβιος και ο Θεόδωρος κατήγοντο από την Νίκαιαν της Βιθυνίας. Οι τέσσερις αυτοί όταν ξέσπασαν οι διωγμοί των χριστιανών, εγκατέλειψαν την Νίκαιαν και μέσω Θεσσαλονίκης, όπου εθεωρήθησαν ανεπιθύμητοι, κατέφυγαν εις την Τιβεριούπολιν, την σημερινήν Στρώμνιτσα, όπου εγκατεστάθησαν μονίμως και άρχισαν να κηρύττουν την χριστιανικήν πίστιν. Το κήρυγμα των 4 προσφύγων ενθουσίασε τους Στρωμνιτσιώτες και εντός ολίγου προστέθηκαν άλλοι 11 ενθουσιώδεις ντόπιοι οπαδοί, ο Πέτρος, ο Ιωάννης, ο Σέργιος, ο Θεόδωρος, ο Νικηφόρος, ο Ιερόθεος, ο Χαρίτων, ο Δανιήλ, ο Βασίλειος, ο Θωμάς και ο Σωκράτης. Η χριστιανική δράση των μελών της ομάδας αυτής στην Στρώμνιτσα προκάλεσε την αντίδραση των οπαδών του Ιουλιανού, που διέταξαν την εκτέλεση τους στις 28 Νοεμβρίου 362 μ.Χ. Τα σώματα των μαρτύρων αυτών της πίστεως παρέμειναν για μερικές ημέρες άταφα, όταν όμως αναχώρησαν από εκεί οι απεσταλμένοι του Ιουλιανού, οι Χριστιανοί της Τιβεριουπόλεως, κατασκεύασαν πολυτελείς λάρνακες, μία για κάθε μάρτυρα, τα τοποθέτησαν σ’ αυτές και τα κήδευσαν μεγαλοπρεπώς. Κατά τον 9ο αιώνα οι Βούλγαροι βασιλείς Μιχαήλ και Συμεών άρπαξαν τα σκηνώματα των αγίων αυτών και τα μετέφεραν στην Βουλγαρία. Διασώθηκε μόνο το ιερό λείψανο του δεξιού χεριού του ιερομάρτυρος Πέτρου, που περισυλλέχθηκε από γυναίκα που παραβρίσκονταν στον τόπο του μαρτυρίου. Σήμερα το ιερό αυτό λείψανο μαζί και η παλιά εικόνα των Πεντεκαίδεκα, που ανιστορήθηκε το 1851, μεταφέρθηκαν μετά την αποχώρηση του ελληνικού στοιχείου της Στρωμνίτσης, το 1913 και εναποτέθηκαν στον ομώνυμο ναό του Κιλκίς. Οι Πεντεκαίδεκα καθιερώθηκαν πολιούχοι του Κιλκίς και η 28 Νοεμβρίου, ημέρα του μαρτυρίου τους επιβλήθηκε σαν τοπική γιορτή. Αγγελόπουλος Αθανάσιος, Βόρειος Μακεδονία - ο Ελληνισμός της Στρωμνίτσης.
8 Ρώσος αξιωματικός του τσαρικού στρατού, απόφοιτος της σχολής Καλών Τεχνών της Πετρούπολης που κατέφυγε στην Ελλάδα μετά το 1917. Στο Κιλκίς κατοικούσε μέχρι το 1940.
9 απόφαση της 5/12/30 περί καθορισμού χώρου ανεγέρσεως του μητροπολιτικού ναού.
10 Κατεδαφίσθηκε το 1980 και στην ίδια θέση ανεγέρθηκε νέο.
11 Επίσης εις το ανατολικόν προάστιον της πόλεως διεσώθη ναίδριον του Προφήτου Ηλία με περίβολον χρησιμοποιηθέντα αργότερον κατά την διάρκειαν του Α’ Ευρωπαϊκού πολέμου 1914-1920 ως νεκροταφείον των νέων κατοίκων ελλήνων προσφύγων Στρωμνιτσιωτών, Θρακών και Καυκασίων. Σιδέρης Αριστείδης, Άσβηστες μνήμες.
12 προτείνει την περίφραξιν του έναντι του καφενείου Καραΐτου χώρου, του κειμένου μεταξύ του νοσοκομείου και του σχολείου θηλέων, του προοριζομένου δια κοινοτικόν κήπον, ως και την περίφραξιν του παρά το νεκροταφείον των Γάλλων ετέρου χώρου του κατάλληλου δια φυτώριον (8/8/1926).
13  Μεταξύ αυτών και του μητροπολίτη Φωτίου. Η σχετική απόφαση έγκρισης εξόδων της κηδείας του εκλιπόντος Μητροπολίτου Πολυανής ελήφθη στις 8/6/1928.