Γαιοκτησία και γαιοκτητική πολιτική

Θανάσης Βαφειάδης, Αδημοσίευτο


Αγροτικές εργασίες την περίοδο της τουρκοκρατίας (Choiseul – Gouffier)
Από χειρόγραφο της Μονής Εσφιγμένου

Κατά τη βυζαντινή περίοδο στο μεγαλύτερο μέρος της ελληνικής γης επικρατούσε τιμαριωτικό καθεστώς. Οι καλλιεργητές των τιμαρίων ονομάζονταν πάροικοι ή εναπόγραφοι και υποχρεώνονταν να παρέχουν τις υπηρεσίες τους στους τιμαριούχους. Οι πάροικοι δεν είχαν σχεδόν κανένα δικαίωμα, δεν μπορούσαν να εγκαταλείψουν τα χωράφια ή να αλλάξουν επάγγελμα και πωλούνταν μαζί με το κτήμα, στους τίτλους του οποίου ήταν ονομαστικά καταγεγραμμένοι όχι μόνο αυτοί αλλά τα μέλη της οικογένειας τους. Τιμαριούχοι ήταν ο αυτοκράτορας, οι ευγενείς και ο κλήρος. Η βασιλική οικογένεια διέθετε μεγάλες εκτάσεις που προέρχονταν από κατακτήσεις και δημεύσεις. Ο κλήρος κατείχε και αυτός μεγάλες εκτάσεις, οι οποίες ανήκαν άλλοτε σε ναούς των εθνικών ή είχαν δωρισθεί από αυτοκράτορες ή είχαν προσφερθεί από ιδιώτες για την σωτηρία της ψυχής τους. Παράλληλα με τη φεουδαρχική ιδιοκτησία υπήρχε και η ατομική ιδιοκτησία, που αποτελούνταν από μικρά αγροκτήματα, τα οποία καλλιεργούνταν από ελεύθερους γεωργούς, τους χωρίτες. Πολλοί από αυτούς κάτω από το βάρος της βαριάς φορολογίας εγκατέλειπαν την ιδιοκτησία τους και μετατρέπονταν σε δουλοπάροικους ή συνέρρεαν στα αστικά κέντρα όπου ζούσαν παρασιτικά.

Μετά την κατάρρευση του βυζαντινού κράτους και την υποταγή στους Τούρκους το γαιοκτητικό καθεστώς προσαρμόστηκε στο θεοκρατικό δίκαιο του Ισλάμ, σύμφωνα με το οποίο «η γη ανήκεν εις τον Αλλάχ και συνεπώς εις την σκιάν αυτού εν των κόσμω τούτω, τον οθωμανόν καλίφην». Οι σουλτάνοι που κατακτούσαν μια χώρα αποκτούσαν την ιδιότητα του χαλίφη και το δικαίωμα διάθεσης της γης με όποιον τρόπο ήθελαν. Από τους διάφορους τρόπους παραχώρησης σε τρίτους δημιουργήθηκαν διαφορετικές μορφές γαιοκτησίας, οι οποίες ταξινομούνταν σε 4 βασικές κατηγορίες: 1) Δημόσιες γαίες ή γαίες του στέμματος (ιμλιάκι χουμαγιούν – χας χουμαγιούν) 2) Αφιερωμένες γαίες (βακούφ) 3) Ιδιωτικές γαίες πλήρους κυριότητας (μουλκ) 4) Υποδημόσιες ή τιμαριωτικές γαίες (εραζίι – εμιριέ).

Το μεγαλύτερο μέρος της ελληνικής γης καταλάμβαναν οι υποδημόσιες γαίες που αποτελούσαν φέουδα, τα οποία παραχωρούσε ως προς την εκμετάλλευση ο σουλτάνος κυρίως στους στρατιωτικούς διοικητές (σπαχήδες), οι οποίοι ανάλογα με το μέγεθος του φέουδου ονομάζονταν τιμαριώτες (τιμαρλί) ή ζαΐμες (ζαΐμ). Οι υποδημόσιες γαίες απαρτίζονταν από τα «κεφαλοχώρια» και από τα «τσιφλίκια», που ήταν μεγάλα πεδινά αγροκτήματα. Στα τσιφλίκια ο ιδιοκτήτης παρείχε τη γη και ο καλλιεργητής την εργασία, ενώ το κεφάλαιο της εκμετάλλευσης (ζώα, σπόροι, κλπ) εισφέρονταν από τους δυο σε ποικίλες αναλογίες που διέφεραν κατά περιοχή. Η διανομή των προϊόντων ποίκιλε επίσης, αφού εφαρμόζονταν διάφορα συστήματα, όπως το μεσακάρικο, το τριτάρικο, το γεώμορο. Οι τρόποι καλλιέργειας της γης περιγράφονται αναλυτικά από τον Τάσο Βουρνά ως εξής: «Το συντροφικό ή μεσακάρικο: να δουλεύει ο αγρότης το χτήμα του φεουδάρχη με δικά του έξοδα. Από την ακαθάριστη συγκομιδή το δέκατο ανήκε στον γαιοκτήμονα, κατόπιν αφαιρούνταν τα έξοδα καλλιέργειας και το περίσσευμα γινόταν δύο μερίδια: ένα για τον καλλιεργητή κι ένα πάλι για το φεουδάρχη. Το τριτάρικο: αφού αφαιρεθεί η δεκάτη, έπαιρνε ο γαιοκτήμονας το 1/3, αφαιρουμένων των εξόδων καλλιέργειας. Γεώμορο ή αποκοπή: ο καλλιεργητής, είτε πετύχαινε είτε όχι η καλλιέργεια έπρεπε να δώσει στον γαιοκτήμονα τόσο καρπό, όσον εκείνος χρειαζόταν για τη σπορά. Ήταν το πιο απεχθές και το πιο διεφθαρμένο σύστημα».

Ο τσιφλικούχος κατασκεύαζε τα οικήματα των κολλήγων και τους παρείχε δάνεια και τα μέσα της διατροφής τους σε περίπτωση κακής σοδειάς. «Οι συνοικισμοί των κολλήγων», όπως γράφει ο Κ. Καραβίδας, «ήσαν χαμηλαί καλύβαι από χώμα, συγκεντρωμέναι παρά τον διώροφον πύργον ή κονάκι του ιδιοκτήτου, συνεσπειρωμέναι εις έδαφος χαμηλότερον, ώστε να είναι υποχείριαι υπό την εποπτείαν του τσιφλικούχου. Ήσαν άθλιοι συνοικισμοί χωρίς ιδίας κλειστάς αυλάς, χωρίς ορίζοντα, χωρίς αναπνοήν. Ανάλογον δε βεβαίως ήτο και το ηθικόν των καλλιεργητών που κατοικούσαν εκεί. Αγορά δεν υπήρχε και αι σιωπηλαί συγκεντρώσεις εγίνοντο μόνον εις τον περίβολον της εκκλησίας, ακόμη και το μικρόν παντοπωλείον του χωριού ανήκεν εις τον ιδιοκτήτην ή εις άνθρωπόν του». Οι παροχές του τσιφλικά χαρακτηρίζονταν από το μέγιστο βαθμό τοκογλυφίας και έτσι οι κολλήγοι που δεν μπορούσαν να εξοφλήσουν τα χρέη, τα οποία συνεχώς διογκώνονταν, παρέμεναν δέσμιοί του από γενιά σε γενιά.

Ο κολίγος ασχολούνταν κατά κανόνα σε μονοκαλλιέργειες ενώ παράλληλα δικαιούνταν να τρέφει μερικά μικρά ή μεγάλα ζώα χωρίς υποχρέωση να αποδίδει μερίδιο από την πρόσοδο αυτών στον ιδιοκτήτη. Χαρακτηριστική είναι η περιγραφή των τσιφλικιών που συνάντησε στη Μακεδονία M. Paillares στις αρχές του 20ου αιώνα: «Το τσιφλίκι είναι το κέντρο της αγροτικής δραστηριότητας στην Τουρκία και τις περισσότερες φορές ο πυρήνας απ’ όπου θα γεννηθεί το χωριό. Όλοι σχεδόν οι αγρότες είναι κολίγοι. Το σύστημα της κολιγιάς είναι πολύ παλιό στη Μακεδονία. Οι ιδιοκτήτες και οι γαιοκτήμονες δίνουν στους «γιαριτζήδες» τους (κολίγους), χωρίς ενοίκιο, τη χαρά μιας κατοικίας, ενός στάβλου, ενός σιτοβολώνα και ενός μέρους από τα χωράφια τους. Ο ιδιοκτήτης είναι υποχρεωμένος μόνο την πρώτη φορά να δώσει το σπόρο. Οι κολίγοι αναλαμβάνουν να καλλιεργήσουν τη γη, να θερίσουν και ν’ αλωνίσουν τα δημητριακά με δικά τους έξοδα. Μόλις τελειώσει ο θερισμός, αφαιρείται πρώτα – πρώτα από την ακαθάριστη σοδειά η δεκάτη, που σήμερα ανέρχεται σε 11,5% περίπου, έπειτα ο σπόρος για την καλλιέργεια της επόμενης χρονιάς και το υπόλοιπο μοιράζεται, σε ίσα μέρη, ανάμεσα στον ιδιοκτήτη και τον κολίγο. Η λέξη «γιαριτζής» σημαίνει ακριβώς «αυτός που παίρνει τα μισά». Μερικοί μεγαλοϊδιοκτήτες καλλιεργούν τα χωράφια τους με δικά τους μέσα, με τους εργάτες τους και τα εργαλεία τους, αλλά δίχως κολίγους. Η καλλιέργεια αυτού του τύπου ονομάζεται μπεηλίκ. Εκτός από τους γιαριτζήδες και τους μπεηλικτζήδες, υπάρχουν και οι αϊλακτζήδες. Μένουν δωρεάν στις αγροικίες και δουλεύουν ως απλοί εργάτες πότε στον ένα και πότε στον άλλο ιδιοκτήτη».

Μετά την επανάσταση το μεγαλύτερο μέρος της γης περιήλθε στην ιδιοκτησία του νεοσύστατου ελληνικού κράτους. Πόση ακριβώς ήταν η κολοσσιαία έκταση που καταλάμβανε η δημόσια γη, τα «εθνικά κτήματα» όπως αποκαλούνταν, δεν ήταν εύκολο να διαπιστωθεί, αφού η κατάσταση που επικρατούσε μετά την απελευθέρωση ήταν κυριολεκτικά χαώδης. Με χονδρικούς υπολογισμούς η έκταση αυτή έφθανε τα 12-13 εκατομμύρια στρέμματα, από τα οποία τα 4,5 ήταν καθαρά καλλιεργήσιμα και τα υπόλοιπα λιγότερο καλλιεργήσιμα, δάση ή βοσκές. Από την υπόλοιπη έκταση μεγάλο μέρος καταλάμβανε η εκκλησιαστική και μοναστηριακή περιουσία. Όσο για τους γεωργούς, που ήταν οι πολυπληθέστεροι από τους αγωνιστές της επανάστασης, παρέμεναν ακτήμονες και ελάχιστοι από αυτούς κάτοχοι «νανώδους» ιδιοκτησίας. Το 1832 με δυο ψηφίσματα της Εθνοσυνέλευσης αποφασίστηκε η διάθεση 1,5 εκατομμυρίου στρ. στους αγωνιστές και η με πίστωση παραχώρηση σε κάθε ελληνική οικογένεια εθνικής γης αξίας 4.000 φοινίκων. Κανένα όμως από τα δυο αυτά ψηφίσματα δεν υλοποιήθηκε.

Στα χρόνια της βασιλείας του Όθωνα μόνο ένα ελάχιστο μέρος της δημόσιας γης διατέθηκε στους παλιούς αγωνιστές, στις χήρες και στα ορφανά τους καθώς και στους πρόσφυγες των Ψαρών και της Κρήτης. Ένα μεγάλο μέρος των εθνικών κτημάτων καταπατήθηκε από ιδιώτες, ένα σημαντικό επίσης μέρος πέρασε στα χέρια πλούσιων ή επιτήδειων αστών και το υπόλοιπο παρέμεινε στην ιδιοκτησία του κράτους.

Κατά τη μακρά διάρκεια της βασιλείας του Γεωργίου Α’ ενισχύθηκε σημαντικά η ατομική ιδιοκτησία της γης, αφού ένα μεγάλο μέρος των εθνικών γαιών που απέμειναν εκποιήθηκε και διοχετεύθηκε στους ιδιώτες. Η μαζική εκποίηση των εθνικών γαιών προβλέφθηκε από το καινούργιο Σύνταγμα και υλοποιήθηκε με το νόμο «περί διανομής και διαθέσεως της εθνικής γης» που ψηφίστηκε το 1871 επί κυβερνήσεως Αλεξ. Κουμουνδούρου. Οι γαίες και οι φυτείες παραχωρούνταν κατόπιν αιτήσεως των δικαιούχων και το τίμημα, που οριζόταν κατόπιν εκτίμησης, καταβαλλόταν σε ετήσιες δόσεις με χρεωλύσιο 3% και τόκο 2%. Η μέση τιμή των 59 δρχ/στρ. αποτελούσε ένα τεράστιο ποσό για το βαλάντιο των φτωχών αγροτών και έτσι επωφελήθηκαν ξανά οι πλούσιοι αστοί και οι τσιφλικάδες, που πρόσθεσαν νέες εκτάσεις στα κτήματά τους. Εντυπωσιακό είναι το γεγονός ότι μεγάλο μέρος των οφειλών ουδέποτε καταβλήθηκαν αλλά και οι οφειλέτες «ουδόλως ωχλήθησαν».