Βυζαντινή χαρτογραφία: Ερμηνεία μιας απουσίας

Πάνος Θεοδωρίδης, Εισήγηση στο 1ο εθνικό συνέδριο χαρτογραφίας 24-25 Νοεμβρίου 1994


Πευτιγγεριανός κώδικας (Χάρτης δρόμων της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας)

Η απαρχή της υστεροβυζαντινής περιόδου διαθέτει στα αρχεία της Πτολεμαϊκό χάρτη. Οι επιτομείς του 10ου αιώνος του Στράβωνος γνωρίζουν αρκετά καλά την κατάσταση στην αστρονομία και την θυγατέρα της Χαρτογραφία. Το θέμα μου είναι να καθαρίσουμε τους θάμνους από τις στενές ατραπούς της ύστερης ρωμαϊκής περιόδου ώστε να αντιληφθούμε τι λογής ανάπτυξη είχε στο πρώιμο και μέσο Βυζάντιο η Χαρτογραφία.

Κλειδί στην κατανόηση του θέματος είναι ότι έως την αρχή της αναγέννησης οι χάρτες δεν χρησιμοποιούνταν για τρέχουσα ναυσιπλοΐα. Οι ναυτικοί χρησιμοποιούσαν οψίμους τους πορτολάνους που είναι η μεταγενέστερη μορφή των παλαιών περίπλων. Ο περίπλους μια γραπτή περιγραφή κατόπτευσης ακτών που μερικές φορές διέθετε και μετρήσεις αποστάσεων με βάση τη σχέση 700 στάδιοι = μια πλήρης ημέρα ούριας πλεύσης.

Χάρτες όπως του Αναξιμάνδρου και μερικών άλλων έλυναν κυρίως ζητήματα αστρονομικά. Δεν νομίζω ότι αυτή η λογική μπορούσε να μπει μέσα στη διαδικασία παραγωγής χαρτών. Οι ναυτικοί που είχαν ας μην το ξεχνούμε οσιομάρτυρες τον Πέλωρο και τον Σαλγανέα, δηλαδή ανθρώπους που ήξεραν ναυσιπλοΐα και τους σκότωσαν αμαθείς ναύαρχοι, ήταν ικανοποιημένοι από τους αστερισμούς της Άρκτου και τη μάθηση που φέρνει η επανάληψη. Ας μη ξεχνάμε επίσης ότι κανένας ναυτικός στα «λόγια της πλώρης» δε χρησιμοποιεί χάρτη. Επομένως εξέλιπε ο πιο σημαντικός λόγος ανάπτυξης της χαρτογραφίας. Προσοχή: όχι μόνο για το Βυζάντιο!

Χάρτης του Ερατοσθένη

Επανάσταση στην Χαρτογραφία φαίνεται ότι έφεραν οι βηματιστές της εκστρατείας του Μεγαλέξανδρου που συνέχισαν ίσως παλιά περσικά πρότυπα. Με εξαίρεση την απόλυτη αδυναμία για αντικειμενικό προσανατολισμό η ανθρωπότητα απέκτησε επιτέλους μετρημένα διανύσματα από πόλη σε πόλη, απέκτησε μήκη χωρών και περιμέτρους λιμνών. Προϊόν αυτών των νέων γνώσεων ήταν ο χάρτης του Ερατοσθένη και οι όποιες διορθώσεις προτάθηκαν από τον Ίππαρχο και τον Απολλώνιο. Στα ρωμαϊκά χρόνια οι νέοι τόποι φαίνεται ότι μετρήθηκαν σε μίλια αντί σε στάδια αλλά η αλεξανδρινή παράδοση συνεχίστηκε αμείωτη. Ήδη στη γεωγραφία του Στράβωνος οι δυο τρόποι χαρτογράφησης ο πεδιομετρικός και ο ακτογραμμικός βρίσκονται μαζί σε αρμονία ή σε σύγχυση. Ο Στράβων δε φαίνεται να χάραξε κάποιον καινούργιο χάρτη – ακόμη η γεωγραφία δεν είχε χαρτογραφικό στόχο αλλά ήταν μια ηθική φιλοσοφία. Ο Στράβων εν τούτοις δίνει οδηγίες για κατασκευή ενός χάρτη. Του ιδίου του αρκούσε ως πρότυπο ο περίφημος Πίνακας που βρισκόταν ήδη από τα χρόνια του Αγρίππα στο φόρουμ της Ρώμης. Πρέπει να ήταν ένας χάρτης της οικουμένης μεταλλικός που περιείχε σε μίλια όλες τις αποστάσεις πόλεων και οδών, όλες τις επαρχίες, ενταγμένα σ’ ένα σχηματικό χάρτη.

Ο μεγάλος Ανώνυμος Πίνακας φαίνεται ότι είναι ο μακρινός πρόγονος ενός μεγάλου χάρτη του 6ου αιώνα, του Πευτιγγεριανού κώδικα που παρουσιάζει τον σχηματοποιημένο κόσμο και τις αποστάσεις των κυριοτέρων πόλεων πάνω στους ρωμαϊκούς δρόμους. Κι εδώ πρέπει ν’ αναφέρω ότι αν και ο χάρτης αυτός εντάσσεται μέσα στη βυζαντινή περίοδο εντούτοις δεν έχει καμιά σχέση με αστρονομία ή όποια επιστήμη: αχρηστεύθηκε μόλις διαλύθηκε το όνειρο του Ιουστινιανού να ενοποιήσει ακόμη μια φορά τη Μεσόγειο. Σύντομα οι μικρασιατικές και βαλκανικές μετρήσεις οδών έγιναν κρατικά μυστικά και απομονώθηκαν από την επιστήμη. Πρέπει να περιμένουμε αιώνες πολλούς πριν αντιμετωπίσουμε νέα οδοιπορικά.

Σχεδόν δυο αιώνες μετά το Στράβωνα, ένα τεράστιο και πρωτότυπο έργο κυριαρχεί σε όλη τη γνώση της ανατολής και δύσης: πρόκειται για κάποια μεγίστη σύναξη, την Αλμαγέστα του Κλαύδιου Πτολεμαίου. Δεν θα πολυπραγμονήσω επ’ αυτής: θα μείνω μόνο στην αποτύπωση ενός χάρτη που έχει πάνω από 8.000 πόλεις σε γεωγραφικές συντεταγμένες. Πολλές είναι προϊόν παρατηρήσεων, άλλες πόλεις έχουν επισημανθεί από παλιά, οι περισσότερες είναι τοποθετημένες κατ’ επαγωγήν. Ο πτολεμαϊκός χάρτης είναι ακριβέστερος και χρησιμότερος και δεν είναι τυχαίο πως ήταν αντικείμενο συνθήκης μεταξύ Περσών και Βυζαντινών. Τίποτε δε μας λέει ότι έπαψε να είναι πολυειδώς χρήσιμος σε όλο το Βυζάντιο. Η απουσία χαρτών στο Βυζάντιο δεν είναι κριτήριο σημαίνον: ελάχιστα τα πρωτότυπα έγγραφα που διασώθηκαν ως τον 10ο αιώνα.

Χάρτης του Κοσμά του Ινδικοπέύστη

Μπορεί να γίνει μια προσπάθεια να καταλάβουμε γιατί παρουσιάζεται αυτό το επιστημονικό κενό και επειδή όλος ο ελληνικός μεσαίωνας ομολογεί στράβωνα και Πτολεμαίο και κανέναν άλλον. Κατ’ αρχήν μετά τον 7ο αιώνα η πηγή όλων των μετρήσεων, η Αίγυπτος, πιθανή κοιτίδα πλήθους βιβλίων αστρονομικών και γεωδαιτικών, είναι τελεσίδικα χαμένη για το Βυζάντιο. Δηλαδή δεν υπάρχει περίπτωση να επαληθευτούν ή να διορθωθούν αποστάσεις που είναι αδύνατο να προσεγγισθούν πλέον.

Από την άλλη η προσεκτική μελέτη όχι της γεωμετρίας αλλά του γεωδαιτικού προτύπου που οι βυζαντινοί ονομάζουν τέχνη του γεωμέτρη είναι παράδοξα οπισθοδρομική. Στα χέρια των λεγομένων νοταρίων δεν βρίσκεται μήτε ο σχετικά απλός τριγωνισμός μήτε καν το π. Αντ’ αυτών υπάρχουνε τερατογεννέσεις που σκοπούν στη μέτρηση εκτάσεων μέσω της περιμέτρου των. Μόλις στο τέλος του 13ου αιώνα εφαρμόζεται δειλά και εναλλακτικά ο τριγωνισμός.

Έχω αλλού και αλλαχού αναφερθεί στο ότι οι μετρήσεις των βυζαντινών είναι ποιοτικές και όχι ποσοτικές, δηλαδή αντικειμενικές. Θέλησα να επαληθεύσω μέσα από τους περιορισμούς μεγάλων κτημάτων με εκτάσεις μεγαλύτερες από 50 ή 100 χιλιάδες στρέμματα αν η υποτύπωση, δηλαδή η στοιχειώδης χαρτογραφία επέφερε παραμορφώσεις τύπου βηματιστών ή παραμορφώσεις τύπου πτολεμαϊκού σε έναν υποθετικό χάρτη. Εφήρμοσα την ιδέα μου στα λείψανα του κτηματολογίου της Χαλκιδικής, όπου διάφορα συνδεμένα μεταξύ τους κομμάτια συσχετίζουν απομακρυσμένες περιοχές από τα σημερινά Νέα Μουδανιά έως τη σημερινή Θέρμη. Εμφανίσθηκε πάλι η έντονη λόξευση προϊόν ατελούς προσανατολισμού που είναι ίδιον του πευτιγγεριανού κώδικα. Παρατηρήθηκε δηλαδή και εδώ ότι ο άξονας βορρά νότου είναι στο Βυζάντιο είναι ένας άξονας από τα ΒΔ στα ΝΑ, πράγμα που δημιουργεί την έντονη παραμόρφωση του αντικειμενικού χώρου.

Το μίλιον στην Κωνσταντινούπολη (αναπαράσταση)

Πάντως θεωρώ σημαντικό ότι στα χέρια των βυζαντινών υπήρχαν συνεχώς (φαίνεται από τον μεσαιωνικό σχολιασμό) οι παρακάτω οδηγίες ανοικτές στις δυνατότητες των όποιων ερευνητών. Είναι οδηγίες του Στράβωνα για την κατασκευή χάρτη της υδρογείου παρακαλώ που μπορεί να θεωρηθεί ότι απηχούν και τις όψιμες πτολεμαϊκές απόψεις: Χαράξαμε τώρα σε σφαιρική επιφάνεια το μέρος που είπα ότι έχει ανιδρυθεί ο κατοικημένος κόσμος. Ο κατασκευαστής που θα μιμηθεί την αλήθεια με σχήμα κατασκευασμένο από τα χέρια του πρέπει να κάνει τη γη σαν σφαίρα, όπως έκαμε ο Κράτης, και πάνω να βάλει το τετράπλευρο και μέσα να σχεδιάσει τον γεωγραφικό χάρτη. Αλλά επειδή έτσι χρειάζεται μια πολύ μεγάλη σφαίρα, ώστε το χρήσιμο τμήμα της να είναι μέρος της αλλά ικανό ώστε να σχεδιασθούν με σαφήνεια τα τμήματα του κατοικημένου κόσμου που πρέπει να αναπαρασταθούν και να μπορούν αυτοί που βλέπουν να έχουν επαρκή εποπτεία, πρέπει αυτός που μπορεί να κατασκευάσει την οικουμένη σε σφαίρα με μήκος το λιγότερο δέκα πόδια άμετρο. Αυτός που δε μπορεί να κάνει τόσο μεγάλη σφαίρα ή τουλάχιστον όχι πολύ μικρότερή της, ας κατασκευάσει έναν επίπεδο πίνακα με μήκος τουλάχιστον επτά πόδια. Μα τι είναι αυτές οι οδηγίες ... οι βυζαντινοί που τις ήξεραν δεν έφτασαν στον πειρασμό να κατασκευάσουνε ένα τέτοιο πρότυπο: δεν μπορούμε να το ξέρουμε. Ξέρουμε μόνο ότι είχαν ένα μεγάλο σήμα, το μίλιον, στην άκρη του ιπποδρόμου που σώζεται και σήμερα και αποτελούσε την αφετηρία όλων των μετρημένων δρόμων της αυτοκρατορίας. Μήπως ο πίνακας από το φόρουμ της Ρώμης μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη οπότε το πρότυπο υπήρχε πιθανό αλλά αμάρτυρο. Μόνη περίπτωση να έβλεπαν οι βυζαντινοί παγκόσμιο χάρτη βρήκα ήδη στον Ψελλό για τα γεγονότα του 1030 όταν γράφει το περίφημο «Ετέρα γουν τις οικουμένη διηξερευνάτο και η εκτός Ηρακλείων ανεζητείτο θάλασσα!»

Συνοψίζω τελειώνοντας. Για να μη προβούμε σε λήψη εκ του ζητουμένου πρέπει με την παρούσα κατάσταση της έρευνας να δεχτούμε ότι οι βυζαντινοί απλώς συντήρησαν τις χαρτογραφικές γνώσεις των Ρωμαίων. Έως τον 6ο αιώνα η ρωμαϊκή παράδοση είναι ζωντανή και συνεχίζεται μετά τον 10ο

Δεν υπάρχει αποχρών λόγος να θεωρήσουμε ότι τα 400 χρόνια που μεσολαβούν κύλησαν στο σκοτάδι. Παρόμοια κενά στη βυζαντινή ιστορία αναφέρονται σε όλους τους γνωστικούς τομείς επειδή δε είμαστε ακόμη σε θέση να καταλάβουμε τον ακριβή μεταβολισμό της βυζαντινής κοινωνίας.