Ανατολική Μακεδονία 1919: ένα υποδειγματικό σχέδιο ανασυγκρότησης του αγροτικού χώρου

Κική Καυκούλα, ΠΡΙΣΜΑ Απρίλιος 2000


1916. Κατεστραμμένα σπίτια στην Καλίνδρια

Η ανοικοδόμηση των κατεστραμμένων οικισμών της Ανατολικής Μακεδονίας μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν ένα πρόγραμμα για την επανεγκατάσταση εντόπιων πληθυσμών στις εστίες τους και συγχρόνως την αποκατάστασή τους ως καλλιεργητών γης. Μια ευνοϊκή συγκυρία συνετέλεσε ώστε το σχέδιο αυτό να φθάσει σε υψηλό βαθμό αρτιότητας, από πλευράς συνολικής σύλληψης, διαδικασιών υλοποίησης και τεχνικής επεξεργασίας. Ως αποτέλεσμα ο σχεδιασμός των οικισμών πήρε υποδειγματική μορφή, παραπέμποντας στις δυτικοευρωπαϊκές αναζητήσεις των αρχών του αιώνα για κοινωνική κατοικία.


Οι ανάγκες στέγασης του πληθυσμού της Ανατολικής Μακεδονίας την επομένη του πολέμου και η ανταπόκριση της ελληνικής κυβέρνησης


Η εξαετία 1912-1918 ήταν μια περίοδος συνεχών μετακινήσεων για τους πληθυσμούς της Μακεδονίας και της Θράκης, οι οποίες ήταν απόρροια των πολεμικών συγκρούσεων και των γενικότερων πολιτικών ανακατατάξεων. Κυρίως μετά τη συμφωνία του Βουκουρεστίου (Αύγουστος 1913) που προσάρτησε ελληνικές περιοχές της Μακεδονίας και της Θράκης στη Γιουγκοσλαβία και τη Βουλγαρία και συνολικά μέχρι το τέλος του 1917 εγκατέλειψαν τις εστίες τους 160.000 άτομα από περιοχές πέραν των σημερινών βορείων και ανατολικών συνόρων με κατεύθυνση προς τις ελεύθερες ελληνικές επαρχίες, ενώ δεν ήταν μικρής κλίμακας και η έξοδος μη ελληνικών στοιχείων από ελληνικά εδάφη, συγκεκριμένα 120.000 Τούρκων και 20.000 Βουλγάρων.

Όσο διαρκούν οι εχθροπραξίες στην Αν. Μακεδονία, κατά μήκος του ποταμού Στρυμόνα ο οποίος αποτελούσε και το μέτωπο του πολέμου, οι αγροτικοί οικισμοί εκκενώνονται και από τις δυο πλευρές, οι δε κάτοικοί τους είτε καταφεύγουν σε ασφαλείς ελληνικές περιοχές, είτε οδηγούνται ως όμηροι στη Βουλγαρία, για να επιστρέψουν μετά το τέλος του πολέμου. Στο τέλος του 1918 τα εντελώς κατεστραμμένα χωριά ανέρχονται σε 175 και τα ημικατεστραμμένα σε 62, εντοπίζονται δε κυρίως στους σημερινούς νομούς Σερρών και Κιλκίς και σε μικρό βαθμό στους νομούς Πέλλης, Καβάλας και Φλωρίνης.

1916. Κατεστραμένοι οικισμοί: Βαλτούδι, Χωρύγι, Καλίνδρια, Σουλτογιανέϊκα


Τα χωριά της περιοχής Κιλκίς (τότε στη διοίκηση Θεσσαλονίκης) που είχαν καταστραφεί συνολικά ή κατά ένα μέρος ήταν τα εξής:

Υποδιοίκηση Κιλκίς: Αλέξια, Γραμμάτινα (Ευκαρπία), Καλίνοβο (Σουλτογιαννέικα), Κιληνδήρ (Καλίνδρια), Τσιγούντσα, Άνω θεοδωράκι, Πέικοβο (Άγιος Μάρκος), Μουσανλή, Καμπερλή, Μπαϊρλή, Καρά Μαχμουτλή (Μαυροπλαγιά), Μπαγιασλή, Τσοραπλή, Γενή μαχαλά (Καπνοχώρι), Σαρή Δουγανλή (Πετράδες), Εζιναζελή, Κιολεμπεκλή, Σαρακλή, Σνέφτσα (Κεντρικό), Ισμαϊλή (Γάβρα), Ολασλή (Λαγκαδάκι), Θεοδώροβον (Θεοδώρειο), Τσιαουσλή, Κατατζιαλή, Ουσεμλή, Τζιν καγιαλή, Σαρατσλή, Ελεσλή (Καλό Λειβάδι), Ερεσελή (κοντά στην Ηράκλεια) , Άνω Μαχμουτλή, Παγγαρασλή, Σοκόλοβον, Ανατολού (Ανατολή), Ράδιλα, Δερελή, Γιαχανλή, Χαμζαλή (Πλατανιές), Ακίντζαλη (Μουριές), Αατλή (Καβαλάρης), Γκιρμπάς Άνω (Σούρμενα), Γκιρμπάς Κάτω, Βλαδάγια (Ακριτοχώρι), Γκουσελή (Ρεματιά), Γκουλεμενλή, Γκόλα, Δερκεσλή (Προμαχώνας), Δουργουτλή (Νίγδη), Εριεζελή (Αλεξάνδρα), Καραλή (Συκαμινιά), Καρά Παζαρλή (Αγορά), Καρατζιαλή (Καλιρόη), Καρλόμπαση (Κρητικά), Γκιολεμενλή (Λιθωτό), Κράσταλη (Κορώνα), Μενετλή, Μπαϊκλή, Μπουλαγιασλή, (Ακακίες), Πρες (Ακρολίμνιο), Πόποβον (Μυριόφυτο), Ποταρός (Δροσάτο), Ράμποβο (Ροδώνας), Σαβατζιαλή, Σανσαλή (Κληματαριά), Σούρλοβο (Αμάραντα), Τζιααλή (Μικρόβρυση), Χατζή Ογλού (Ψυχρόβρυση), Δεβετζιελή, Ματσίκοβον (Εύζωνοι), Ερεσλή, Μπεκηρλή, Τσιδεμλή (Μεταμόρφωση), Σεϊδελή, Δαουτλή, Αρτζιάν, Ουρέβιτσα (Πευκόδασος), Σπάντσιοβον (Λατόμι). Συνολικός αριθμός 14.725 κάτοικοι.

Συνολικά στις περιοχές Κιλκίς και Σερρών από τους 166.000 κατοίκους προ του πολέμου (κατά τη στατιστική του 1913) οι 52.000 έμειναν άστεγοι, ενώ άλλοι 40.000 αντιμετώπιζαν σοβαρά προβλήματα. Κατά μια ευτυχή συγκυρία το έργο της ανασυγκρότησης έπεσε στους ώμους του Αλ. Παπαναστασίου, υπουργού Συγκοινωνίας από τον Ιούνιο του 1917.

Αλέξανδρος Παπαναστασίου

Ο Αλ. Παπαναστασίου είναι ίσως ο σημαντικότερος εκπρόσωπος της γενιάς των προοδευτικών πολιτικών του μεσοπολέμου. Εξαιρετικά επιτυχής υπήρξε η θητεία του στο υπουργείο συγκοινωνίας η οποία συνδέθηκε τόσο με ευρύτερες εκσυγχρονιστικές πρωτοβουλίες, όσο και με ειδικές παραδειγματικές επεμβάσεις όπως αυτή της Θεσσαλονίκης το 1917 και των Σερρών αργότερα. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η σύνδεσή του με τα κινήματα κοινωνικής μεταρρύθμισης των αρχών του αιώνα, τους «από καθέδρας Σοσιαλιστές» της γερμανικής σχολής τους οποίους γνώρισε κατά τις σπουδές του στο Βερολίνο (1902-1905), τους Φαβιανούς στη Μεγάλη Βρετανία και το γαλλικό συνεταιριστικό κίνημα του Αντρέ Ζιντ. Ο Παπαναστασίου ήταν ενημερωμένος για τις ποικίλες πρακτικές παροχής βελτιωμένης στέγης για τα χαμηλά εισοδηματικά στρώματα, ενώ παράλληλα είχε ζωηρό ενδιαφέρον για την αγροτική μεταρρύθμιση. Τέλος, είχε άμεση γνώση της κατάστασης στις κατεστραμμένες περιοχές.

Η γνώση της ελληνικής πραγματικότητας αλλά και της δυτικοευρωπαϊκής πρακτικής που έχει ο Παπαναστασίου τον οδηγεί σε μια πρόταση για την ανοικοδόμηση της Αν. Μακεδονίας συναφή με τα χωρικά και οικονομικά μοντέλα των ευρωπαϊκών χωρών, αλλά με προσαρμογή στα ελληνικά δεδομένα. Για την Ανατολική Μακεδονία, με δεδομένη τη φοβερή δυσπραγία του πληθυσμού, ο Παπαναστασίου επιλέγει μια διαδικασία ανοικοδόμησης η οποία προϋποθέτει δραστήρια ανάμειξη του κράτους, ως κεντρικού προγραμματιστή και εκτελεστή. Παράλληλα συναρτά την πορεία του προγράμματος και από ένα άλλο γεγονός συγκυριακού χαρακτήρα: την παρουσία ξένων μηχανικών στην Ελλάδα, δηλ. κυρίως του Τζων Μώσον (John Mawson, γιου του Τόμας Μώσον) και του Ερνέστ Εμπράρ (Ernest Hebrard). Ο Τζων Μώσον, ο οποίος ακολούθησε τον πατέρα του στη Θεσσαλονίκη, όταν εκείνος προσκλήθηκε να συμμετάσχει στον επανασχεδιασμό της, είχε αναλάβει το 1918 να ερευνήσει κατ’ εντολήν του Παπαναστασίου την εφαρμογή του αγροτικού νόμου στη Θεσσαλία. Ο Ερνέστ Εμπράρ ήταν ήδη γνωστός για τη συνεπή και επιτυχή ενασχόληση με το σχέδιο της Θεσσαλονίκης.


Η ίδρυση της Υπηρεσίας Ανοικοδομήσεως Ανατολικής Μακεδονίας και η εξέλιξη του προγράμματος


Ο Παπαναστασίου ιδρύει την Υπηρεσία Ανοικοδομήσεως Ανατολικής Μακεδονίας, στην οποία περιλαμβάνονται και ξένοι τεχνικοί, στις 28 Φεβρουαρίου 1919. Γενικός υπεύθυνος ορίζεται ο Τζων Μώσον, ενώ επιτελικό ρόλο στη διεύθυνση των έργων αναλαμβάνει ο Ανάργυρος Δημητρακόπουλος, πολιτικός μηχανικός και ανώτερος υπάλληλος του Υπουργείου Συγκοινωνίας, γνωστός για τις γνώσεις και το ενδιαφέρον του για τα πολεοδομικά πράγματα. Στις 8 Δεκεμβρίου 1918 συστήνεται από το ελληνικό κράτος η Γενική Διοίκηση Ανατολικής Μακεδονίας, αμέσως δηλ. μετά την ανακωχή. Στην αρχή του 1919 η αγροτική και οικιστική αποκατάσταση των πληθυσμών της Ανατ. Μακεδονίας ξεκινά με δυο θεμελιώδεις νόμους που υπογράφει ο Αλ. Παπαναστασίου, το Ν. 1728 και το Ν. 1746, οι οποίοι διακρίνουν δυο κατηγορίες ενεργειών, την απαλλοτρίωση και διανομή της αγροτικής γης, η οποία μέχρι τότε ανήκε κατά μεγάλο μέρος σε μεγαλοκτηματίες και την πολεοδόμηση των περιοχών που προκρίνονται για εγκατάσταση προσφύγων, η επανεγκατάσταση γηγενών. Στην Υπηρεσία Ανοικοδομήσεως Ανατ. Μακεδονίας η οποία συστήνεται ταχύτατα, προβλέπεται να απασχοληθούν 123 μηχανικοί διαφόρων ειδικοτήτων (Έλληνες και αλλοδαποί), 110 εργοδηγοί, 218 τεχνίτες και εργάτες και 60 γραφείς. Πρόκειται για την πρώτη μετά την αποχώρηση των ξένων τεχνικών το 1843, πρόσληψη ξένου προσωπικού από τον κρατικό μηχανισμό σε μαζική κλίμακα, γεγονός που μαρτυρεί το μέγεθος και τις απαιτήσεις της επιχείρησης που προγραμματίζεται.

Στις αρχές του 1919, σύμφωνα με τον Τ. Μώσον «δεν υπήρχε στα κατεστραμμένα χωριά αρκετή ξυλεία για να επισκευαστεί ούτε ένα και μοναδικό σπίτι». Το πρόγραμμα που καταρτίστηκε αφορούσε στην ανοικοδόμηση 130 έως 160 οικισμών, δηλ. συνολικά 12.000 κατοικιών. Οι εργασίες περιλάμβαναν αναγνώριση και καταγραφή των καταστροφών, σύνταξη λεπτομερών σχεδίων ρυμοτομίας με καθορισμό των οικοπέδων, σχεδίαση τύπων κατοικιών, εφαρμογή της ρυμοτομίας στο έδαφος με χάραξη των οικοπέδων και κτηματογράφηση, μελέτη και εκτέλεση έργων ύδρευσης, μελέτη σύνδεσης με αμαξιτή οδό, συγκέντρωση και μεταφορά υλικών για την ανοικοδόμηση, κατασκευή των κυριότερων δρόμων και δημοσίων κτιρίων κάθε οικισμού και τέλος ανέγερση και παράδοση των κατοικιών για τη στέγαση του πληθυσμού. Το πρόγραμμα προέβλεπε και ειδικά αντιπλημμυρικά έργα στο Στρυμώνα και τις λίμνες Αρτζάν και Αματόβου, τα οποία ολοκληρώθηκαν στην τελευταία θητεία των Φιλελευθέρων.

Στο τέλος του 1919 η Υπηρεσία Ανοικοδομήσεως απασχολούσε συνολικά 500 άτομα, η δε ομάδα σχεδιασμού 3 Έλληνες και 25 Άγγλους μηχανικούς. Τέσσερα ονόματα ξένων μηχανικών μας είναι γνωστά από τα σχέδια που διασώθηκαν: είναι ο Πιετ ντε Γιον, Μόρισον Χέντρυ, Χάρολντ Φλέτσερ Τριου και Α. Χάρισον (Piet de Jong, Morrison Hendry, Harold Fletcher Trew και A. Harrison). Από ελληνικής πλευράς συμμετείχαν οι Έλληνες Μαρίνος Δελλαδέτσιμας, Ερρίκος Γράβαρης, Ιωάννης Μακρής, Συμεών Ντολγοπόλοφ, και ο Νικόλαος Ποριώτης. Εκτός από τους μηχανικούς Γράβαρη και Ποριώτη, οι άλλοι ήταν αρχιτέκτονες. Ο Ε. Εμπράρ συμμετείχε μόνο στο σχεδιασμό της Τζουμαγιάς, σήμερα Ηράκλειας Σερρών, όπου συνεργάστηκε με τον Ολλανδικής καταγωγής Βρετανό ντε Γιον.

Η υπηρεσία ανοικοδομήσεως λειτούργησε με εντατικούς ρυθμούς κατά το 1919, προχωρώντας σε επιλογή των θέσεων των νέων οικισμών, κτηματογράφηση και αγορά υλικών για προσωρινή στέγαση των κατοίκων, ενώ ελληνικές και ξένες εφημερίδες μιλούσαν για την ανοικοδόμηση 160 οικισμών. Ωστόσο, το ελληνικό πολιτικό σκηνικό δεν ευνόησε την ολοκλήρωση του προγράμματος. Παρά το διπλωματικό θρίαμβο του Βενιζέλου κατά την υπογραφή της συνθήκης των Σεβρών τον Αύγουστο του 1920, με την οποία η Ελλάδα προσάρτησε την Ανατ. και δυτική Θράκη, οι Φιλελεύθεροι ηττήθηκαν στις εκλογές του Νοεμβρίου του ιδίου έτους. Η ανάληψη της αρχής από τον Δ. Γούναρη σημάδεψε την απαρχή μιας περιόδου ακυβερνησίας σε όλους τους τομείς. Έτσι, μετά από μια σειρά ενεργειών της νέας κυβέρνησης σταμάτησε η ανοικοδόμηση προτού ουσιαστικά αρχίσει, ενώ δεν αξιοποιήθηκε καν το προπαρασκευαστικό και άλλο έργο που είχε πραγματοποιηθεί μέχρι τότε.

Από έρευνα σε ορισμένους από τους οικισμούς αυτούς προκύπτει ότι τελικά τα σχέδια δεν εφαρμόστηκαν, αλλά αντικαταστάθηκαν στη συνέχεια με άλλα, τα οποία νομιμοποίησαν την εγκατάσταση εντοπίων και προσφύγων από το 1920 μέχρι το 1923. Τη μόνη εξαίρεση στον κανόνα αποτελεί η Τζουμαγιά, σημερινή Ηράκλεια Σερρών, η οποία είχε τη μοναδική τύχη να δεχτεί το 1930, δηλ. κατά την τελευταία τετραετία των Φιλελευθέρων, την οργανωμένη ανοικοδόμηση ενός μεγάλου αριθμού κατοικιών στο κέντρο της πόλης, οι οποίες υλοποίησαν το σχέδιο των Εμπράρ – ντε Γιον.


Η ανοικοδόμηση του Νομού Κιλκίς: οι αρχιτέκτονες και τα σχέδια


Από τα σχέδια που εκπονήθηκαν καταγράφονται 33 στην έκδοση του Υπουργείου Συγκοινωνίας απόσπασμα μελετών σχεδίων συνοικισμών κτλ. Για το νομό Κιλκίς αναφέρονται τα σχέδια των εξής οικισμών: Γραμμάτινα (Ευκαρπία), Δογαντζή (Γερακώνα), Ηράκλεια (ή Ερεσελή δίπλα στη σημερινή Κορομηλιά), Καρασούλι (Πολύκαστρο), Καρατζά Καντή (Βάλτοι, Καμπάνης), Νέα Δοϊράνη, Ορέβιτσα (Πευκόδασος) και Σμολ (Μικρό Δάσος). Από αυτά ορισμένα δεν αφορούν την αποκατάσταση πολεμικών ζημιών, αλλά αγροτική αποκατάσταση, δηλ. την απαλλοτρίωση μεγάλων αγροκτημάτων για σχηματισμό μικρών ιδιοκτησιών από το 1919 μέχρι το 1922. Κατά πάσα πιθανότητα στην κατηγορία αυτή ανήκουν τα σχέδια για τα χωριά Δογαντζή, Ηράκλεια, Καρασούλι, Καρατζά Καντή. Υπογράφονται από τους μηχανικούς Δελλαδέτσιμα και Γράβαρη (Καρασούλι, Σμολ), Ποριώτη (Δογαντζή, Ηράκλεια), Ντολγκοπόλωφ (Ορέβιτσα) και Τριού (Γραμμάτινα, Καρατζά Καντή, Νέα Δοϊράνη). Γνωρίζουμε από το βιογραφικό του Τριου ότι έκανε και το σχέδιο για την πόλη του Κιλκίς, το οποίο άλλωστε έχει διασωθεί και βρίσκεται σε ιδιωτική συλλογή.

Για τους βρετανούς αρχιτέκτονες που πήραν μέρος στο σχεδιασμό των οικισμών της περιοχής Κιλκίς γνωρίζουμε τα εξής: Harold Fletcher Trew (1888-1968) σπούδασε στις Σχολές Καλών Τεχνών του Γκλώστερ και Τσέλτεναμ της Μ. Βρετανίας. Πριν από το 1919 εργάστηκε σε κατεστραμμένες περιοχές της Γαλλίας, όπου σχεδίασε οικισμούς κατά το πρότυπο της κηπούπολης (Sermaize –les- Baines,Parguy, Marne). Από το 1919 μέχρι το 1921 ήταν υπάλληλος της Υπηρεσίας Ανοικοδομήσεως Ανατολικής Μακεδονίας. Το 1922 επέστρεψε στη γενέτειρά του το Γκλώστερσάιρ (Churcham of Gloucestershire).

Ο επικεφαλής της Υπηρεσίας Ανοικοδομήσεως John William Mawson (1886-1966) σπούδασε αρχιτεκτονική μαθητεύοντας σε αρχιτεκτονικά γραφεία και πολεοδομία (Civil Desighn) στο Λίβερπουλ, όπου ο πατέρας του Τόμας Μώσον κατείχε την πρώτη έδρα πολεοδομίας που ιδρύθηκε στη Μ. Βρετανία. Εργάστηκε ως σύμβουλος της ελληνικής κυβέρνησης σε θέματα πολεοδομίας και στέγασης από τον Απρίλιο του 1919 και ως διευθυντής της Υπηρεσίας Ανοικοδομήσεως Αν. Μακεδονίας από τον Ιανουάριο του 1919 μέχρι το Σεπτέμβριο του 1920. Από το 1928 εγκαταστάθηκε στη Ν. Ζηλανδία.

Για τους Έλληνες αρχιτέκτονες και μηχανικούς γνωρίζουμε τα εξής: ο Νικ. Ποριώτης αποφοίτησε ως πολιτικός μηχανικός από το Μετσόβιο Πολυτεχνείο το 1904. Ασχολήθηκε ιδιαίτερα με τοπογραφήσεις και έγινε προϊστάμενος συνεργείων και κατόπιν διευθυντής της Υπηρεσίας Ανοικοδομήσες Ανατ. Μακεδονίας.

Ο Μαρίνος Δελλαδέτσιμας αποφοίτησε από την Αρχιτεκτονική Σχολή του Παρισιού το 1903 και από το 1917 μέχρι το 1925 ήταν νομοαρχιτέκτων της Θεσσαλονίκης δηλ. υπεύθυνος για τον έλεγχο των οικοδομών που κτίζονταν στην πόλη σε εφαρμογή του νέου σχεδίου. Ο ίδιος είχε σχεδιάσει ορισμένα κτίρια μεταξύ των οποίων και το μέγαρο της ΧΑΝΘ.

Ο Ερρίκος Γράβαρης ήταν πολιτικός μηχανικός διπλωματούχος Ζυρίχης από το 1906, ο οποίος μετά τη θητεία του στην Υπηρεσία Ανοικοδομήσεως εργάστηκε κυρίως στους σιδηροδρόμους.

Τέλος ο Συμεών Ντολγκοπόλωφ ήταν κατά πάσα πιθανότητα ομογενής από τη Ρωσία (το πλήρες όνομά του ήταν Συμεών Βασίλειος Μακρής ή Ντολγοπόλωφ).

Πολλά από τα σχέδια των οικισμών που έγιναν από τους Έλληνες μηχανικούς της Υπηρεσίας Ανοικοδομήσεως διακρίνονται από κάποια ελευθερία στη χάραξή τους, που τα διαφοροποιεί σημαντικά από τα ρυμοτομικά σχέδια των ελληνικών υπηρεσιών σ’ εκείνη την περίοδο ή και νωρίτερα, τα οποία χαρακτηρίζονται από απόλυτη προσήλωση στον ορθογωνικό κάναβο. Πολύ πιο ελεύθερη διάταξη με συχνή χρήση καμπυλών, ακολουθούν τα σχέδια του Τριου και των άλλων μηχανικών, σύμφωνα με τις επικρατούσε τότε τάσεις στο σχεδιασμό των αστικών περιοχών κατά τα πρότυπα των αγγλικών προαστίων. Τα αγγλικά προάστια υπό τύπον κηπουπόλεως είχαν αναγνωριστεί στις αρχές του αιώνα ως το αρτιότερο περιβάλλον κατοικίας από αισθητικής και περιβαλλοντικής σκοπιάς, ενώ μια πλειάδα διακεκριμένων αρχιτεκτόνων είχε δημιουργήσει παράδοση στο σχεδιασμό οικιστικών περιοχών προσανατολισμένων στην αναδημιουργία της «μικρής κοινότητας» με ένα συνδυασμό χάραξης, πυκνότητας και μεγέθους κτιρίων, καλής αρχιτεκτονικής και πολύ εξειδικευμένης μέριμνας για τους δημόσιους χώρους, τα πάρκα και τους κήπους.

Ένα ακόμη στοιχείο που παραπέμπει στην ευρωπαϊκή παράδοση είναι ότι η κεντρική περιοχή σχεδιάζεται πάντα με μεγάλη προσοχή, παρά το γεγονός ότι η οικισμοί στην πλειονότητά τους είναι μικροί 200-650 κατοίκων. Προβλέπεται σχολείο, εκκλησία και καταστήματα ενώ οι μεγαλύτεροι οικισμοί διαθέτουν δημαρχείο, κατοικία ιερέως και δασκάλου, καφενείο, αποθήκη γεωργικών ειδών, εξειδικευμένα καταστήματα (τροχείο, πεταλωτήριο!) και τέλος χώρο για αλώνι και νεκροταφείο. Οι λειτουργίες αυτές και οι αντίστοιχοι χώροι προβλέπονταν και σε νόμους που προηγήθηκαν του 1728/1919 (στον οποίο όπως είδαμε βασίστηκε η ανοικοδόμηση), αλλά για πρώτη φορά σε εφαρμογή των απαιτήσεων αυτών δημιουργούνται κέντρα οικισμών με σαφή άρθρωση, όπου ολοκληρωμένοι δημόσιοι χώροι μαρτυρούν την εμπειρία και την ικανότητα των αρχιτεκτόνων.

Τα σχέδια του Τριου είναι λεπτομερέστερα επεξεργασμένα απ’ ότι τα άλλα (με εξαίρεση τη Τζουμαγιά Σερρών) και με μεγαλύτερη ευαισθησία. Στο σχέδιο της Δοϊράνης εντύπωση προκαλεί η χάραξη των δρόμων διαφορετικού πλάτους ανάλογα με τη σημασία τους και οι διαπλατύνσεις (σαν μικρές πλατείες) ανάμεσα σε διασταυρώσεις. Ακόμη, ο προσδιορισμός των ορίων των οικοπέδων, η δημιουργία ελεύθερων χώρων στο εσωτερικό ορισμένων οικοδομικών τετραγώνων (στοιχείο από το «λεξιλόγιο» των κηπουπόλεων), ο επακριβής σχεδιασμός των πράσινων ελεύθερων χώρων και η σαφής οριοθέτηση των αστικών πλατειών, συχνά με τα περιγράμματα των δημοσίων κτιρίων. Τέλος, τα σχέδια είναι ολοκληρωμένα, δηλ. οι γραμμές που περιβάλλουν το οικοδομήσιμο τμήμα «κλείνουν» οριοθετώντας ένα συγκεκριμένο σχήμα, το οποίο έχει σαφή λογική στη διάταξη και παίρνει υπ’ όψιν τη γεωμορφολογία της περιοχής.