Έθιμα λαϊκής οικοδομικής

Ζέτα Παπαγεωργοπούλου, ΠΡΙΣΜΑ Ιούνιος 2004


Αναμνηστική φωτογραφία οικοδομικού συνεργείου (ΠΗΓΗ: Μιχάλης Σαββίδης)

Προσεγγίζουμε τον παραδοσιακό πολιτισμό που διαμορφώθηκε κατά τον 19ο και τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα στη Μακεδονία, με σκοπό να ανιχνεύσουμε έθιμα της λαϊκής οικοδομικής, όπως καταγράφονται κατά κύριο λόγο στη βιβλιογραφία, αλλά και στην προφορική παράδοση της περιοχής της Γουμένισσας[1].

Η οικοδομική στην οποία γίνεται αναφορά ακολουθεί την παράδοση της λαϊκής αρχιτεκτονικής που συναντάται στην κεντροδυτική Μακεδονία και στην Ήπειρο. Αντικείμενό της είναι κατά κύριο λόγο κτίσματα, τα οποία προορίζονταν για τον λαό και κτίστηκαν από λαϊκούς μαστόρους ή και από τους ίδιους τούς ενοίκους τους, και όχι αρχοντικά, τύπου Σιάτιστας, Βέροιας ή Καστοριάς (Καλογερίδης & Σπηλιόπουλος 1996).


Κατοικία

Κατά την εξεταζόμενη χρονική περίοδο, η κατοικία συνδεόταν άμεσα με τον άνθρωπο και αποτελούσε την ουσιαστικότερη έκφραση της λαϊκής αρχιτεκτονικής, διαμορφούμενη από την αλληλεπίδραση ποικίλων στοιχείων. Επηρεάζεται από παράγοντες όπως η μορφολογία του εδάφους, το κλίμα, οι πρώτες ύλες της περιοχής, τις γενικότερες αλλά και τις τοπικές ιστορικοκοινωνικές συνθήκες, τις τεχνικές γνώσεις των μαστόρων και τις επιδράσεις που δέχτηκαν[2], καθώς και τα μέσα τα οποία διέθεσε ο συγκεκριμένος νοικοκύρης για να χτίσει το σπιτικό του (Πολυμέρου-Καμηλάκη, Ανδρίτσου & Θανόπουλος, 2000).

Το σπίτι περιέκλειε την αυτόνομη και αυτάρκη ομάδα, το «σπιτικό», ήταν συγχρόνως κατοικία και μέσο παραγωγής, ενώ η δομή του καταδείκνυε την ένταξή του στο κοινωνικοοικονομικό σύστημα (Σκουτέρη, 1992). Κατάλληλα διαμορφωμένο και εξοπλισμένο ώστε να καλύπτει τις ανάγκες τής, κατά βάση αγροτικής, οικογένειας, διέθετε τις απαραίτητες εγκαταστάσεις για τη διαβίωση των μελών της, τους χώρους για τη συντήρηση των ζώων και των εργαλείων, καθώς και χώρους για την πρωτογενή επεξεργασία των αγροτικών προϊόντων και την προσωρινή τους αποθήκευση.

Όπως αναφέρει ο Καλογερίδης (1998), γύρω από την, περίκλειστη με κτίσματα ή τοίχους -για λόγους ασφαλείας- αυλή, οργανώνονταν οι δραστηριότητες σε κλειστούς και ημιυπαίθριους βοηθητικούς χώρους, κατασκευασμένους συνήθως πρόχειρα, από ευτελή υλικά (μ.α. φούρνος, κουζίνα, υπόστεγο, αχούρι, αποθήκη, κελάρι, θερινό καθιστικό, αποχωρητήριο, καζάνι για το ζέσταμα του νερού, πηγάδι, τα τελευταία χρόνια της περιόδου, ίσως και βρύση). Μοναδικό σημείο πρόσβασης στην αυλή ήταν η αυλόπορτα, η οποία ασφάλιζε με ζεύγος ξύλινων θυρόφυλλων. Στραμμένο προς την αυλή και σε άμεση επαφή μαζί της ήταν το σπίτι, η «οικία», το πιο προσεγμένο από τα κτίσματα, συνήθως διώροφο, με δίρρικτη στέγη, χτισμένο πάνω από το κελάρι και το αχούρι. Στο ισόγειο βρισκόταν η κουζίνα και το καθημερινό και στον επάνω όροφο οι κάμαρες, ή η κατοικία ήταν εξολοκλήρου διατεταγμένη στον επάνω όροφο. Συνήθως στον όροφο υπήρχε χαγιάτι, ο χαρακτηριστικός ξύλινος στεγασμένος εξώστης, και σαχνισί, κλειστή προεξοχή στην όψη του κτιρίου.


Φορείς της λαϊκής οικοδομικής


Το χτίσιμο γινόταν από ειδικούς τεχνίτες - μαστόρους, οργανωμένους σε ομάδες, συντεχνίες, ισνάφια ή εσνάφια, οι οποίοι περιόδευαν, από τις Απόκριες μέχρι τα μέσα Νοεμβρίου, στην οθωμανική αυτοκρατορία. Οι ομάδες αυτές, με αυστηρή εσωτερική ιεράρχηση, είχαν επικεφαλής τον πρωτομάστορα, ο οποίος κατείχε αυξημένες τεχνικές γνώσεις, ενώ αποτελούνταν από διάφορους τεχνίτες[3], τσιράκια και μαθητούδια. Οι τεχνίτες προέρχονταν κατά κύριο λόγο από συγκεκριμένες περιοχές, συνήθως ορεινές, απομακρυσμένες και φτωχές[4], οι οποίες εξειδικεύτηκαν και ανέπτυξαν τεχνική παράδοση. Το ότι δούλεψαν εσνάφια μαστόρων στο χτίσιμο των σπιτιών της Μακεδονίας είναι γνωστό κυρίως από την προφορική παράδοση, καθώς και από λίγες επιγραφές[5] και συμφωνητικά που έχουν σωθεί. Στην περιοχή πάντως της Γουμένισσας, στο χωριό Γρίβα, γέροντας οικοδόμος μας διηγήθηκε ότι «παλιά έρχονταν Αρναούτηδες οικοδόμοι από την Αλβανία, μπουλούκια με πολλά τσιράκια, και έχτιζαν, και αυτοί έμαθαν την τέχνη και στους δικούς μας», ενώ θυμάται ότι «έρχονταν και μαστόροι από τη Φλώρινα».

Το έργο των οργανωμένων συντεχνιών ενίσχυαν τα μέλη της κοινότητας, ως ανειδίκευτοι εργάτες, στο πλαίσιο της ατύπως καθιερωμένης αλληλοβοήθειας και κοινοτικής συνεργασίας, ενώ προσέφεραν επίσης υλικά για το χτίσιμο ή βοηθούσαν στη συγκέντρωσή τους. Οι φτωχότεροι χρησιμοποιούσαν χωρικούς χτίστες από την περιοχή ή, αδυνατώντας να πληρώσουν μαστόρους, έχτιζαν μόνοι το σπιτικό τους, με την οικογένεια, τους γειτόνους και τους φίλους τους.


Έθιμα της λαϊκής οικοδομικής


Το σπίτι αποτελούσε χώρο προστατευτικό για τον άνθρωπο και για το βιος του, συνδεδεμένο με τις σημαντικότερες στιγμές της ζωής του. Ασχέτως αν επρόκειτο για αρχοντόσπιτο ή για ταπεινή κατοικία, η οικοδομησή του, από τη θεμελίωση ως τη στέγαση και την κατοίκησή του, πλαισιωνόταν από ενέργειες και δοξασίες που είχαν ως στόχο την προσπάθεια διασφάλισης της ευτυχίας.

Αναφέρονται έθιμα και εκδηλώσεις που σχετίζονται με τη θεμελίωση, τη στέγαση και την αλληλοβοήθεια κατά το χτίσιμο, σύμφωνα με την κατηγοριοποίηση την οποία ακολουθεί ο Αικατερινίδης (1990). Κεντρικό πρόσωπο ήταν ο νοικοκύρης, στον οποίο προσφερόταν υπηρεσία (μισθωτή ή με ανταλλαγή υπηρεσιών). Σε αντάλλαγμα προσέφερε δώρα, αρχικώς ως πληρωμή σε είδος, αργότερα όμως παράλληλα με τις χρηματικές αμοιβές των μαστόρων, συνέχισε να προσφέρει δώρα με συμβολικό χαρακτήρα, στις πιο κρίσιμες στιγμές της οικοδομής (Σκουτέρη, 1992, σελ. 346).


Κατά τη θεμελίωση


1956. Σφαγή κόκορα στα θεμέλια

Με πράξεις χριστιανικού και δεισιδαιμονικού περιεχομένου καλούνταν οι υπερφυσικές δυνάμεις να συνδράμουν στην προσπάθεια για την εδραίωση της οικοδομής.

Ακόμη και πριν τη θεμελίωση εκδηλωνόταν η μαγική σκέψη. Έτσι, ο Αικατερινίδης (1990) καταγράφει ότι, στο χωριό Ποντισμένο των Σερρών, μετά την εκσκαφή των θεμελίων και πριν την τοποθέτηση του θεμελίου λίθου, ο νοικοκύρης, ως μέτρο προστασίας από τον βρυκόλακα, έριχνε ή κεχρί, «να μην τα καταφέρει να μετρήσει τα σπυριά και να σκάσει», ή αγκάθια, «να τον κεντούν» (σελ. 148).

Με προσοχή επέλεγαν την ημέρα έναρξης της οικοδόμησης, αφού ποτέ δεν έπαψε να ισχύει η αρχαία αντίληψη για τις αποφράδες ή μιαρές ημέρες (Παπαδόπουλος, 1948), οι οποίες είναι, ακατάλληλες, αναλόγως, για όλες ή για ορισμένες εργασίες ή για την έναρξη εργασίας. Την Τρίτη την απέφευγαν γενικώς, ενώ η Δευτέρα και η Τετάρτη θεωρούνταν οι πλέον κατάλληλες ημέρες για την έναρξη οικοδομής (Αικατερινίδης, 1990).

Πριν από τη θεμελίωση συγκεντρώνονταν όλη η οικογένεια, οι μαστόροι και οι γείτονες και γινόταν επιτόπου από τον ιερέα αγιασμός, διαβαζόταν η σχετική «ευχή επί θεμελίου οίκου»[6], ενώ η καθιερωμένη εκκλησιαστικά τελετουργία συνοδευόταν από λαϊκές δοξασίες και εθιμικές εκδηλώσεις. Γέμιζαν με τον αγιασμό τέσσερα μπουκαλάκια και τα τοποθετούσαν στις τέσσερεις γωνίες του οικοπέδου (Γρίβα).

Μετά τον αγιασμό, τη στιγμή κατά την οποία ευχόταν ο ιερέας «έδρασον αυτόν (τον οίκον) επί την στερεάν πέτραν», ο ιδιοκτήτης και οι παρευρισκόμενοι, φίλοι και συγγενείς, ασήμωναν, πετούσαν δηλαδή νομίσματα στα θεμέλια, τα οποία τα δικαιούνταν οι μαστόροι, άφηναν όμως και μέσα στο θεμέλιο (Αικατερινίδης, 1990). Τα νομίσματα αυτά αποτελούσαν εθιμική παροχή στους μαστόρους και ονομάζονταν θεμελιάτικα ή θεμελιώτικα.. Η Σκουτέρη (1992) κατά την περιγραφή θεμελίωσης στο Κριμίνι του Βοΐου, αναφέρει ότι μετά τον αγιασμό, ανέγραφαν τη χρονολογία κτίσεως στον θεμέλιο λίθο που έμπαινε στην ανατολική πλευρά του οικοπέδου, κάτω απ’ αυτόν έβαζαν νόμισμα, ενώ δίπλα του ένα μπουκάλι με αγιασμό.

Ιδιαίτερη έμφαση στην τελετή της θεμελίωσης προσέδιδε το έθιμο της ζωοθυσίας, γνωστής με το όνομα κουρμπάνι[7]. Η θυσία γινόταν στα θεμέλια της οικοδομής «για το αίμα, το οποίο στη λαϊκή πίστη είναι το ισοδύναμο παράλληλο του αγιασμού, σταγόνες αίμα και σταγόνες αγιασμού έχουν κοινό σκοπό τη στοιχείωση του κτιρίου, να γίνει γερό» (Αικατερινίδης, 1979, σελ. 147).

Σε κουρμπάνι για στοίχειωμα σπιτιού έσφαζαν συνήθως πετεινό ή όρνιθα, επίσης συχνά αναφέρεται το αρνί και ακολουθούν το κατσίκι και το τραγί, ενώ πλούσιοι νοικοκυραίοι, ή σε κτηνοτροφικές περιοχές, έσφαζαν και μεγαλύτερα ζώα[8]. Στα ποντιακά χωριά έσφαζαν παλιότερα κριάρι και μεταγενέστερα κόκορα[9] (Γεωργιάδης, Επιμ. 1991, σελ. 528), ενώ στην Ανακού της Καππαδοκίας, ο ιδιοκτήτης έσφαζε πετεινό, σπάνια αρνί, και άφηνε εκεί το κεφάλι, κι έπειτα ρίχναν οι συγγενείς νομίσματα κι έλεγαν χαϊρλούδικο (Κωστάκης, 1963, σελ. 51). Αλλά και στη Γρίβα «ο αρχιμάστορας έκοβε κότα λευκή και στη γωνιά, εκεί που έτρεχε το αίμα, έβαζαν την πρώτη πέτρα, τη θεμέλια».

Ο Αικατερινίδης (1979) εντοπίζει σε πολλές σχετικές καταγραφές τελετουργική χρήση του αίματος. Ο ραντισμός των θεμελίων με αίμα και με αγιασμό, ο σχηματισμός σταυρών με αίμα στις πρώτες πέτρες της οικοδομής, καθώς και το στάξιμο ή η τοποθέτηση αίματος (σε μπουκαλάκια) στις τέσσερις γωνίες του οικοπέδου ήταν οι πιο συνηθισμένες πρακτικές, ενώ γινόταν και περιφορά του σφαγμένου ζώου στα θεμέλια, ώστε να περιραντισθούν, δημιουργώντας μαγικό προστατευτικό κύκλο (μ.α. Δαμασκηνιά Κοζάνης, Αγριανή, Μανδήλι και Καρπερή Σερρών, Χουλιαράδες και Άσσος Ηπείρου). Για να σκοτώσουν τον πετεινό χρησιμοποιούσαν σε ορισμένες περιπτώσεις το σφυρί του πρωτομάστορα (μ.α. Σιάτιστα Κοζάνης, Άβδηρα Θράκης), ματώνοντας έτσι και ένα βασικό οικοδομικό εργαλείο. Μερικές φορές έθαβαν στα θεμέλια το κεφάλι του ζώου (Ανακού Καππαδοκίας, Θράκη).

1939. Τελετή θεμελίωσης ιδρύματος "Αριστοτέλης"

Ο σκοπός του κουρμπανιού κατά τη θεμελίωση σπιτιού, όπως αυτός ορίζεται από τους τελεστές του, παρουσιάζει ποικιλία: «να γίνει στερεό» (Παλαιοκώμη Σερρών), «επειδή χαλάει ο κόκορας δεν πάνε παρακαιρίδια, διαβόλοι» (Μικρό Σούλι Σερρών), «να τραβάει το αίμα τον νοικοκύρη και να μη φεύγει μακριά» (Μανδήλι Σερρών), «όπως ρίζωσε το αίμα να ριζώσει και το σπίτι» (Άσσος Ηπείρου), ενώ ο Μουτσόπουλος (1971) αναφέρει «για να γίνει το αντέτι», το έθιμο (σελ. 43). Η ποικιλία αυτή, κατά τον Αικατερινίδη (1990), δηλώνει ασάφεια ως προς τον αρχικό σκοπό της θυσίας, ο οποίος πηγάζει από την, αρχέγονη και κοινή σε πολλούς λαούς, δοξασία, ότι με τον τρόπο αυτόν το σπίτι αποκτά φύλακα προστάτη, το στοιχειό, που με μορφή αράπη, πετεινού, κριαριού και συνηθέστερα, φιδιού[10], διώχνει κάθε κακό. Οι ζωοθυσίες αντικατέστησαν σταδιακά[11] τις ανθρωποθυσίες για στερέωση κτίσματος, οι οποίες αναφέρονται σε αρχαίους ελληνικούς μύθους και βυζαντινές παραδόσεις, αλλά και στο ευρύτατα διαδεδομένο δημοτικό τραγούδι του Γεφυριού της Άρτας[12]. Ανάμνηση ανθρωποθυσιών ανιχνεύεται στη δοξασία (Άγιο Πνεύμα Σερρών) ότι αν θεμελιωθεί η σκιά κάποιου ή χώμα από την πατημασιά του, τότε αυτός θα πεθάνει (σελ. 151-152).

Ύστερα πάντως από την τελετουργική χρήση του αίματος, το ζώο μαγειρευόταν και ο νοικοκύρης παρέθετε στους μαστόρους τραπέζι, με οινοποσία και ευχές για την επιτυχία του έργου. Το τραπέζι αυτό αποτελούσε, όπως και τα θεμελιάτικα (χρήματα), καθιερωμένη εθιμική προσφορά.


Κατά την κατασκευή της στέγης


1928.Σημαία για την αποπεράτωση της στέγης

Η κατασκευή της στέγης περιβαλλόταν από ειδική εθιμολογία, επειδή αποτελούσε, όπως και η θεμελίωση εξάλλου, κρίσιμη φάση της οικοδόμησης. Πρόκειται για έργο τεχνικώς δύσκολο αλλά και ευχάριστο, αφού σήμαινε την αποπεράτωση της οικοδομής. Με τις συνθήκες που γίνονταν οι οικοδομικές εργασίες κατά τη μελετώμενη χρονική περίοδο, «...δεν είναι μικρό πράγμα να φτάσεις στη σκεπή, στο τέλος να πούμε...», όπως σοφά επεσήμανε Ηπειρώτης τεχνίτης.

Το χαρακτηριστικότερο έθιμο είναι τα μαντηλώματα, η συνήθεια δηλαδή να προσφέρουν στους μαστόρους δώρα, κυρίως μαντήλια, μόλις τελειώναν οι τοίχοι και άρχιζε η κατασκευή της στέγης ή μετά την ολοκλήρωση της στέγης, πριν την τοποθέτηση των κεραμιδιών. Στη Γρίβα «μόλις αρχίζαμε τη σκεπή, σηκώναμε ξύλινο σταυρό πάνω από τον παπά (μεγάλο κεντρικό δοκάρι, στο οποίο στηρίζεται η στέγη) κι έρχονταν και κρεμούσαν μαντήλια, πετσέτες, τσουράπια, στο σταυρό αυτόν επάνω. Το ‘χε μεράκι ο νοικοκύρης ν’ ακούσει τον πρωτομάστορα να χτυπάει το σκεπάρνι του και να φωνάζει λόγια για τον καθένα που κρεμούσε ‘Να ζήσει ο…’. Ήθελε πείρα για να το κάνεις. Στο σταυρό κρεμασμένα τ’ αφήναμε κι όταν τελείωνε η σκεπή τα μοιραζόμασταν».

Σε περιγραφές του εθίμου από το Κριμίνι του Βοΐου και τον Κολινδρό της Πιερίας (Σκουτέρη, 1992), τη Σιάτιστα της Κοζάνης και τους Χουλιαράδες της Ηπείρου (Αικατερινίδης, 1990) εντοπίζονται μικρές διαφορές: α. στις ευχές[13] προς τους δωρητές, οι οποίες εξάλλου διαμορφώνονταν πρόχειρα ανάλογα με την περίπτωση. β. Στον τρόπο με τον οποίο λέγονταν αυτές (πιο απλός στη Σιάτιστα, όπου ένας μάστορας, ανεβασμένος στη στέγη, φώναζε για τον κάθε δωρητή ορισμένους στίχους, πιο σύνθετος στους Χουλιαράδες, όπου ο πρωτομάστορας διαλαλούσε τραγουδιστά τα δώρα, ενώ τα μαστόρια, ανεβασμένα κι αυτά στη στέγη, φώναζαν εν χορώ την τελευταία λέξη και χτυπούσαν τα σφυριά ή τα σκεπάρνια τους μόλις ακουγόταν το όνομα του δωρητή). γ. Στο τι χρησιμοποιούσαν για να κρεμάσουν τα δώρα, «ν’ ανεμίζουν ως το τέλος του έργου» (σταυρό ή σκοινί τεντωμένο μεταξύ δυο σταυρών –ενώ σκοινί τεντωμένο μεταξύ σταυρού και σημαίας αναφέρουν στη Φλώρινα και στο Ροδολίβος των Σερρών).

Ο Αικατερινίδης (1990) καταγράφει παρουσία του εθίμου, με μικρές παραλλαγές, στη Σιάτιστα, την Ήπειρο, τη Φλώρινα, την Κοζάνη, τις Σέρρες, τη Βέροια, την Ξάνθη, το Διδυμότειχο, τη Μάδυτο και τα Κοτύωρα, αλλά και σε πολλές περιοχές της υπόλοιπης Ελλάδας. Η διάδοσή του σε όλη τη χώρα και η άσκησή του ακόμη και σε μεγάλα αστικά κέντρα δημιούργησε κανόνα δικαίου, με στόχο την οικονομική αλλά και την ηθική ικανοποίηση των μαστόρων. Η αθέτηση των εθιμικών αυτών υποχρεώσεων προκαλούσε περιφρόνηση και αποδοκιμασία.

Οι μαστόροι ήταν αναγκασμένοι να εργάζονται μακριά από τα σπίτια τους, σε έναν κόσμο συχνά διαφορετικό από τον δικό τους, με άλλες συνήθειες, γλώσσα και θρησκεία, χωρίς ουσιαστική στήριξη από δικαστήριο ή αστυνομία. Έπρεπε να είναι έτοιμοι να αμυνθούν απέναντι στον εργοδότη, σε περίπτωση που ήθελε να τους εκμεταλλευτεί. Ο Μουτσόπουλος (1971) αναφέρει ως μοναδική αποτελεσματική άμυνα κατά ασυνεπούς στις υποχρεώσεις του εργοδότη, την εγκατάλειψη του γιαπιού. Στην περίπτωση αυτή κανένα άλλο ισνάφι δεν ανελάμβανε τη συνέχεια του έργου αν δεν ταχτοποιούνταν οι λογαριασμοί με το προηγούμενο ισνάφι. Μηχανεύονταν και άλλους τρόπους αντιπαράθεσης στον δύστροπο εργοδότη, για παράδειγμα έκαμναν πολύωρη διακοπή της εργασίας για μεσημεριανό φαγητό, αν βέβαια πληρώνονταν με το μεροκάματο. Σε αυτό το πλαίσιο, είναι πιο εύκολο να κατανοήσει κανείς τον λόγο ύπαρξης των συνθηματικών γλωσσών (σελ. 110 κ.ε.). Με το ίδιο πνεύμα αναφέρει ο Αικατερινίδης (1990) μαρτυρία παλιού μαστόρου από το Πήλιο: Χτίζαν μια οικοδομή, έφτασαν στα μαντηλώματα και ενώ περίμεναν να τους κεράσουν, τους φέρνει η νοικοκυρά κρασί ξεροσφύρι, χωρίς μεζέ. Παράτησαν το έργο και φύγαν και ο νοικοκύρης δυσκολεύτηκε πολύ να βρει ξένους μαστόρους να του τελειώσουνε το σπίτι (σελ. 161).

Σε συμφωνητικό του 1803 μεταξύ του αρχιτέκτονα Ζηπανιώτη και των ενοριτών τού μαχαλά της Αγίας Παρασκευής Ζαγοράς, αποδέχτηκαν οι μαστόροι να μην πάρουν τίποτε άλλο, ούτε μανδηλώματα, ούτε θεμελιάτικα, μόνο το ημερομίσθιο, αλλά να τους δίνουν από μια οκά ρακή την ημέρα και να τους κάνουν και δυο, συνολικά, τραπεζώματα. Στη συνέχεια όμως υπαναχώρησαν και απαίτησαν τα δικαιωματικά τους μανδηλώματα. Σε άλλο πάλι συμφωνητικό, του 1890, μεταξύ των αρχιτεκτόνων Τζουμάνη και Τσιούμα και νοικοκύρη από τον Βυθό Κοζάνης για κατασκευή οικίας, η συμφωνία ήταν να πληρωθούν με τον πήχυ, «αποκοπή», όπως και σήμερα πληρώνονται συχνά οι εργολάβοι. Ο ιδιοκτήτης είχε επίσης την υποχρέωση, συνήθη όπως και τα μαντηλώματα, να τους παρέχει «ένα γεύμα και δειλινόν», αλλά και να τους προμηθέψει τα εργαλεία της δουλειάς και του μαντεμιού, πράγμα ασύνηθες. Στο τέλος του συμφωνητικού αναγράφονται, ως προσφορές στο ισνάφι, διάφορα πουκάμισα και υφάσματα[14], για τα οποία δεν γνωρίζουμε εάν πρόκειται για μανδηλώματα ή, το πιθανότερο, για πρόσθετα ρεγάλα ως κίνητρο για καλή κατασκευή (Μουτσόπουλος, 1971).

Ο Λουκάτος (1961) παραθέτει την, ορθολογιστική, ερμηνεία των μαστόρων για τον οικοδομικό σταυρό, τα μαντήλια και τη σημαία, ότι δηλαδή ο σταυρός φέρνει ευτυχία, το μαντήλι θυμίζει τον ιδρώτα του εργάτη και η σημαία σημαίνει τη νίκη, το τελείωμα του έργου. Χρήση και των τριών παρατηρείται σε ποικίλες εθιμικές εκδηλώσεις, το καθοριστικό όμως στοιχείο που χαρακτηρίζει το έθιμο ως δρώμενο, είναι κατά τον Αικατερινίδη (1990), το στόλισμα του σταυρού με πρασινάδες. Πράγματι, ο πρόχειρος οικοδομικός σταυρός στολιζόταν με λουλούδια, συχνά πλεγμένα σε στεφάνι, όπως στο Ροδολίβος των Σερρών, και χλωρά κλαδιά, συμβολίζοντας έτσι την αφθονία, τη θαλερότητα, τη γονιμότητα, και προοιωνίζοντας τη μελλοντική ευτυχία του σπιτικού.


Το πνεύμα συνεργασίας και αλληλοβοήθειας

1947. Γυναίκα δίνει νερό στους εργάτες

Στην οικοδόμηση σπιτιού, η οποία αποτελούσε[15] μια από τις πιο εξαντλητικές οικονομικά δραστηριότητες του παραδοσιακού βίου, εκδηλωνόταν αποτελεσματικά το πνεύμα συνεργασίας και αλληλοβοήθειας[16]. Σχετικά έθιμα ήταν διαδεδομένα σε όλον τον μακεδονικό χώρο, δίνοντας λύση σε περιστάσεις ανάγκης για εργατικά χέρια, για μεταφορικά μέσα, για υλικά, κ.α.

Ο νοικοκύρης που έχτιζε σπίτι έπρεπε να συγκεντρώσει, με τη βοήθεια της οικογένειάς του, των γειτόνων και των φίλων, συχνά και όλου του χωριού, τα απαραίτητα υλικά -πέτρα, ξυλεία, ασβέστη, πλιθιά. Το κόψιμο και η μεταφορά της πέτρας, καθώς και η μεταφορά των μεγάλων ξύλων που απαιτούνται για τη στέγη, ήταν εργασίες για τις οποίες τονίζεται συχνά η ανάγκη αλληλοβοήθειας. Στη Θάσο, όταν κάποιος κάνει σπίτι, κόβει τα ξύλα και την Κυριακή ανεβαίνουν στο βουνό όλοι, συγγενείς και φίλοι, να τον βοηθήσουν να τα κατεβάσει, ενώ η νοικοκυρά τούς περιμένει να τους φιλέψει λουκουμάδες και ρακή (Σκουτέρη, 1992, σελ. 346). Στην Ήπειρο πάλι, συνηθίζονταν τα μιντάνια, οι προαιρετικές συγκεντρώσεις για να βοηθήσουν στο χτίσιμο. Ο νοικοκύρης καλούσε τους συγχωριανούς και κείνοι έρχονταν πρόθυμα και με ευχάριστη διάθεση και βοηθούσαν στο κουβάλημα, στο σπάσιμο της πέτρας ή όπου αλλού. Την ώρα του φαγητού, το οποίο προσέφερε βέβαια ο νοικοκύρης, εύχονταν «καλορίζικο» και «καλό τελειωμό» (Αικατερινίδης, 1990 σελ. 165). Το τραπέζι μετά το τέλος της εργασίας σε όλους όσους βοήθησαν, το οποίο συνοδευόταν από οινοποσία και γλέντι, αποτελούσε υποχρέωση του νοικοκύρη και καλοδεχούμενη ανάπαυλα στην καθημερινότητα.

Η σημασία της αλληλοβοήθειας κατά την οικοδόμηση σπιτιού ήταν πολύ μεγάλη στα χρόνια της ακμής του παραδοσιακού πολιτισμού, περίοδο κατά την οποία τα τεχνικά μέσα ήταν ανύπαρκτα και οι οικονομικές δυνατότητες συνήθως περιορισμένες. Επισημαίνει ο Αικατερινίδης (1990) ότι η αλληλοβοήθεια εκδηλωνόταν συνήθως την Κυριακή ή άλλη εορταστική ημέρα. Το γεγονός αυτό δείχνει πως η παραδοσιακή κοινωνία θεωρούσε την αλληλοβοήθεια κατά την οικοδόμηση ιερό χρέος, αφού σε άλλη περίπτωση η παραβίαση της αυστηρά τηρούμενης αργίας θα λογαριαζόταν πρόξενος μεγάλων δεινών, για την οικογένεια και για την κοινότητα. Και γενικότερα όμως, οι λαϊκές συνήθειες που σχετίζονται με την αλληλοβοήθεια είναι σημαντικές, γιατί δείχνουν με ποιον τρόπο ρυθμίζονταν οι συνεργατικές σχέσεις και υποχρεώσεις μεταξύ των μελών της παραδοσιακής κοινωνίας.


Η θεμελίωση της νέας κατοικίας, όπως και η ολοκλήρωση της στέγης, αποτελούν κρίσιμες στιγμές της οικοδόμησης, αφού πρόκειται ουσιαστικά για φάσεις μετάβασης από μια κατάσταση σε μια άλλη (από οικόπεδο σε οικοδομή και από οικοδομή σε κατοικία), επομένως για περιόδους αυξημένων κινδύνων. Αυτός είναι και ο λόγος που παρατηρείται συγκέντρωση εθιμικών προστατευτικών τελετουργιών, τις οποίες ο Arnold Van Gennep ονόμασε συνολικά διαβατήρια έθιμα (Σκουτέρη, 1992). Η εθιμική συμπεριφορά που χαρακτήριζε τα μακεδονικά διαβατήρια έθιμα της οικοδομικής συμπεριελάμβανε ζωοθυσίες, τραπεζώματα και προσφορές (τα μαντηλώματα, τα θεμελιάτικα), καθώς και ευχές, οι οποίες συνόδευαν τις τελετουργικές πράξεις.

Για να προφυλαχθεί το καινούργιο σπίτι από κάθε κακό χρησιμοποιούνταν πλήθος αποτρεπτικών και προληπτικών εθιμικών μέσων. Αμέσως πριν κατοικηθεί γινόταν νέος αγιασμός και διαβαζόταν η σχετική ευχή «Όταν μέλλη τις εισελθείν εις οίκον νέον»[17]. Κατά τη διάρκεια του ετήσιου εορταστικού κύκλου και με σκοπό την προστασία του σπιτιού, τελούνταν –και συνεχίζουν σε κάποιο βαθμό να τελούνται- ποικίλες εθιμικές πρακτικές. Η περιγραφή τους όμως ξεπερνά το θέμα τού παρόντος άρθρου[18].


Υποσημειώσεις


1 Η Γουμένισσα είναι πρωτεύουσα της επαρχίας Παιονίας του νομού Κιλκίς, κέντρο της αμπελουργικής ζώνης παραγωγής του οίνου με την Ονομασία Προέλευσης Ανωτέρας Ποιότητος «ΓΟΥΜΕΝΙΣΣΑ». Εργάστηκα στην περιοχή στο πλαίσιο εθνογραφικής έρευνας για την παραδοσιακή αμπελουργία και οινοποίηση στη Βόρειο Ελλάδα (1988-1995), η οποία χρηματοδοτήθηκε από το Ίδρυμα Φανή Μπουτάρη. Παράλληλα, και με τη συνεργασία του Πολιτιστικού Συλλόγου του χωριού Γρίβα, είχα την ευκαιρία να καταγράψω την παράδοσή του με σκοπό να πραγματοποιηθεί έκθεση λαογραφικού υλικού (έγινε το 1997, με την υποστήριξη του Οργανισμού Πολιτιστικής Πρωτεύουσας της Ευρώπης «Θεσσαλονίκη ‘97») και έκδοση (εκκρεμεί ακόμη, με δική μου, θα έλεγε κανείς, ευθύνη). Έίχαν τότε γίνει δύο ελεύθερες συνεντεύξεις του Γριβιώτη Πέτρου Δούμου, του Ιωάννη, γεννηθέντος το 1922, μάστορα εμπειροτεχνίτη, από οικογένεια μαστόρων. Το υλικό των συνεντεύξεων φάνηκε ιδιαίτερα χρήσιμο στο παρόν άρθρο. 2 Βλ. Μερακλής (1992), σελ. 123-126. 3 Στο θέμα των ομάδων μαστόρων αναφέρεται διεξοδικά ο Μουτσόπουλος (1971). Συνήθως κάθε ομάδα, μπουλούκι, αποτελούνταν από 10-20 μαστόρους, διαφόρων ειδικοτήτων, αλλά υπήρχαν συντροφιές με περισσότερους από 100 τεχνίτες, που ανελάμβαναν τα μεγαλύτερα έργα -γεφύρια, δρόμους, υδραγωγεία, καραβανσαράγια, υδραγωγεία, εκκλησίες. Ανάλογο με το μέγεθος του μπουλουκιού ήταν και το πλήθος των τεχνικών ειδικοτήτων -χτιστάδες, σουβατζήδες, μαντεμτζήδες ή νταμαρτζήδες, μαρμαράδες – πελεκάνοι, ταβαντζήδες, μαραγκοί, ξυλογλύπτες – ταγιαδόροι, ζωγράφοι και άλλοι. Εξάλλου, «η λαϊκή αρχιτεκτονική ενσωματώνει στα έργα της και άλλες τέχνες που συμβάλλουν στην ολοκλήρωσή της: την ξυλουργική, τη γλυπτική, σε πέτρα και σε ξύλο, την κεραμοπλαστική, τη σιδηρουργική, τη μεταλλολεπτουργική και τη ζωγραφική» (Τζελέπης, 1977, όπ. αναφ. στο Μερακλής, 1992, σελ. 210). Σημειώνεται ότι και στον Πόντο οι οικοδόμοι (μαστόρ’ ή συστάδες) και οι αρχιμαστόροι (σουσταπασήδες) αποτελούσαν ξεχωριστό συνάφι, μετακινούνταν πολύ και οι πιο ικανοί ήταν περιζήτητοι και σε ξένους τόπους (Γεωργιάδης, Επιμ. 1991, σελ. 538). 4 Ο Μουτσόπουλος (1971) καταγράφει ως περιοχές οι οποίες έδωσαν πλήθος οργανωμένων σε οικοδομικές συντεχνίες, μαστόρων, που ονομάζονταν κουδαραίοι (Δυτικομακεδόνες και Ηπειρώτες) ή δουλγέρηδες (Θρακιώτες): μ.α. τα χωριά της Κορυτσάς -Χότστα, Μπίγλιτσα, Πλικότι, Ραδιμήσι, το Ζουπάνι, τα Χουλιαροχώρια της Ηπείρου, οι Χουλιαράδες, το Βασταβέτσι, το Μιχαλίτσι, τα χωριά των Τζουμέρκων, τα Πράμαντα, τα μαστοροχώρια της Κόνιτσας -Πυρσόγιαννη, Βούρμπιανη, Στράτσανη, Καστάνιανη, Κεράσοβο, Κούτσικο, Χιονάδες (ζωγραφική-αγιογραφία), Τούρναβο (ξυλογλυπτική), Ίσβορο, τα περίχωρα της Άρτας και της Παραμυθιάς, τα χωριά της Δυτικής Μακεδονίας και ιδιαίτερα τα ορεινά χωριά της Φλώρινας –Νεγοβάνη, Μπελκαμένη, της Κοζάνης -Πεντάλοφος, Επταχώρι, τα ορεινά της επαρχίας Ανασελίτσας, τα χωριά της Σιάτιστας, η Γαλατινή, η Εράτυρα, το Βογατσικό της Καστοριάς, τα Ζουπάνια του Βοΐου και άλλα, ενώ στη Θράκη οι Σοφίδες της Βιζύης, το Σουφλί, το Ορτάκιοϊ και η Αδριανούπολη (σελ. 99-100). Στα εξειδικευμένα αυτά χωριά γεννήθηκαν οι μυστικές επαγγελματικές γλώσσες των τεχνιτών, η ελληνική (τα κουδαραίικα ή μαστόρικα, με πατρίδα τα πιο παλιά μαστοροχώρια της Ηπείρου), η αρβανίτικη και η σλαβική (ο Μουτσόπουλος, 1971, σελ. 108-109, αμφισβητεί την ύπαρξή της). Στη χρήση μυστικής γλώσσας στο πλαίσιο της αρχιτεκτονικής ως λαϊκής τέχνης αναφέρεται ο Μερακλής (1992). 5 Οι επιγραφές και τα συμφωνητικά αφορούν βέβαια στα εντυπωσιακότερα οικοδομήματα. «Αν ρωτάτε άρχοντες, ποιος μάστορας το έχτισε, Νάκος τόνομα απ’ την Κόνιτσα» δηλώνει μια επιγραφή σε αρχοντικό της Σιάτιστας, μαρτυρώντας με συγκινητικό τρόπο την υπερηφάνεια του τεχνίτη για το κατόρθωμά του (Μουτσόπουλος, 1971, σελ.43 6 «Ο Θεός ο παντοκράτωρ, ο ποιήσας τον ουρανόν εν συνέσει, και θεμελιώσας την γην επί την ασφάλειαν αυτής, ο κτίστης και δημιουργός των απάντων, έπιδε επί τον δούλον σου (τον δε) τον ελόμενον, εν τω κράτει της ισχύος σου, εγείραι οίκον εις κατοικίαν, και τω κτίσματι αυτόν ανεγείραι· έδρασον αυτόν επί την στερεάν πέτραν, ην κατά την σην θείαν εν Ευαγγελίοις φωνήν, ουκ άνεμος, ουχ ύδωρ, ουχ έτερόν τι καταβλάψαι ισχύσει· ευδόκησον αυτόν εις τέλος αχθήναι, και τους εν αυτώ μέλλοντας κατοικείν, εκ πάσης επιβουλής του αντικειμένου ελευθέρωσον. Ότι σον το κράτος, και σου εστιν η βασιλεία, και η δύναμις, και η δόξα, του Πατρός. κτλ». (Ευχολόγιον το Μέγα. 1986. 3η Εκδ. σελ. 492). 7 Κουρμπάνι είναι η αρκετά διαδεδομένη σε όλο τον ελληνικό χώρο ακόμα και σήμερα προσφορά αιματηρής θυσίας στο θείο με στόχο ορισμένα ανταλλάγματα για την κοινότητα ή για τον ιδιώτη που το προσφέρει. Για το θέμα βλ. Αικατερινίδης (1979). Στον νομό Κιλκίς τελούνται, ακόμη και σήμερα, αρκετά κοινοτικά κουρμπάνια: του Αγίου Τρύφωνα (Γουμένισσα, Κιλκίς), του Αγίου Γεωργίου (Ευρωπός, Καμποχώρι), τη Δευτέρα μετά του Αγίου Γεωργίου (Πολύκαστρο), του Αγίου Αθανασίου, 2/05, (Τούμπα), της Αναλήψεως (Γρίβα), του Προφήτη Ηλία (Καστανερή), της Παναγίας (Καστανιές) κ.α. (Παπαγεωργοπούλου, 2001).