Χρονικό του Κιλκίς 1913-1940

Θανάσης Βαφειάδης

Αυτοέκδοση, 2013, Σελ. 1.200, αρ. αντιτύπων 1.000

 

 

   Το ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΟΥ ΚΙΛΚΙΣ 1913-1940 είναι μια ολοκληρωμένη μελέτη της πολιτικής, κοινωνικής και οικονομικής ιστορίας του προπολεμικού Κιλκίς, η οποία στηρίχθηκε κυρίως στην έρευνα των παλαιών εφημερίδων που περιέχονται στη Βιβλιοθήκη της Βουλής των Ελλήνων και στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος. Ερευνήθηκαν συνολικά 23 εφημερίδες της περιόδου 1913 -1940, από τις οποίες οι 16 εκδίδονταν στην Αθήνα, οι 6 στη Θεσσαλονίκη και 1 στην Πάτρα. Η έρευνα στις 250.000 και πλέον ηλεκτρονικές σελίδες που «κατέβασα» στο διάστημα της τριών ετών που διήρκεσε η έρευνά μου απέδωσε ένα εντυπωσιακό υλικό, το οποίο μπορεί πλέον να φωτίσει επαρκώς τις άγνωστες ή τις λιγότερο γνωστές πτυχές της τοπικής μας ιστορίας.

XRONIKO TOY KILKIS - AFISA 2013-(33X48,8

Από τον πρόλογο του συγγραφέα

   

Εκατό χρόνια μετά την απελευθέρωση του Κιλκίς, η ιστορία της πόλης μοιάζει με ανεξερεύνητη ήπειρο. Γνωρίζουμε το περίγραμμά της, έχουμε φθάσει μέχρι τις παρυφές της αλλά δεν έχουμε διεισδύσει στα άδυτά της. Οι άνθρωποι που έζησαν σ’ αυτήν την πόλη, και πολλοί απ’ αυτούς την αγάπησαν πραγματικά, δε φρόντισαν, πλην ελαχίστων φωτεινών εξαιρέσεων, να καταγράψουν συστηματικά την ιστορία της, να την αναλύσουν επιστημονικά, να την τεκμηριώσουν, να φωτίσουν έστω και αμυδρά τις άγνωστες πτυχές της, λες και αυτό αποτελούσε περιττή πολυτέλεια. Η επέτειος της εκατονταετηρίδας θα μπορούσε να είναι μια καταπληκτική ευκαιρία, αλλά μεσούσης της οικονομικής κρίσης, η ιστορική αναζήτηση φαντάζει ως έργο ήσσονος αξίας, παράταιρο στις απαιτήσεις της εποχής, έσχατο στον κατάλογο των προτεραιοτήτων και των ιεραρχήσεων της κοινωνίας μας.

        Κι όμως σε αυτήν την άθλια εποχή των μνημονίων, η ιστορική μνήμη θα μπορούσε να αποτελέσει ένα ιατρείον ψυχής για την καταρρακωμένη μας αξιοπρέπειά μας ή έστω ένα  φαρμακείο πρώτων βοηθειών για το τραυματισμένο μας φιλότιμο. Σήμερα, που ξένα και εγχώρια κέντρα γεμίζουν ασφυκτικά τα μυαλά και τις ψυχές μας με ηττοπάθεια, που μας υπόσχονται κυνικά μόνο οδυνηρές ήττες, πόσο σπουδαίες στ’ αλήθεια φαντάζουν οι λέξεις του ακρωτηριασμένου στρατιώτη της μάχης του Κιλκίς, που διακηρύσσει: «Πεθαμένος ή σακάτης δεν πειράζει, φθάνει να νικήσωμε».

     Αλλά αν ήταν λαμπρές οι πολεμικές νίκες που κερδήθηκαν με ποταμούς αίματος στα πεδία των μαχών, αξιοθαύμαστες υπήρξαν και οι καθημερινές νίκες που κέρδιζαν οι πρώτοι πρόσφυγες δίνοντας τη μάχη της επιβίωσης. Μήπως δεν ήταν ένα πραγματικό θαύμα ότι κατάφεραν οι πρώτοι κάτοικοι του Κιλκίς να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά την ένδεια και την πείνα, καλλιεργώντας τα χωράφια χωρίς συνεχείς επιδοτήσεις αλλά με δυο καχεκτικά βόδια ή ένα ψωραλέο άλογο που τους χορήγησε ο εποικισμός; Μήπως δεν ήταν και δεν παραμένει ένα άλυτο μυστήριο το πώς κατάφερναν να συντηρούν τις οικογένειες τους δουλεύοντας μόνο το μισό χρόνο, με γλίσχρα ημερομίσθια, μέσα στην πνιγηρή ατμόσφαιρα των καπνομάγαζων και ζώντας τον άλλο μισό με το φάσμα της ανεργίας; Μήπως δεν είναι άξιο θαυμασμού ότι όχι μόνο εξασφάλιζαν τον άρτον τον επιούσιον αλλά δημιουργούσαν και οικονομικό απόθεμα, στεγάζοντας το εμπορικό τους δαιμόνιο στις ξύλινες παράγκες της αγοράς που κατέρρεαν στο πρώτο δυνατό φύσημα του ανέμου και παρασύρονταν στην πρώτη ξαφνική νεροποντή; Αν η τριήμερη μάχη του Κιλκίς έχει σα σύμβολό της το μαρμάρινο σύμπλεγμα με τους τρεις στρατιώτες, έναν όρθιο που με το ένα χέρι κρατάει το περίστροφο και με το άλλο υποβαστάζει έναν τραυματία ενώ στα πόδια του κείτεται ένας νεκρός έτσι και η διαρκής μάχη των πρώτων κατοίκων του Κιλκίς θα μπορούσε να αποδοθεί με ένα ανάλογο σύμπλεγμα: το νεκρό από τις κακουχίες της θλιβερής μετοικεσίας πρόσφυγα της αρχικής προσφυγικής εγκατάστασης, τον λαβωμένο ψυχικά από την κρατική αναλγησία και σωματικά από την καταραμένη ελονοσία πρόσφυγα που αγωνίστηκε να ριζώσει στη νέα του πατρίδα, τον πρόσφυγα της δεκαετίας του 30 που κατάφερε να σταθεί όρθιος, κρατώντας με το ένα χέρι το βαρύ φορτίο του παρελθόντος και σφίγγοντας με το άλλο, σαν όπλα ακαταμάχητα, τα εργαλεία της δουλειάς του.  

     Αυτή βέβαια είναι κοινότυπη και εξιδανικευμένη εικόνα της προπολεμικής κοινωνίας της Κιλκίς, καθώς ο χρόνος, σαν τους παλιούς φωτογράφους που «ρετουσάριζαν» τις φωτογραφικές ατέλειες, φρόντισε να απαλείψει από τη συλλογική μνήμη τις ταξικές αντιθέσεις που υπήρχαν, τα πολιτικά πάθη που σιγόβραζαν, τις προσωπικές διαφορές που διαιωνίζονταν. Γιατί σ’ αυτήν την πόλη, που σαν το μυθικό φοίνικα αναγεννήθηκε από την τέφρα της, ούτε οι συμπεριφορές και οι επιδιώξεις των κατοίκων της ήταν οι ίδιες, ούτε η αντιμετώπιση προβλημάτων και καταστάσεων υπήρξε ενιαία. Στις μεγάλες και τις μικρές στιγμές της συνυπήρξαν όλοι οι ανθρώπινοι χαρακτήρες, ήρωες και δειλοί, εργατικοί και οκνηροί, έντιμοι και απατεώνες, δημιουργώντας ένα απίστευτης ποικιλίας, πολυχρωμίας και πολυπλοκότητας ψηφιδωτό. Στους λιθόστρωτους ή κατάφορτους με λασπουριά δρόμους της, στη μοναδική πλατεία της, στους εξώστες των πιο επιβλητικών από τα κτήριά της, στο αιματοβαμμένο λόφο των Ηρώων φιλοξενήθηκαν και εκφώνησαν φιλιππικούς ή λογύδρια κάθε είδους πολιτικές προσωπικότητες, πρωθυπουργοί ή ασήμαντοι πολιτευτές, προσφυγοπατέρες ή γνήσιοι εκφραστές του προσφυγικού κόσμου, επίδοξοι δικτάτορες ή μαχητές της δημοκρατίας, που υποδαύλισαν τη φωτιά του διχασμού και αποπειράθηκαν να κινήσουν στις πιο διαφορετικές κατευθύνσεις τον ανεμόμυλο της ιστορίας. Στο σώμα της πόλης αποτυπώθηκε η ταξική διαστρωμάτωση με τα λιθόκτιστα προσφυγικά σπίτια, επιχρισμένα με σβουνιές και τις νεοκλασικίζουσες διώροφες κατοικίες με τα διακοσμητικά «κλειδιά» στα υπέρθυρα, τα εγχάρακτα πλαίσια των ανοιγμάτων και το ημικυκλικό τύμπανο στη μέση του στηθαίου, σήμα κατατεθέν της κιλκισιώτικης αρχιτεκτονικής του μεσοπολέμου.

     Τελικά αυτή η πόλη έζησε τα πάντα: τη φωτιά τριών πολέμων, τα αλλεπάλληλα διαδοχικά κύματα της προσφυγιάς, την πλημμυρίδα και την άμπωτη της δημοκρατίας. Και έγινε σύμβολο υπέρλαμπρο, αλλά με τη διάρκεια διάττοντος αστέρος, του έθνους, των προσφυγικών ομάδων, των πολιτικών σχηματισμών: Λίκνο της ελευθερίας στον Β΄ Βαλκανικό πόλεμο, «Νέα Στρώμνιτσα» την εποχή της πρώτης προσφυγικής εγκατάστασης, «Ακρόπολις του βενιζελισμού» στα χρόνια της παντοδυναμίας των Φιλελευθέρων, μήτρα που γέννησε την ενότητα της αριστεράς, αφού εδώ για πρώτη φορά πανελλαδικά επισημοποιήθηκε η κοινή δράση του «Λαϊκού Μετώπου».

     Συνεχίζοντας το αέναο ταξίδι της αυτή η πόλη, με σταθμό σημαντικό την πρώτη εκατονταετηρίδα του ελεύθερου βίου της, οφείλει να κατανοήσει το παρελθόν σα συστατικό στοιχείο του μέλλοντος της. Αυτό το στόχο εξυπηρετεί και η παρούσα μελέτη της πολιτικής, κοινωνικής και οικονομικής ιστορίας του προπολεμικού Κιλκίς, η οποία στηρίχθηκε κυρίως στην έρευνα των παλαιών εφημερίδων που περιέχονται στη Βιβλιοθήκη της Βουλής των Ελλήνων και στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος. Αν η αναζήτηση αυτή της «ψυχής» της πόλης μέσα στα «σώματα» των εφημερίδων άξιζε τους κόπους και τις αγωνίες μου θα το αποφασίσει και θα το κρίνει ο αναγνώστης.

     Θεωρώ όμως επιτρεπτό και ίσως επιβεβλημένο να διαβεβαιώσω ότι σε αυτήν την δαιδαλώδη αναζήτηση παραδόθηκα ψυχή τε και σώματι και προσπάθησα να παρουσιάσω την ιστορία του Κιλκίς, αποστασιοποιημένος, κατά το ανθρωπίνως δυνατό, από ιδεοληψίες και αγκυλώσεις. Μπορώ επίσης να διαβεβαιώσω ότι ο αναγνώστης δεν θα πλήξει διαβάζοντας αυτό το δίτομο έργο, αφού γι’ αυτό φρόντισαν οι ανταποκριτές και οι συντάκτες των παλιών εφημερίδων, τα άρθρα των οποίων κάθε άλλο παρά εφήμερα αποδείχτηκαν.

PAP_1594.JPG

ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΟΥ ΚΙΛΚΙΣ

Αλέκα Καραδήμου Γερόλυμπου

Καθηγήτρια αρχιτεκτονικής στο ΑΠΘ

 

Βιβλιοπαρουσίαση

 

« Ιστορία είναι η διαρκώς ατελής και προβληματική ανασύνθεση αυτού που δεν υπάρχει πια…. Η μνήμη πάντοτε ανήκει στην τρέχουσα εποχή και αποτελεί στοιχείο/χαρακτηριστικό του παρόντος…». Pierre Nora, 1984

 

« Η τέχνη της μνήμης βασίζεται στην δημιουργία ενός συστήματος τόπων και εικόνων που συσχετίζονται με μια αφήγηση». Κικέρων, 1ος αι. π. Χ.

 

 

      Tο πόνημα του Θανάση Βαφειάδη για το οποίο θα μιλήσουμε απόψε δεν είναι ένα τυπικό ιστορικό έργο, ούτε ένα απλό χρονικό. Είναι ένα έργο –ποταμός, μια τοιχογραφία, με πάμπολλα ιστορικά, κοινωνικά, στατιστικά, λογοτεχνικά στοιχεία και μια εξαιρετικά ποικίλη συλλογή κειμένων και παραθεμάτων. Έχει μια απλή και στέρεα δομή –είναι οργανωμένο χρονολογικά (από το 1913 ως το 1940), με διάφορες θεματικές ενότητες ανά έτος- και μπορεί να διαβαστεί με μιας, ή να διαβάζεται σταδιακά και επιλεκτικά. Τόση είναι η ζωντάνια του κειμένου και η προσπάθεια –που είναι επιτυχής- να ερεθίσει την φαντασία του αναγνώστη με εικόνες, διαλόγους, κίνηση, τοπία, μάχες, θρήνους και θριάμβους, που θα μπορούσε κανείς να το δει ως [σενάριο για] κινηματογραφικό έργο. Σχεδόν άκουγα μουσικές διαβάζοντάς το…. Πράξεις πίστης και ηρωισμού, πυρπολήσεις πόλεων, μετακινήσεις πληθυσμών και καραβάνια προσφύγων, συγκλίσεις αλλόδοξων και μάχες μεταξύ ομόδοξων, βασιλείς και πρίγκιπες, κατάσκοποι και αγγελιοφόροι, αγωνίστριες γυναίκες και ηρωικοί νεολαίοι, και όλα με φόντο έναν σκληρό αγώνα επιβίωσης σε ζοφερές οικονομικές και εξ ίσου ζοφερές πολιτικές συνθήκες. Τελικά δεν υπάρχει τίποτα που να μην συνέβη στην Κεντρική Μακεδονία και στο Κιλκίς, από το 1913 που ενσωματώθηκε στο ελληνικό κράτος, μέχρι το 1940 και την έναρξη του 2ου παγκοσμίου πολέμου. Και δυστυχώς δεν είναι σενάριο, αλλά καταγραφή πραγματικών γεγονότων και ιστοριών.

      Μέχρι πρόσφατα, η απουσία κειμένων, οι ελάχιστες φωτογραφίες που πλαισίωναν την ούτως ή άλλως ισχνή έρευνα αλλά και η νεότερη πολεοδομική της εικόνα έδιναν για το Κιλκίς την εντύπωση μιας πόλης χωρίς ταυτότητα. Σαν να φύτρωσε στο πουθενά μετά τη δεκαετία του 1970-80, πνιγμένη στις πολυκατοικίες της αντιπαροχής που ορθώθηκαν άναρχα γύρω ακόμη και από την κεντρική πλατεία… 

      H παρουσία όλων εδώ δεν είναι τυχαία. Νομίζω ότι οι Κιλκισιώτες γνωρίζουν πολύ περισσότερο από μένα πόση σημασία έχει το Χρονικό του Κιλκίς για την αυτογνωσία τους και για την ανάπτυξη της αίσθησης του ανήκειν  στον τόπο∙ πόση σημασία έχει να μπορεί κανείς να διαβάζει  στο σώμα της πόλης γνωστές και άγνωστες, φανερές και κρυφές ιστορίες της και να αναγνωρίζει τις συνέχειες και τις ρήξεις στην εξέλιξη των ιστορικών δεδομένων.

       Μπροστά μου έχω δύο τόμους με 1100 σελίδες, γεμάτες από εικόνες, χάρτες, παλιά έγγραφα και πίνακες, περίπου 650 όλα μαζί: Μια τεράστια προσπάθεια του συγγραφέα να κατανοήσει την πορεία του τόπου του, να ανιχνεύσει και να προβάλει την αθέατη ταυτότητά του μέσα από δυσεύρετες γραπτές και εικονογραφημένες πηγές για την  ιστορία, τα τοπία και τον συνεχή αγώνα των ανθρώπων του· ένα  στοίχημα θαρρείς, να ανασυνθέσει ένα διάσπαρτο και αταξινόμητο υλικό, που βρήκε ψάχνοντας μεθοδικά σε 23 εφημερίδες, σε στατιστικές πληθυσμού και βουλευτικών εκλογών, σε παλιές εκδόσεις σε πολλές βιβλιοθήκες. Και αντίστοιχα για τις εικόνες, έχει ερευνήσει οικογενειακά άλμπουμ και δημόσια αρχεία, εγχώριες και διεθνείς αρχειακές πηγές, ντόπιους, απόδημους  κλπ… ενώ σχεδίασε και ο ίδιος αρκετούς χάρτες πολεοδομικού και στρατιωτικού ενδιαφέροντος.

      Το αποτέλεσμα είναι εντυπωσιακό. Κι εδώ μπορώ να καταθέσω και την δική μας μαρτυρία, μιας ομάδας ερευνητών του τμήματος αρχιτεκτόνων, που όταν το 1988 ολοκληρώναμε μια έρευνα για τις πόλεις της Βορείου Ελλάδας στο μεταίχμιο της ένταξής τους στο ελληνικό κράτος, είχαμε αντιμετωπίσει πλήρη απουσία στοιχείων για το Κιλκίς, με την ελάχιστη εξαίρεση ενός πολεοδομικού σχεδίου του 1916, πραγματικά πολύ ενδιαφέροντος…. Νομίζω κιόλας ότι το σχέδιο αυτό στάθηκε η αφορμή για να γνωριστούμε με τον Θανάση, καθώς αναρωτιόμασταν και ψάχναμε απαντήσεις στην απορία μας: πώς ξαφνικά βρίσκουμε ένα πλήρες σχέδιο, γι’ αυτήν την εκ πρώτης όψεως άγνωστη –σχεδόν ανύπαρκτη πόλη.

    Τόποι, εικόνες, αφήγηση. Και αν ο Κικέρων μας φαίνεται πολύ μακρινός, ωστόσο ας μην το ψάξουμε πιο πολύ. Το Χρονικό του Κιλκίς του ΘΒ μας δίνει απλόχωρα εικόνες και τόπους και ιστορίες.

 

        Θα προσπαθήσω  με την βοήθεια των τίτλων των κεφαλαίων αλλά και παραθεμάτων από το κείμενο, να δώσω ένα μερικό περίγραμμα του έργου, μένοντας μάλλον σε θέματα πιο κοντά στην ειδικότητά μου: δηλαδή τον χαρακτήρα και την αρχιτεκτονική των παραδοσιακών πόλεων, την καταστροφή τους (και τον επαναλαμβανόμενο ρόλο της φωτιάς), την μετακίνηση προσφύγων, τις περιπέτειες της νέας εγκατάστασής τους, την παγίωση της ζωής τους στα νέα περιβάλλοντα. Είμαι βέβαιη ότι οι συνομιλητές σ’ αυτό  το τραπέζι θα καλύψουν πλήρως τα σημαντικά θέματα που εγώ τουλάχιστον δεν μπορώ να θίξω.

     Ορισμένα θέματα και χρόνοι ξεχωρίζουν αμέσως, όπως οι βαλκανικοί πόλεμοι, κυρίως ο 2ος το 1913, και η φριχτή εβδομάδα 20-28 Ιουνίου 1913, όταν άνθρωποι και οικισμοί καίγονται και χάνονται. Ο πόλεμος έπληξε πρώτα το Κιλκίς, το οποίο βομβαρδίστηκε άγρια από τον ελληνικό στρατό και κατά πάσαν πιθανότητα καταστράφηκε από την φωτιά, ενώ οι κάτοικοί του, κυρίως βούλγαροι αλλά και τούρκοι, και ελάχιστοι έλληνες ετράπησαν εις φυγήν.

     Γράφει Ο ΘΒ (Α’ 120)

 «Το πόσο ανθηρή ήταν αυτή η πόλη, που τώρα κείτονταν σε σωρούς καπνιζόντων ερειπίων, μαρτυρεί και η έκθεση της περίφημης επιτροπής Carnegie: «Ήταν μια ευημερούσα μικρή πόλη 13.000 κατοίκων, το κέντρο μιας αμιγώς βουλγαρικής περιοχής και έδρα πολλών ακμαζόντων σχολείων. Το ηλεκτρικό του δίκτυο ακόμη αποδεικνύει τις προσπάθειες που έγιναν για να έχει ένα επίπεδο υλικής προόδου ασυνήθιστο στην Τουρκία». Αυτή η αναφορά ήταν πράγματι εντυπωσιακή αφού σε όλη τη Μακεδονία και τη Θράκη μόνο δυο πόλεις διέθεταν τότε ηλεκτρικό ρεύμα, η Θεσσαλονίκη και το Κιλκίς. (Α120)

     Χαρακτηριστική και η περιγραφή του Χρήστου Σαμουηλίδη στο μυθιστόρημά του Στους πέντε ανέμους του Καυκάσου: «Η αγορά πλημμύριζε από κόσμο που κατέβαινε από τα χωριά για το παζάρι. Ο κεντρικός δρόμος της πόλης κοκκίνιζε από τα φέσια των Τούρκων χωρικών της περιφέρειας και αντηχούσε από τις τούρκικες κουβέντες ... Οι Βούλγαροι πάλι, που κατέβαιναν κι αυτοί απ’ τα χωριά τους για το παζάρι, μιλούσαν μια γλώσσα που έμοιαζε με τη ρωσική ... Ανάμεσά τους βρίσκονταν πολλοί ψηλοί και ξανθοί, με γαλανά μάτια και άσπρη επιδερμίδα, σαν τους Ρώσους. Ιδιαίτερα οι γυναίκες τους ντυμένες με κάτι πολύχρωμες φορεσιές, ήταν για χάζι. Οι πρόσφυγες του Καυκάσου εξάλλου, που μιλούσαν την ελληνική ποντιακή διάλεκτο, καθώς και οι άλλοι ντόπιοι Έλληνες, κυρίως υπάλληλοι, έμποροι, γιατροί και δικηγόροι, μαζί με τους πρόσφυγες από το Άκαλαν και τη Στρώμνιτσα, που μιλούσαν το βορειοελλαδίτικο και το κοινό νεοελληνικό ιδίωμα, πρόσθεταν στη διγλωσσία της τούρκικης και βουλγάρικης γλώσσας τη δική τους φωνή και έτσι το παζάρι του Κιλκίς έμοιαζε τούτον τον καιρό σαν σωστή Βαβυλωνία».

 

     Θυμώνεις και συγχρόνως παρασύρεσαι από την περιγραφή του ιεροκήρυκα Καλλίμαχου (Α’ 123-4)  που με απόλαυση παρατηρεί την πυρπόληση της «αμαρτωλής» πόλης. Διαβάζω: 

   «Την νύκτα κατά τας 10 επλησίαζα προς την πόλιν των δολοφόνων της Μακεδονίας. Επυρπολείτο. Αι φλόγες έγλυφον με αγρίαν λαιμαργίαν τα σπίτια των σφαγέων. Το θέαμα ήτο φαντασμαγορικόν. Προς στιγμήν εστάθην και απελάμβανα ηδονήν νερώνειον, ότι αι άγριαι φλόγες κατέπινον την πόλιν την αμαρτωλήν. Οι Βούλγαροι φεύγοντες είχον θέση το πυρ, δια να παραδώσουν εις τους απεχθεστάτους νικητάς καπνίζοντα ερείπια. Ήτο υπερόχου αγρίου κάλλους η ονειρώδης εκείνη φωταγωγία, σκορπίζουσα εις τα διασχιζόμενα ερέβη της νυκτός χειμάρρους και φωτονεφελώματα αναλαμπών, μέσα εις τα οποία μετεωρίζοντο, ως μαγικά αθύρματα, χρυσίζοντα, οι σκελετοί των ωραίων οικοδομών της βουλγαρικής εκείνης Βαβυλώνος».

 

     Την επομένη της μεγάλης μάχης, το Κιλκίς συνέχιζε να καίγεται σε όλη του σχεδόν την έκταση. Ο δημοσιογράφος του ΝΕΟΛΟΓΟΥ, που ακολούθησε τα συντάγματα των Πατρών μέχρις εδώ, περιέγραψε εντυπωσιασμένος την Κιλκίδα, όπως αποκαλούσαν την πόλη πολλές από τις εφημερίδες της Παλιάς Ελλάδας. μετατρέποντας την βουλγάρικη ονομασία σε αρχαιοπρεπή:

     «Και σήμερον η Κιλκίς  είνε παραδεδομένη από του ενός μέχρι του άλλου άκρου εις τας φλόγας. Άπασαι αι οικίαι της καίονται. Τας μεγαλοπρεπείς οικοδομάς της Κιλκίδος εις ουδέν άλλον μέρος της Μακεδονίας εύρομεν. Ήτο πόλις, ήτις αν είχε και ρυμοτομίαν, θα ήτο εφάμιλλος ευρωπαϊκής πόλεως με τας δενδροφυτευμένας οδούς της και τους ωραίους κήπους της, των οποίων ουδεμία οικία εστερείτο. Εν τη πόλει ταύτη ουδέν έμεινεν εις την θέσιν του, ει μη μόνον μια Γαλλική Σχολή των Καλογραιών και μια Αγγλική καπναποθήκη».

 

     Οι θλιβερές ιστορίες των πόλεων που βρέθηκαν πάνω στους τόπους των μεγάλων μαχών και στις χαράξεις των νέων συνόρων Κιλκίς, Στρώμνιτσας, Μελενίκου, Πετριτσίου, και δεκάδων άλλων, η φυγή των έντρομων κατοίκων –χριστιανών και μουσουλμάνων- και η πυρπόληση των οικισμών συνθέτουν τα πιο έντονα κείμενα του βιβλίου. Σύμφωνα με αυτά, οι ίδιοι οι κάτοικοι που φεύγουν βάζουν φωτιά στα χωριά για να μην πέσουν στα χέρια των Βουλγάρων. Περιγράφεται μια σχεδόν τελετουργική διαδικασία, κατά την οποία, οι κάτοικοι βάζουν πρώτα φωτιά στα σπίτια τους, ύστερα στους ναούς και τα σχολεία.

 Οι Μουσουλμάνοι φεύγοντας για το «Βασίλειο του Γιουνάν» πυρπόλησαν τα χω­ριά τους. Το ίδιο έκαναν και οι Μελενικιώτες που στις 30 Ιουλίου αποφάσισαν να εγκαταλείψουν την πατρίδα τους, τον παλιό αυτό καταφύγιο των εξόριστων Βυζαντινών αυτοκρατόρων. Πριν βάλουν φωτιά κατέβηκαν στις υπόγειες στοές, τις «τρυπητές», όπου είχαν αποθηκευμένα τεράστια κρασοβάρελα και άνοιξαν τα πώματα ή έσπασαν τις δούγες. Το περίφημο μελενικιώτικο κρασί πλημμύρισε τους δρόμους και έτσι οι Βούλγαροι δεν θα έβρισκαν σταγόνα για να γιορτάσουν την ένταξη της ελληνικής αυτής πόλης στο κράτος τους. Την καταστροφή του Μελενίκου περιέγραψε με δραματικό τρόπο το περιοδικό της Νέας Υόρκης ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΗ ΑΤΛΑΝΤΙΣ: «Οι κάτοικοι αφού έκαυσαν τας οικίας των παρέδωσαν και τας εκκλησίας εις το πυρ, δια να μη μολυνθούν από τους ανοσίους Βουλγάρους. Ούτε διέφυγον τον εκ του πυρός όλεθρον τα εκπαιδευτήρια του Μελενοίκου, το ημιγυμνάσιον και τα δημοτικά σχολεία αρρένων και θηλέων. Πριν κυκλωθή υπό των φλογών η πόλις οι δρόμοι της μετεβλήθησαν εις ποταμούς από οίνους, τους οποίους έχυσαν οι κάτοικοι την ημέραν της γενικής καταστροφής. Ήτο περίφημον το Μελένοικον δια τους εκλεκτούς και αφθόνους οίνους του, οι οποίοι απετέλουν τον κύριον πλούτον ολοκλήρου της περιφερείας. Ο χείμαρρος, ο οποίος κρημνίζει  τα παταγώδη ύδατά του μεταξύ των δυο βουνών του Μελενοίκου, εδέχθη από τους δρόμους την πλημμύρα του μεθυστικού υγρού και ο εις το βάθος της χαινούσης κάτωθεν χαράδρας ρέων αθορύβως ποταμός ωδήγησε τα αιματόχροα νάματα εις τον Στρυμώνα δια να εύρουν διέξοδον από τα βάθη της Μακεδονίας εις το γαλανόν Αιγαίον. Θα έλεγε τις ότι ήτο το αίμα της οινοφόρου εκείνης γης, την οποίαν αφήκαν όπισθεν των νεκράν οι κάτοικοί της φεύγοντες τους Βουλγάρους” Α 184-185

G3.jpg

     Μια συγκλονιστική περιγραφή των ανθρώπων που ατένιζαν τη γενέτειρά τους να γίνεται παρανάλωμα της φωτιάς έχει παραδώσει ο Λύσανδρος Φάσσος:

      «Οι άνθρωποι είχαν σταθεί εκεί, μια στρατιά προσφυγιάς και παρατηρούσαν βουβοί προς τα κάτω: Ξεχώριζαν τα σπίτια τους, τους τάφους των πατέρων τους, τον αυλόγυρο όπου έκαμαν τα πρώτα τους βήματα, τα σχολειά, τις εκκλησιές. Και τότε ο Μητροπολίτης Αρσένιος, ο ύστα­τος αρχιεπίσκοπος Στρουμίτζης και Τιβεριουπόλεως εσήκωσε ψηλά το Σταυρό. Ο λαός κράτησε την ανάσα του. Κάτω, στην ιερή γη των ονείρων τους, στην αγαπημένη τους Στρώμνιτσα, τινάχθηκαν οι πρώτες φλόγες. Πήδηξαν γλύφοντας τα σπίτια, τις στέγες τα δέντρα, ζώσανε την πόλη. Η Στρώμνιτσα καιγόταν. Την καίγανε τα παιδιά της για να μην πέσει στα χέρια των Βουλγάρων. Οι μανάδες σήκωσαν τα παιδιά για να δουν καλά, να θυμούνται τη δραματικότητα της εικόνας. Οι γέροι και οι άρρωστοι ανασηκώθηκαν στα φορεία τους. Οι ιερείς πέσανε στα γόνατα με τα χέρια ψηλά, προς τον Ύψιστο. Και οι άντρες – άντρες σκληροί και δοκιμασμένοι στον κίνδυνο – δάκρυσαν. Ένας απέραντος λυγμός, σαν ανάσα της γης, σηκώθηκε ψηλά στον αυχένα της Δοϊράνης, συγκλόνισε το λαό. Η Στρώμνιτσα δεν υπήρχε πια». (Α 187)

 

     Τελικά όλες σχεδόν οι βορειοελλαδικές πόλεις έχουν περάσει από αυτή την φοβερή δοκιμασία που είναι η πυρκαγιά. Έχοντας καεί οι περισσότερες τον 19ο αιώνα –θύματα είτε μιας εκσυγχρονιστικής προσπάθειας είτε ενός νέου προϊόντος –του φωτιστικού πετρελαίου, μεταξύ άλλων, ξαναγνωρίζουν την σχεδόν απόλυτη καταστροφή στη διάρκεια των πολέμων της δεκαετίας του 1910, και παραδίδονται ουσιαστικά γυμνές στην νέα τους πολιτική ταυτότητα. Θα πρέπει να πω ότι, έχοντας ακούσει αφηγήσεις από προσφυγικές εμπειρίες μέσα στην οικογένεια, κρατούσα την ανάμνηση ανθρώπων που έφευγαν έχοντας καλά κλειδαμπαρώσει το σπίτι τους, ώστε να το βρουν απείραχτο όταν, σύντομα, θα γυρνούσαν πίσω. Δεν γύρισαν βέβαια ποτέ, ούτε καν ως τουρίστες, αλλά η απόφαση να βάλεις φωτιά στο σπίτι σου με τα ίδια σου τα χέρια δίνει μια εντελώς τραγική διάσταση σ’ ένα ήδη τραγικό συμβάν που είναι η αναδιανομή μεγάλων πληθυσμιακών ομάδων στο χώρο στα μεσοπολεμικά χρόνια.

     Αν ο πόλεμος και η καταστροφή της πόλης είναι  το πρώτο επεισόδιο, το δεύτερο είναι η φυγή των παλαιών κατοίκων και η μεταφορά και εγκατάσταση νέων, προσφύγων ή μετακινούμενων ακτημόνων. Οι περιγραφές της μετακίνησης χιλιάδων ανθρώπων είναι εντελώς σπαρακτικές  [Α 186-187].

    Μικρά ή μεγάλα  καραβάνια από Χριστιανούς και Μουσουλμάνους εγκατέλειπαν χωρίς να το θέλουν τους τόπους που γεννήθηκαν, τους ναούς και τα τεμένη τους, τα χωράφια και τους κήπους τους, τα φτωχικά ή πλούσια σπίτια τους. Στο δρόμο για την ελευθερία, τους συντρόφευε η καταπόνηση του ταξιδιού, η αγωνία για το άγνωστο, οι σκέψεις για το παρελθόν που άφηναν πίσω τους. Πως θα μπορούσε να περιγράψει κανείς τα δυστυχή αυτά όντα; Τις κατάκοπες γυναίκες με τα μωρά στην αγκαλιά τους που σωριάζονταν καταγής από την κούραση και αναλύονταν σε δάκρυα και γοερούς λυγμούς κάτω από τα απορημένα μάτια των παιδιών τους. Τους άντρες με χαρακωμένα από το μόχθο και τον πόνο πρόσωπα που περπατούσαν με σκυμμένα τα κεφάλια αναλογιζόμενοι το σπίτι τους, τους  εγκαταλειμμένους τάφων των προγόνων τους, τα  παρατημένα χωράφια τους. Τα παιδιά που γαντζώνονταν τρομαγμένα στα φουστάνια των μανάδων τους. Τους γέροντες και τις γερόντισσες με τα βουβά χείλη και τα απλανή βλέμματα που κατέπνιγαν τον πόνο τους μετρώντας τη δυστυχία που τους βρήκε σε αυτή την ηλικία. Οι γηραιότεροι από αυτούς επικαλούνταν σιωπηλά το θάνατο, που κάτω από τέτοιες συνθήκες σίγουρα δεν θα αργούσε να έρθει.

Για τα πένθιμα αυτά καραβάνια των προσφύγων ο πολεμικός ανταποκριτής της ΑΚΡΟΠΟΛΕΩΣ έγραφε: «Μέραις τώρα παρακολουθώ τον κόσμο που φεύγει. Από το Πέχτσοβο και τα χωργιά του, απ’ τα περίχωρα της Τζουμαγιάς, από το πλούσιο κάμπο της Στρώμνιτσας, από την πόλι και τα προάστειά της, απ’ εδώ ένα καραβάνι μακρύ, ατελείωτο από αραμπάδες, κάρρα και άλλα περίεργα πρωτογενή μεταγωγικά, από κόσμο πολύμορφο και φανταχτερό κατά το πλείστο και από όλα τα κατοικίδια ζώα, τον ήμερο, ταπεινό, υπομονητικό και τετράγωνο βούβαλο, έως τον υπερήφανο «κόκοτο», που φωλιάζει επί του παρόντος μέσα στην ποδιά γηραιάς χανουμίσσης, διευθύνεται προς νότο, προς το Κι­λιντίρ ή Ντεμίρ Ισσάρ». Ο ίδιος περιέγραψε την τέλεια ερήμωση οικισμών που άλλοτε έσφυζαν από ζωή.

 

   Τα καραβάνια των κάθε λογής προσφύγων προσελκύουν συνεχώς την προσοχή. Το 1913 είναι οι μουσουλμάνοι που εγκαταλείπουν την Στρώμνιτσα στο τέλος του 2ου Βαλκανικού πολέμου. Σε  φωτογραφίες Ελλήνων και ξένων φωτογράφων και ανταποκριτών, όπου εικονίζονται κυρίως άνδρες και παιδιά, βλέπουμε ανθρώπους σκυφτούς από θλίψη, που έχουν μόλις εγκαταλείψει τον τόπο στον οποίο γεννήθηκαν. Κουβαλώντας τα λιγοστά υπάρχοντα τους σε αμάξια δίτροχα, με περίτεχνες ξύλινες αρματωσιές και καλυμμένα με πολύχρωμα υφαντά, θα φθάσουν στα περίχωρα της Θεσσαλονίκης για να μεταφερθούν στην Προύσσα με τουρκικά καράβια που θα τους παραλάβουν από το λιμάνι.  Αργότερα, με την ευκαιρία άλλων φωτογραφικών αποστολών στην περιοχή το 1922, θάναι οι χριστιανοί της Αδριανούπολης σε μια σειρά από θλιβερές φωτογραφίες που φορτώνονται σε κάρα ή σε βαγόνια αφήνοντας τα σπίτια τους κλειδωμένα, με την μάταια ελπίδα της επιστροφής. Ένας άλλος, νεαρός τότε, ανταποκριτής στα Βαλκάνια, ο Ernest Hemingway, περιέγραψε τις σιωπηλές αυτές πορείες, εικόνες που ξαναβιώθηκαν επανειλημμένα από το 1870 και μετά,  και τις γνωρίσαμε πολλές φορές μέχρι τις μέρες μας..... : «Η κύρια φάλαγγα έχει μήκος 32 χιλιομέτρων!..  Τριάντα δύο χιλιόμετρα κάρα που τα σέρνουν αγελάδες, ταύροι και λασπωμένοι νεροβούβαλοι, ενώ δίπλα τους εξουθενωμένοι και ζαλισμένοι άντρες, γυναίκες και παιδιά με κουβέρτες πάνω από τα κεφάλια τους, περπατούν στα τυφλά κάτω από την βροχή, δίπλα στα εγκόσμια αγαθά τους…. Δεν ξέρουν πού πάνε…. Είναι μια σιωπηλή φάλαγγα… Οι όμορφες τοπικές τους ενδυμασίες είναι βρεγμένες και λασπωμένες…. Σχεδόν μισό εκατομμύριο πρόσφυγες βρίσκονται κιόλας στην Μακεδονία…».

   Οι πρόσφυγες των εικόνων μπορεί να είναι Έλληνες, Αλβανοί, Σέρβοι, Βούλγαροι ή Τούρκοι. Μπορεί να είναι χριστιανοί, εβραίοι ή μουσουλμάνοι. Ο,τι κι αν ιστορούν συγκεκριμένα οι φωτογραφίες, η εμπειρία του ξερριζωμού είναι ένα γενικευμένο φαινόμενο που σφραγίζει ανεξίτηλα στις αρχές του 20ού αιώνα τα Βαλκάνια.

 

     Το Χρονικό καταγίνεται στην συνέχεια με τις δυσκολίες της νέας εγκατάστασης, τις απίστευτες δυσκολίες προσαρμογής και τους καθημερινούς ηρωισμούς μέσα σε μια ατμόσφαιρα που συνεχώς βαραίνει πολιτικά, και στην οποία συμβαίνουν γεγονότα που ελπίζω ότι δεν θα ξανασυμβούν ποτέ πια στον τόπο μας, αν και πρέπει να είμαστε σε εγρήγορση συνεχή αυτούς τους περίεργους καιρούς που ζούμε. Καυκάσιοι και Ακαλανιώτες, Θρακιώτες και Τραπεζούντιοι είναι οι πρώτοι πρόσφυγες, μαζί με τους Στρωμνιτσιώτες, αργότερα και Σμυρνιοί. Οι πρώτοι ήταν αγρότες, οι τελευταίοι αστοί, πολλοί μόνον τουρκόφωνοι, κάθε ομάδα με διαφορετικές συνήθειες, γλωσσικά ιδιώματα, γαστρονομικές και μουσικές προτιμήσεις…. Μάλιστα μετά την συνθήκη της Λωζάννης και άλλες προσφυγικές οικογένειες επρόκειτο να εγκατασταθούν (3.000 στις πεδιάδες Α 406) και νέα προβλήματα επρόκειτο να αναδειχθούν…  Το Κιλκίς έπρεπε να λειτουργήσει ως ένα τεράστιο χωνευτήρι.  Το πώς κατάφεραν να συνυπάρξουν όλες αυτές οι ετερόκλητες ομάδες είναι νομίζω από τα πιο ενδιαφέρουσες επιτυχίες αυτής της πόλης, όταν σήμερα, σε καλύτερες συνθήκες φοβόμαστε την ανάπτυξη της μισαλλοδοξίας.

    Η εγκατάσταση των προσφύγων είναι δύσκολο να αποτιμηθεί, καθώς τα ζητήματα είναι σχετικά: πώς βλέπουν από την Αθήνα, ή από κοντά τα θέματα, πώς τα αντιμετωπίζουν οι ντόπιοι έναντι των προσφύγων, ή οι παλαιότεροι πρόσφυγες έναντι των νεωτέρων. Έτσι για παράδειγμα όταν το 1928 επισκέπτεται το Κιλκίς ο αρμόδιος υπουργός Υγιεινής, Προνοίας και Αντιλήψεως Απόστολος Δοξιάδης, πολύ ευχαριστημένος, αν και μαίνεται ο δάγκειος πυρετός με χιλιάδες θανάτους, δηλώνει: «Έμεινα έκθαμβος προ της τεραστίας προσπαθείας όλων των προσφύγων… Μικρά ακόμη προσπάθεια και υλική ενίσχυσις της κυβερνήσεως θα καταστήση αυτούς εντός ελαχίστου χρονικού διαστήματος όχι μόνον εντελώς αυτάρκεις αλλά και πολυτίμους δημιουργούς του εθνικού πλούτου»  (Β 99-100).

     Εντός ελαχίστου χρονικού διαστήματος…. Δύο χρόνια μετά, το 1930, (και 60 σελίδες παρακάτω βλ. Β 163) με τίτλο «Εις την κοιλάδα του θανάτου και της προσφυγικής φτωχολογιάς», η αθηναϊκή εφημερίδα Ακρόπολις μεταφέρει μια εντελώς διαφορετική εικόνα φτώχειας, στερήσεων, σκληρότητας καθημερινής, εκβιασμών και υπερχρέωσης (την οποία πιστοποιεί η έκδοση 5000 ενταλμάτων για τους αγρότες της περιφερείας του Κιλκίς).

    Η δράση επιφανών προσωπικοτήτων είναι αναμφίβολα ενδιαφέρουσα, αλλά το βιβλίο εστιάζει  κυρίως στους καθημερινούς ανθρώπους, ενεργούς παράγοντες της τοπικής ιστορίας. Αυτοί είναι που ζωντανεύουν, οι πρόσφυγες που εργάζονται ακούραστα και επιβιώνουν στοιβαγμένοι σε πρόχειρα καταλύματα, τα μωρά που πεθαίνουν πριν χρονίσουν, οι καπνεργάτες που διεκδικούν να θρέψουν την οικογένειά τους όταν μεταφέρονται στο Κιλκίς από την Καβάλα στα δύσκολα χρόνια της οικονομικής κρίσης στην δεκαετία του 1930.  Είναι ο τύφος και η ελονοσία και οι στερήσεις. Είναι όμως και οι χαρές, οι γιορτές στις γειτονιές, οι γάμοι, τα παζάρια και αποκριάτικα ξεφαντώματα, παρελάσεις, εκδρομές, και πανηγυρισμοί. Είναι εντυπωσιακό πώς εναλλάσσονται οι θλιβερές με τις ανέμελες στιγμές.

     Ένα εξαιρετικό βιβλιογραφικό εύρημα του Θανάση, η διατριβή ενός τελειοφοίτου της Γεωπονικής Σχολής του 1937, με τίτλο Συμβολή εις την γεωργικοοικονομικήν έρευνα της κωμοπόλεως Κιλκίς, περιέχει πολύ ενδιαφέροντα στοιχεία της κοινωνικής και οικονομικής ζωής της πόλης. Κατά τον ερευνητή η  συμβιωση των διαφορετικών ομάδων είναι ένα κοινωνιολογικό φαινόμενο άξιο μελέτης.

    «Η δίνη των τελευταίων πολέμων έρριψεν εις τον τόπον τούτον ανθρωπίνην ύλην παντοίας προελεύσεως, η οποία ευρίσκεται ακόμη εν αιωρίσει. Πρέπει όμως κατά πρώτον να κατακαθίση. Παρατηρούνται σήμερον μεταξύ των διαφόρων αυτών φυλετικών ομάδων ρεύματα συνεχή αλληλεπιδράσεως εις τας κοινωνικάς αντιλήψεις, εις τας επαγγελματικάς γνώσεις και εν γένει εις όλους τους κλάδους της δράσεως τους αποτελούντας τον πολιτισμόν και την οικονομικήν ζωήν αυτών. Τα αίτια αυτά γίνονται αίτια ανατροπής της υπαρχούσης ατομικής ισορροπίας. Η ανατροπή αύτη προς το παρόν μεν έχει δημιουργήσει μιαν αναρχίαν ψυχικήν, κοινωνικήν, οικονομικήν, ασφαλώς όμως τα ρεύματα ταύτα ωθούν προς την πρόοδον εις τρόπον ώστε, καλώς καθοδηγούμενα προς δημιουργίαν μιας νέας ισορροπίας φυλετικής, ψυχικής, κοινωνικής και οικονομικής ισορροπίας, η οποία θα προέλθη τελικώς εκ της συγχωνεύσεως των ικανοτήτων όλων αυτών των φυλετικών ομάδων, θα συντελέσουν ώστε να προβάλη εκ της σημερινής αναρχίας πλέον ευοίωνον το μέλλον. Ακόμη όμως σήμερον αι φυλετικαί αυταί ομάδες ίστανται απέναντι αλλήλων πολύ επιφυλακτικαί, ίσως δε και εχθρικαί εν μέρει εισέτι. Αι οικογενειακαί όμως δια γάμων επιμειξίαι, αι οποίαι έχουν αρκετά προχωρήσει, διευκολύνουσαι την στενωτέραν ψυχικήν επαφήν μεταξύ αυτών θα επιφέρουν την ποθητήν ισορροπίαν ταχυτέραν» (Β 432-434).

 

    Το τραγικό είναι ότι μόλις η ψυχική αυτή επαφή επιτεύχθηκε, ήρθε, σε λίγα χρόνια, ο εμφύλιος για να την ανατρέψει, τοποθετώντας αυτή τη φορά ως αιτία της αντίθεσης όχι την προσφυγική προέλευση αλλά την πολιτική τοποθέτηση.

     Θα ήθελα να κλείσω την ελλιπή κατά τα άλλα παρουσίαση, όπως την άρχισα, με τα λόγια του συγγραφέα, στο κείμενο αντί προλόγου.

    «Τελικά αυτή η πόλη έζησε τα πάντα: τη φωτιά τριών πολέμων, τα αλλεπάλληλα διαδοχικά κύματα της προσφυγιάς, την πλημμυρίδα και την άμπωτη της δημοκρατίας. Και έγινε σύμβολο υπέρλαμπρο, αλλά με τη διάρκεια διάττοντος αστέρος, του έθνους, των προσφυγικών ομάδων, των πολιτικών σχηματισμών: Λίκνο της ελευθερίας στον Β΄ Βαλκανικό πόλεμο, «Νέα Στρώμνιτσα» την εποχή της πρώτης προσφυγικής εγκατάστασης, «Ακρόπολις του βενιζελισμού» στα χρόνια της παντοδυναμίας των Φιλελευθέρων, μήτρα που γέννησε την ενότητα της αριστεράς, αφού εδώ για πρώτη φορά πανελλαδικά επισημοποιήθηκε η κοινή δράση του «Λαϊκού Μετώπου». [Α 5]  

 

    Και την κατάληξη του Θ. Βαφειάδη:

   «Μπορώ να διαβεβαιώσω ότι ο αναγνώστης δεν θα πλήξει διαβάζοντας αυτό το δίτομο έργο, αφού γι’ αυτό φρόντισαν οι συντάκτες των κειμένων και των άρθρων στις παλιές εφημερίδες, που τελικά αποδεικνύονται κάθε άλλο παρά εφήμερα».

    Συνυπογράφοντας τη δήλωση του συγγραφέα, θάθελα να προσθέσω ότι η δική του βαθειά γνώση μαζί με το αίσθημα που τον κινεί, τον έκαναν να συνθέσει πολύτιμες μοναδικές σελίδες  για τα δράματα που παίχτηκαν στον μακεδονικό χώρο και ειδικά στην περιοχή του Κιλκίς, αλλά και για την αναγεννητική δυναμική που διαμορφώθηκε, χάρη στις ανάγκες της επιβίωσης, τους συνειδητούς αγώνες πολλών Κιλκισιωτών (που πολλοί πλήρωσαν ακριβά) και τις συλλογικές προσπάθειες νέων και  παλιών κατοίκων της περιοχής.

Η Βίβλος του Κιλκίς

 

Γιάννης Καραγιαννίδης

ΚΙΛΚΙΣ 24 - Σάββατο 2 Μαρτίου 2013

 

 

Δεν ξέρουμε αν οι εκδηλώσεις για την 100στη επέτειο της ένταξης του Κιλκίς στο ελληνικό κράτος θα επιφέρουν κάτι ξεχωριστό για την συλλογική μνήμη της πολύπαθης πόλης, στη δεύτερη εκατονταετία του ελεύθερου βίου της, που ξεκινά στις 21 Ιουνίου 2013. Γι` αυτό όμως που είμαστε βέβαιοι είναι ότι το Κιλκίς βρήκε τη Βίβλο του, των χρόνων 1913 – 1940.

Ευαγγελιστής, ποιος άλλος, ο ακάματος Θανάσης Βαφειάδης, ένας εκ των εκλεκτότερων καρπών της προσφυγομάνας γης του Κιλκίς, που εδώ και δεκαετίες πια, προσφέρει αφειδώς τους χυμούς του μόχθου και την τροφή του ανεξάντλητου πνεύματος με το οποίο είναι προικισμένος,  σ` όλους εμάς τους συντοπίτες του, χθεσινούς, σημερινούς και κυρίως αυριανούς, που αναμένουν να τους παραδώσουμε τη σκυτάλη.

     Δεν είναι τυχαίο, που ο Θανάσης αφιερώνει τη δίτομη βίβλο του, "ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΟΥ ΚΙΛΚΙΣ 1913 – 1940", στα παιδιά του, Ευθύμη και Σωτήρη. Ξέρει πως αυτή η νέα γενιά που θα συνδέσει τη δημιουργικότητά της με τις επόμενες δεκαετίες, αλλά κι οι άλλες γενιές που θ` ακολουθήσουν στην αέναη σκυταλοδρομία της ιστορίας, χρειάζεται να τραφούν απ` τις ρίζες της, αν θέλουν να γίνουν οι ριζοσπάστες του ζόφου που βιώνουμε σήμερα στη πατρίδα μας.

     Η πολυαναμενόμενη έκδοση του νέου βιβλίου του Θ. Βαφειάδη αποτελεί για το καταστροφικό 2013, γεγονός. Όχι, εκδοτικό. Για τέτοιο, δεν το συζητάμε! Ούτε πολιτιστικό, πνευματικό και όλα τα συναφή που μπορούν να χαρακτηρίσουν ένα έργο ζωής όπως το περί ου ο λόγος πόνημα. Αποτελεί γεγονός που μπορεί να επηρεάσει, έστω και σ` επιλεγμένες στιγμές της, την ίδια τη ζωή των Κιλκισιωτών.

   Το δίτομο έργο με τις 1200 περίπου σελίδες του, που πρέπει να βρει τη θέση του σε κάθε τραπέζι και σε κάθε καναπέ απολαυστικής ανάγνωσης, σε κάθε …κομοδίνο κρεβατοκάμαρας κιλκισιώτικου σπιτιού προς ευκολία χρήσης, μπορεί να μας κάνει να βλέπουμε τον τόπο μας αλλιώς. Όχι έτσι όπως τον κατάντησαν πρόσωπα και πολιτικές, που εμπιστευτήκαμε και μας πρόδωσαν. Αλλά όπως μας τον παρέδωσαν οι πρόσφυγες παππούδες και πατεράδες μας, που αντιμετώπισαν "την ένδεια και την πείνα καλλιεργώντας τα χωράφια χωρίς συνεχείς επιδοτήσεις αλλά με δυο καχεκτικά βόδια ή ένα ψωραλέο άλογο που τους χορήγησε ο εποικισμός", όπως γράφει ο Θανάσης.

     Κι όταν δούμε τον τόπο μας έτσι, δεν θa μπορέσουμε, αλήθεια, να βγούμε απ` την ύπνωση που μας χαρακτηρίζει απέναντι στην αθλιότητα που μας επιβλήθηκε;

     Γράφει ο Θ. Βαφειάδης στο προλογικό κείμενο του έργου του:

«Αν η τρίμερη μάχη του Κιλκίς έχει σαν σύμβολό της το μαρμάρινο σύμπλεγμα με τους τρεις στρατιώτες, έναν όρθιο που με το ένα χέρι κρατάει το περίστροφο και με το άλλο υποβαστάζει έναν τραυματία ενώ στα πόδια του κείτεται ένας νεκρός, έτσι και η διαρκής μάχη των πρώτων κατοίκων του Κιλκίς θα μπορούσε να αποδοθεί με ένα ανάλογο σύμπλεγμα: τον νεκρό από τις κακουχίες της θλιβερής μετοικεσίας πρόσφυγα της αρχικής προσφυγικής εγκατάστασης, τον λαβωμένο ψυχικά από την κρατική αναλγησία και σωματικά από την καταραμένη ελονοσία πρόσφυγα που αγωνίστηκε να ριζώσει στη νέα του πατρίδα, τον πρόσφυγα της δεκαετίας του ΄30 που κατάφερε να σταθεί όρθιος, κρατώντας με το ένα χέρι το βαρύ φορτίο του παρελθόντος και σφίγγοντας με το άλλο, σαν όπλα ακαταμάχητα, τα εργαλεία της δουλειάς του».

   Έτσι και το σύμπλεγμα του Κιλκίς στο έμπα της 2ης εκατονταετίας ελεύθερου βίου του, δεν μπορεί παρά ν` αποτελούν ο στραπατσαρισμένος Κιλκισιώτης της κρίσης και φτωχοποίησης, που δέχεται κι ανταποδίδει την αλληλεγγύη και συντροφικότητα των όμοιων μ` αυτόν συντοπιτών του, στο δρόμο προς το άγνωστο αύριο.

   Να `σαι καλά φίλε Θανάση, να δούμε και τη συνέχεια του ΧΡΟΝΙΚΟΥ, απ` το `40 και μετά. Σ` ευχαριστούμε!

K2.jpg