«Πολεοδομική εξέλιξη

αξιόλογα κτίρια της περιοχής Γουμένισσας»

 

Θανάσης  Βαφειάδης - Άννα Τζάκου

Έκδοση Δήμου Γουμένισσας, 2002, σελ 200, αρ. αντιτύπων 2.000

243.jpg

Παρακολούθηση της πολεοδομικής εξέλιξης των ορεινών οικισμών του Πάικου και καταγραφή των διασωθέντος οικιστικού αποθέματος της παραδοσιακής αρχιτεκτονικής. Η ανάλυση στηρίχθηκε στους εξής άξονες:

  • Το σύστημα των επικοινωνιών

  • Η εξέλιξη του αστικού και περιφερειακού χώρου

  • Ιστορική ανάλυση των οικισμών

  • Κοινωνικά δημογραφικά και οικονομικά χαρακτηριστικά του πληθυσμού

  • Παραδοσιακή κατοικία

Για τους οικισμούς του Πάικου

Θανάσης Βαφειάδης

 

   Ο επισκέπτης της Γουμένισσας αισθάνεται ότι αυτή η πόλη ζει στο δικό της χρόνο ή τουλάχιστον ότι ο χρόνος δεν έχει καταφέρει να αλώσει ολοκληρωτικά τον κόσμο και τον χώρο της. Την ίδια νοσταλγική εικόνα θα συναντήσει ανηφορίζοντας στους ορεινούς οικισμούς του Πάικου, την Γρίβα, την Κάρπη, την Καστανερή. Εδώ οι δρόμοι και τα περάσματα συνεχίζουν να κρατούν τις παλιές διαστάσεις και μορφές αλλά και τις αισθητικές αξίες ενός λαϊκού πολιτισμού που κυριάρχησε μέχρι τις πρώτες δεκαετίες του περασμένου αιώνα και σήμερα δεν υπάρχει πια. Οι διώροφες κατοικίες με τις φτωχές τοιχοποιίες, τις ξύλινες κατασκευές, τους «μπαγδαδότοιχους» εξακολουθούν να διατηρούν το χώρο οικείο και αγαπητό. Τα παλιά αυτά κτίρια αποτελούν ζωντανή μαρτυρία για τον παρελθόντα χρόνο και εκπέμπουν τον δικό τους κώδικα επικοινωνίας σε αυτούς που θα ενδιαφερθούν να τον αποκωδικοποιήσουν ή να τον αφουγκραστούν. «Μιλούν» με τη δική τους «γλώσσα» που συγκροτείται από τις μορφές, τα σχήματα, τα δομικά υλικά. Είναι οι κύριοι αφηγητές της ιστορίας του χώρου και των ανθρώπων που έζησαν εδώ και παράλληλα αποτελούν τα ίδια και την προβολή της αφήγησης. Στο σώμα τους είναι καταγεγραμμένες και αναγνώσιμες οι ιστορικές οικοδομικές φάσεις, οι καταστροφές, οι επισκευές και οι προσθήκες, όλη η δυναμική σχέση του παρόντος με το παρελθόν.

   Το αξιόλογο αυτό οικιστικό απόθεμα που έχει διασωθεί εκφράζει με συνέπεια έναν κόσμο περασμένο, έναν κόσμο που όπως λέει ο καθηγητής Ν. Μουτσόπουλος ήταν πιο ειλικρινής, πιο τίμιος, πιο συνεπής, που σεβόταν την ανθρώπινη κλίμακα, τον ίδιο τον άνθρωπο, τη φύση και ιδίως τα παιδιά, που είχαν κάποιο χώρο, κάποια μοίρα στον ήλιο, που η σημερινή απάνθρωπη πόλη τους την αρνείται.

  Είναι κοινό μυστικό ότι τη θέση αυτών των μορφών, που η απλοϊκότητα τους κρύβει τη σοφία των κατασκευαστικών και λειτουργικών λύσεων, θα πάρει σε λίγο το άμορφο και ανώνυμο μπετόν. Το πιο πιθανό είναι ότι σε λίγο καιρό ότι τα λείψανα αυτά της παραδοσιακής αρχιτεκτονικής θα έχουν εκλείψει. Η ολοκληρωτική τους σωτηρία αποτελεί ουτοπία. Ακόμη και οι μη ειδικοί γνωρίζουν πως ο κακογερασμένος «τσατμάς» και το πολυκαιρινό «μπαγδατί» δύσκολα αναστηλώνονται. Όμως η παράταση της ζωής αυτών των έξοχων δειγμάτων της προβιομηχανικής εποχής θα ήταν ίσως μια τελευταία ευκαιρία περισυλλογής και μνήμης για τις μορφές της παραδοσιακής αρχιτεκτονικής που χάνονται. Η παλιά αρχιτεκτονική μπορεί να γέρασε ασυντήρητη και χωρίς καμιά φροντίδα και γι' αυτό δημιουργεί προβλήματα κατοικήσεως δυσεπίλυτα, όμως έχει ακόμη πολλά να προσφέρει με την αλήθεια και την απλότητά της. Κι αυτό δεν πρέπει να είναι το ζητούμενο ή η πρόκληση μόνο για τους ειδικούς. Αυτό που έχει μεγαλύτερη σημασία είναι να προβληματιστούν οι ίδιοι οι κάτοικοι της Γουμένισσας και των ορεινών οικισμών για τη διάσωση της αρχιτεκτονικής τους κληρονομιάς και των όσων αυτή αντιπροσωπεύει. Η εικόνα της μικρής πόλης ή του χωριού που σκαρφαλωμένο στα βράχια διατηρεί τις παλιές γειτονιές, τα σκιερά δέντρα, τις βρύσες που τρέχουν συνεχώς είναι ιδιαίτερα ελκυστική όχι μόνο για τους κατοίκους αλλά για τους επισκέπτες που τους έχουν ανάγκη. Οι κάτοικοι των σύγχρονων πόλεων που ζώντας σ’ αυτές έχουν χάσει τις ποιότητες του δομημένου χώρου τις αναζητούν σε πολεοδομικά σύνολα με στοιχεία του παρελθόντος και της παλαιότερης αρχιτεκτονικής. Όλοι αυτοί μπορεί να αποτελούν το κλειδί για την ανάπτυξη μιας πανέμορφης αλλά οικονομικά υποβαθμισμένης περιοχής. Κάτω από αυτό το πρίσμα μια πολιτική διατήρησης και αξιοποίησης του πολεοδομικού και αρχιτεκτονικού πλούτου της περιοχής ίσως να έχει να προσφέρει πολύ περισσότερα από την οικιστική ανανέωση με σύγχρονα υλικά.

καυκ1.jpg

Κική Καυκούλα

Αν. καθηγήτρια αρχιτεκτονικής ΑΠΘ

 

Βιβλιοπαρουσίαση

Το βιβλίο ακολουθεί τη σύγχρονη προσέγγιση των συνόλων με αρχιτεκτονική και ιστορική αξία: η μελέτη τους δε γίνεται με μια λογική κατηγοριοποίησης και μόνο, ούτε με τη νοσταλγική διάθεση που καταλήγει σε εξωραϊσμό του παρελθόντος αλλά για την κατανόηση, τη διάσωση και την ένταξη στην καθημερινή ζωή αυτού που αποκαλούμε «το πνεύμα του τόπου».

   Πράγματι οι συγγραφείς καταγράφουν τα κρίσιμα συστατικά της αστικής μορφής, δηλαδή τις διαδρομές μέσα στο χώρο της πόλης, την προσαρμογή των κτιρίων στο κλίμα και το έδαφος, την καθαρότητα των γεωμετρικών όγκων, τη σαφήνεια της τυπολογίας, τόσο στο κτίριο όσο και στο σύνολο, την έλλειψη δογματισμού στις αρχιτεκτονικές λύσεις και την απλότητα και καθαρότητα της κατασκευής.

   Πρόκειται για τα περιουσιακά στοιχεία της πόλης. Η πρόκληση για τη Γουμένισσα, όπως και για κάθε άλλο οικισμό με ανάλογη αξία δεν είναι να μείνουν ορισμένα κτίρια ως άλλοθι και να αντικατασταθούν τα υπόλοιπα από αδιάφορα κτίρια που εφαρμόζουν ρουτινιάρικα τους οικοδομικούς κανονισμούς αλλά να αντιμετωπιστεί ολόκληρος ο οικισμός με φροντίδα (και γιατί όχι, με αγάπη). Το θέμα δεν είναι μόνο τι θα κάνουμε με τα παλιά ή διατηρητέα αλλά πώς θα χτίσουμε τα καινούργια, ώστε να διαφυλαχτούν τα στοιχεία που συνιστούν τον χαρακτήρα της πόλης στις νέες κατασκευές: όχι τουβλάκια, κεραμιδάκια, πετρούλες που επιχειρούν να μεταμφιέσουν μια μικρή οικοδομή τύπου πολυκατοικίας σε νεοπαραδοσιακό κτίριο, αλλά τα άλλα, τα σημαντικά: ο όγκος του κτιρίου, η θέση και το μέγεθος της αυλής (και όχι πρασιάς), ο ημιυπαίθριος  χώρος (το χαγιάτι της παράδοσης), η απλή γεωμετρία, η συναρμογή με τα γύρω κτίρια, τα προσκτίσματα, αυτά θα χρειαστούν ως υπόδειγμα στους αρχιτέκτονες που θα έχουν το λόγος το εξής.

   Αυτή η αντιμετώπιση είναι η τρέχουσα πρακτική στην Ευρώπη όπου μικροί και μεγάλοι οικισμοί προσπαθούν να βρουν αυτό που συνιστά την ίδια την ιδιαιτερότητά τους και να το αναδείξουν, προκειμένου να κάνουν την πόλη τους ωραιότερη και πιο ευχάριστη (ώστε δίκαια να υπερηφανεύονται γι’ αυτήν) αλλά και προκειμένου να προσελκύσουν εσωτερικό τουρισμό.

  Αν το πρώτο βήμα προς αυτήν την κατεύθυνση είναι η καταγραφή και η δημοσιοποίηση των αξιών της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς νομίζω ότι ο δήμος έχει κάνει το πρώτο βήμα προς αυτήν την κατεύθυνση και πρέπει να τον συγχαρούμε καθώς και τους συγγραφείς αυτού του ωραιότατου βιβλίου.

Εικόνα 032.jpg

Μύρων Μυρίδης

Καθηγητής χαρτογραφίας ΑΠΘ

 

Βιβλιοπαρουσίαση

Οι περιγραφές πόλεων, ιστορικών τόπων και γεωγραφικών χώρων, δεν αποτελούν πλέον, ακόμη και στη χώρα μας, κάποια ιδιαίτερη εκδοτική δραστηριότητα.

Είναι σχεδόν συνήθης στη διεθνή βιβλιογραφία, η εμφάνιση έργων συγγραφικών και άλλων, με θέματα που αναφέρονται στην ανάπτυξη και τη ζωή τόπων και χώρων, προσφέροντας στους αναγνώστες, ειδικούς και μη, μια ιδιαίτερη γνώση γύρω από αυτό που υπήρξε, φωτίζοντας μ’ αυτόν τον τρόπο αυτό που υφίσταται και εξελίσσεται.

Χρονικά βέβαια τέτοιου είδους έργα έχουν δει το φως της δημοσιότητας, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο και με διάφορες αφορμές, ήδη από την ελληνική αρχαιότητα. Ας μην ξεχνάμε τον Ξενοφώντα και τις «Πόλεις ευδαίμονες και μεγάλες», που μας περιγράφει στο γνωστό από τα γυμνασιακά μας χρόνια έργο του. Ακόμα βέβαια παλαιότερες οι περιγραφές του Ηροδότου, που πατέρας της Ιστορίας και της Γεωγραφίας, εξιστόρησε και περιέγραψε τόπους, σε μια εποχή που τα ταξίδια δεν προσφέρονταν για τέτοιου είδους περιηγήσεις.

     Εκεί βέβαια που βρίσκουμε το απόγειο αυτής της κατηγορίας γεωγραφικών μελετών, είναι στους μεταγενέστερους Έλληνες γεωγράφους και περιηγητές, όπως ο Στράβων, ο Παυσανίας και άλλοι ακόμα, που επιτρέψτε μου την κάπως θαρραλέα εκτίμηση μου, μπορούν να θεωρηθούν οι πρόγονοι αυτού που σήμερα ονομάζουμε «Περιφερειακή Γεωγραφία», ή ακόμα καλύτερα αυτό που συνηθίσαμε να λέμε «Περιγραφική Γεωγραφία», που αυτή πια με τη σειρά της αποτελεί την απαρχή της σύγχρονης γεωγραφικής επιστήμης.

    Βέβαια την ομορφιά και τη γοητεία της βιωματικής περιγραφής του γεωγραφικού χώρου, τις απολαμβάνουμε με έναν άλλο εξαιρετικό τρόπο, από τους πλέον σύγχρονους περιηγητές που στη διάρκεια, κυρίως του 19ου αιώνα, διέσχιζαν κυριολεκτικά απ’ άκρη σ’ άκρη, την μόλις ελευθερωμένη, σε μικρό τμήμα της, ελληνική επικράτεια. Γοητευμένοι από το αρχαίο ελληνικό κλασσικό πνεύμα που επικρατούσε στους ακαδημαϊκούς χώρους της εποχής και ιδιαίτερα της Σχολής Καλών Τεχνών του Παρισιού, Αρχιτέκτονες – Πολεοδόμοι, Γεωγράφοι αλλά και άλλων ειδικοτήτων όπως οι Pouqueville, Stefanopolis, Gerard de Nerval, Joseph de Tournefort, Choiseul Gouffier, ή ακόμα ο Flaubert, Th. Gautier, Lamartive και ο Ernest Renan. Αρκετοί από αυτούς κάτοχοι του περίφημου βραβείου της Ρώμης (Prix de Rome), που τους εξασφάλισε τα μεγάλα έξοδα της μετακίνησης, σαρώνουν τη χώρα, προς αναζήτηση όχι μόνο μιας μυθοποιημένης αρχαιότητας, αλλά και προς ανακάλυψη ενός καινούργιου κόσμου που γεννιόταν την εποχή εκείνη σε τόπους τόσο φορτισμένους ιστορικά και πολιτισμικά.

   Είναι αλήθεια ότι η «συνήθεια» αυτή δεν έπαψε ποτέ να υπάρχει και για τους επιστήμονες των αρχών του 20ου αιώνα Γεωγράφους κυρίως όπως ο Γάλλος Vidal de la Blache, που θεωρείται ο κατεξοχήν θεμελιωτής της Περιγραφικής Γεωγραφίας, τέτοιου είδους περιγραφές, μεταξύ επιστήμης και συγκινησιακής έξαρσης, προσέφεραν πάντα πλούσιο υλικό προς επεξεργασία.

    Υπήρξαν βέβαια και περιοχές, που για λόγους ειδικούς και συγκυριακούς δεν είχαν την τύχη να αποτελέσουν το αντικείμενο του πόθου περιηγητών και ειδικών όπως αυτούς που αναφέραμε. Η περίπτωση της Μακεδονίας και της ευρύτερης περιοχής της Βόρειας Ελλάδας υπήρξαν, μερικές από αυτές. Ο βασικός αφηγητής για την περιοχή μοιάζει να είναι ο Ν. Σχινάς όπως αναφέρουν και οι συγγραφείς. 

   Ομολογώ με επιστημονική ντροπή, ότι αν και «Γεωγράφος» την περιοχή με την οποία ασχολείται το βιβλίο που σχολιάζουμε, εκτός μικρού τμήματος της, δεν την γνώριζα παρά μόνο μέσα από εντελώς εξειδικευμένες δραστηριότητες της: την παραγωγή του εξαιρετικού κρασιού της. Θεωρώ όμως ότι τέτοιου είδους «επαφές» δημιουργούν την όσμωση που είναι απαραίτητη για την επικοινωνία, συστηματική ή ευκαιριακή. Μέσα λοιπόν σ’ ένα πλαίσιο εκδοτικό που αρχίζει να δείχνει τάσεις πληθωριστικές στην εποχή μας, ένα πλαίσιο φορτισμένο ιστορικά και επιστημονικά, να ακόμα ένα εγχείρημα που έρχεται να διεκδικήσει το λόγο ύπαρξης του, να διεκδικήσει μια θέση στα πολλά ράφια βιβλιοθηκών σχετικών μελετών, να διεκδικήσει όμως μια θέση στο μυαλό και την καρδιά μας, προσφέροντας το δικό του διαφορετικό κοίταγμα, επιχειρώντας να φέρει κοντά και στους μη ειδικούς, τους καθημερινούς ανθρώπους που ευαισθητοποιούνται από αυτά που συμβαίνουν γύρω τους, αυτό που θα μπορούσε  να είναι μια σχολαστική, ακαδημαϊκή πραγματικότητα, μεταλλαγμένο σε μια προσωπική, βιωματική, ζώσα αφήγηση ενός τόπου και της εξέλιξης του.

   Το Λεύκωμα «Πολεοδομική Εξέλιξη – Αξιόλογα κτίρια της περιοχής Γουμένισσας» που με μεράκι, κέφι, επιστημονοσύνη αλλά και κατάθεση ψυχής συνέγραψαν ο Θανάσης Βαφειάδης και η Άννα Τζάκου, επιχειρεί αυτή τη διαφορά. Ένα έργο με εκτενή τεκμηρίωση, ενδιαφέρουσα χαρτογράφηση, πλούσια φωτογραφημένο από τους συγγραφείς και τον Πάνο Τοκμακίδη.

     Καταρχήν, κάτι ιδιαίτερα ενδιαφέρον και σημαδιακό, πρόκειται για το προϊόν μιας συνεργασίας και σειράς δραστηριοτήτων, που πριν λίγα χρόνια αλλά και σήμερα, νομίζω συναντούσαμε σπάνια ή εμφανίζονταν με ορισμένες κακοφωνίες. Συνεργασίας που ξεκινάει από τη βάση της δημοκρατικής οργάνωσης της Χώρας μας, την Τοπική Αυτοδιοίκηση και συναντάει θεσμούς νέους και λειτουργίες καινοτομικές που συμβαίνουν για πρώτη φορά στην Ελλάδα. Εννοώ προφανώς τη δημιουργική συνεργασία του Δήμου Γουμένισσας και της ΑΝΚΙ ΑΕ που εκμεταλλευόμενοι τις δυνατότητες του ευρωπαϊκού προγράμματος Leader, κατάφεραν να αποδείξουν ότι πέρα από αμφιλεγόμενες «παραγωγικές» και «αναπτυξιακές» δραστηριότητες που μερικές φορές έφεραν τη χώρα σε δύσκολη διεθνή θέση, υπάρχει παραγωγή έργου που αναφέρεται στην παραγωγή και αναπαραγωγή πολιτισμού, έργο που όπως αναφέρει ο Δήμαρχος στον πρόλογο του «προβάλλει την εικόνα ενός κόσμου στον οποίο οι ανθρώπινες αξίες… παραμένουν ζωντανές» και συμπληρώνει ο πρόεδρος της ΑΝΚΙ στον δικό του πρόλογο «…το λεύκωμα θα ενισχύσει… την αναβίωση παραδοσιακών οικονομικών λειτουργιών…».

    Αυτό όμως που συνηγορεί ιδιαίτερα σ’ αυτά που επισημάνθηκαν είναι ο τρόπος με τον οποίο οι συγγραφείς «διάβασαν» τον τόπο που με τέτοια αγάπη μας παρουσιάζουν. Γράφει ο Θ. Βαφειάδης στον δικό του πρόλογο: «Περιδιαβαίνοντας ο επισκέπτης την περιοχή έχει την αίσθηση ότι ζει στον δικό της χρόνο… ο χώρος και τα κτίρια είναι οι αφηγητές της ιστορίας τους και των ανθρώπων που έζησαν εδώ» και κλείνει η Άννα Τζάκου «…στόχος είναι να ζωντανέψει μνήμες στους παλιούς και να ενημερώσει και να προβληματίσει τους νεώτερους».

   Στις διακόσιες περίπου σελίδες του, το λεύκωμα αναλαμβάνει όλες αυτές τις υποχρεώσεις. Και το πετυχαίνει. Το πετυχαίνει μ’ έναν τρόπο που ενώ στην πρώτη ματιά μοιάζει αρκετά συμβατικός, όταν πάψεις να το αντιμετωπίζεις με την ψυχρή ματιά του ειδικού που ψάχνει για τις ιστορικές αναφορές ή για δυσκολίες στη δόμηση των χαρακτηριστικών, ανακαλύπτεις ένα κόσμο, φωτισμένο από το πλούσιο φωτογραφικό υλικό, ποιοτικό και εύγλωττο, από τα σωστά επιλεγμένα και τεκμηριωμένα στοιχεία, με κόπο ανασυρθέντα από τις σπάνιες πηγές, και από τον λόγο των συγγραφέων που άλλοτε ποιητικός και άλλοτε επιστημονικός, μας οδηγούν με ασφάλεια στα μονοπάτια και τα κτίρια της Γουμένισσας, της Γρίβας, της Κάρπης, της Καστανερής, στις πυκνόφυτες και σκιερές πλαγιές του Παϊκου.

   Το όλο έργο δομείται σε δύο μέρη. Το πρώτο μέρος, την ευθύνη του οποίου φέρει ο Θανάσης Βαφειάδης, που είναι και ο γενικός επιμελητής της έκδοσης, αναφέρεται στην πολεοδομική εξέλιξη των οικισμών που αναφέρθηκαν. Αρθρωμένο σε επτά κεφάλαια το μέρος αυτό αποτελεί ουσιαστικά μια συγκροτημένη, περιεκτική, τεκμηριωμένη, υπεύθυνη αλλά και ευχάριστη, διασκεδαστική, γοητευτική στην ανάγνωση της γεωγραφική πραγματεία για την περιοχή. Το δεύτερο μέρος, την ευθύνη του οποίου έχει η Άννα Τζάκου, αφιερώνεται αποκλειστικά στα κτίρια της Γουμένισσας. Πρόκειται για μια αρχιτεκτονική προσέγγιση του δομημένου χώρου της πόλης που μ’ ένα αναλυτικό, πλούσιο σε φωτογράφηση και εξαιρετικά τεκμηριωμένου με αρχιτεκτονικά σχέδια κειμένου, όπου η Άννα Τζάκου μας παρουσιάζει τις εξαιρετικές αρχιτεκτονικές μορφές, επιλεγμένων κτιρίων με ένα κριτικό, αρχιτεκτονικό μάτι, που δημιουργεί την εντύπωση αλλά και την αίσθηση σχεδόν ενός index, ενός ευρετηρίου θα ‘λεγε κανείς της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς της Γουμένισσας.

   Η δική μου προσέγγιση σ’ αυτό το εκτενές πόνημα θα περιορισθεί στα θέματα που αναφέρονται κυρίως στην γεωγραφική οργάνωση της περιοχής, προσπαθώντας να δώσω σ’ εσάς και τους αναγνώστες που θα το ξεφυλλίσουν, το ενδιαφέρον, τη γνώση, την ομορφιά, αλλά και τη γοητεία που αισθάνθηκα περιδιαβάζοντας την περιοχή μέσα στο χώρο και το χρόνο που άλλοτε την συγκροτεί σαν μια γεωγραφική ενότητα και άλλοτε την αποδομεί σε ανθρώπους, δρόμους, εργοστάσια, πολιτικές εξεγέρσεις, κοινωνικά προβλήματα.

  Και είναι αυτό το ιδιαίτερο που χαρακτηρίζει τη δουλειά του Θ. Βαφειάδη. Η ματιά του είναι κοινωνική, δηλαδή άμεσα πολιτική. Η Γουμένισσα, η Γρίβα, η Κάρπη, η Καστανερή δεν είναι γι’ αυτόν τόποι μόνο με φυσικά χαρακτηριστικά, ή ιστορία που καταγράφεται με χρονολογίες και επεισόδια. Ο τόπος γι’ αυτόν είναι εκεί που δημιουργείται η ιστορία, δημιουργεί ο ίδιος ο τόπος ιστορία, την ιστορία του αλλά και αυτή της ευρύτερης περιοχής. Χρονικά πηγαίνει αρκετά πίσω, ζητώντας το ξεκίνημα του, ήδη από την εποχή της οθωμανικής αυτοκρατορίας και φτάνοντας ως το 1912 για την πρώτη περίοδο, οριοθετώντας τη δεύτερη στην έναρξη του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου. Είναι δύσκολο, ειδικά για μια μελέτη γεωγραφικού χαρακτήρα, να προσδιορισθούν χρονικά και χωρικά όρια, καταφέρνει όμως άλλοτε με παραδοχές και άλλοτε με τεκμήρια να μας εξηγήσει τις χωροχρονικές επιλογές του, χωρίς να αφήνει ερωτήματα και αμφιβολίες. Κι έτσι ξεκινάει αυτό το ταξίδι με μια εξαιρετικά αναλυτική παρουσίαση της ευρύτερης γεωγραφικής περιοχής και των σχέσεων της με την περιοχή μελέτης: βιλαέτια διαδέχονται εγιαλέτια, καζάδες συντροφεύουν σαντζάκια και όλη η διοικητική εικόνα της περιοχής υλοποιείται στα μάτια μας μέσα από πίνακες και χάρτες. Την οθωμανική τοπολογία διαδέχεται η ελληνική των «Νέων Χωρών: Νομαρχίες, Δήμοι και Κοινότητες, δίνουν πλέον στην περιοχή τη διοικητική της οντότητα, με τη μορφή σχεδόν που έχει σήμερα.

   Θεωρώντας ότι το σύστημα Επικοινωνιών αποτελεί ουσιαστικά βάση και αναφορά σε οτιδήποτε λειτουργεί στη συνέχεια στο χώρο, ο συγγραφέας ήδη από την αρχή μας περιγράφει αναλυτικά τη δομή αυτού του συστήματος και τις ιδιαιτερότητες που γνώρισε στην ιστορία του, από τη σχεδόν ολοκληρωτική απουσία του στη διάρκεια της οθωμανικής αυτοκρατορίας, έως την ουσιαστική δημιουργία και λειτουργία του για της ανάγκες των επιχειρήσεων του Α’ Παγκοσμίου πολέμου. Κινητήριος μοχλός κυριολεκτικά το οδικό και σιδηροδρομικό δίκτυο της περιοχής και η ανάπτυξη του αποτέλεσαν την αφετηρία του εκσυγχρονισμού της και της αστικοποίησης της όπως αναλυτικά αναπτύσσεται στο επόμενο κεφάλαιο, με την επισήμανση της ιδιαίτερης ανάπτυξης των ορεινών οικισμών στη διάρκεια της πρώτης περιόδου, μέσα από τις συγκυρίες της εποχής.

  Παρουσιάζοντας αναλυτικά τους τέσσερις οικισμούς, έναν προς έναν στη συνέχεια, μας δίνει μια εξαντλητική σχεδόν καταγραφή που συνοδεύεται κάθε φορά από τα ιστορικά και κοινωνικά συμβάντα που διαδραματίζονται τότε στην περιοχή. Έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον να παρακολουθήσει κανείς τη διαμόρφωση του αστικού χώρου, ιδιαίτερα της Γουμένισσας αφού αυτή από τους τέσσερις μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει αστικά χαρακτηριστικά και δομή, μέσα από τα γεγονότα που αναστάτωσαν την περιοχή, προικίζοντας της συγχρόνως και με τις γνωστές ιδιομορφίες και ιδιαιτερότητες. Η περίοδος 1878-1913, ο Α’ παγκόσμιος πόλεμος και τέλος η προσφυγική εγκατάσταση, μοιάζουν να σφραγίζουν και να διαμορφώνουν το χαρακτήρα της πόλης αλλά και των τριών άλλων οικισμών.

  Όμως το χώρο τον διαμορφώνουν οι άνθρωποι με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους, τις διαφορετικότητες τους, την πολυπολιτισμικότητα τους. Και η περιοχή είναι πλούσια σε όλα αυτά. Ο Θ. Βαφειάδης με επιστημονική αντικειμενικότητα αλλά και κοινωνική πολιτική συνείδηση και ευαισθησία, οριοθετεί μέσα από αριθμούς και θέσεις το μεγάλο θέμα που αναφέρεται στην εθνολογική σύνθεση των κατοίκων της περιοχής, προχωρώντας στη συνέχεια στην ανάπτυξη θεμάτων, που έχουν σχέση με τα πληθυσμιακά της μεγέθη και τις παραγωγικές της δραστηριότητες. Ως προς το πρώτο βέβαια εντοπίζονται όλα τα ειδικά χαρακτηριστικά που αναφέρονται στη σύνθεση του πληθυσμού: γλώσσα, θρησκεία, προέλευση κ.τ.λ. προσφέροντας μας έτσι την εικόνα ενός πληθυσμού ανομοιογενούς ακόμα, πλούσιου όμως ιδιαίτερα εξαιτίας αυτής της ανομοιογένειας.

   «Εύυδρος και εύοινος» είναι η Γουμένισσα και για το τελευταίο βέβαια κατέθεσα ήδη και τις προσωπικές μου μαρτυρίες. Όμως από τις ρομαντικές πολλές φορές διαπιστώσεις, έως την παραγωγική πραγματικότητα, τα πράγματα δεν είναι πάντοτε εύκολα ούτε ειδυλλιακά. Συνήθως είναι δύσκολα και η περίπτωση της Γουμένισσας και των άλλων τριών οικισμών το αποδεικνύει, μέσα από την ανάλυση, ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα και τεκμηριωμένη, του παραγωγικού συστήματος που επιχειρεί ο συγγραφέας, σύμφωνα με το οποίο δύο είναι οι κύριες ασχολίες που σημάδεψαν τον τόπο: η αμπελουργία και η σηροτροφία.

   Όπως κάθε μονοαπασχόληση, έτσι και σ’ αυτήν την περίπτωση δημιουργεί τεράστια οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα. Τα ειδικά προβλήματα που δημιουργήθηκαν τόσο από τη μία όσο και από την άλλη ασχολία, απασχολούν τον συγγραφέα, ο οποίος με μια ιδιαίτερη κοινωνικοπολιτική ευαισθησία δίνει τις διαστάσεις του προβλήματος σ’ ότι αφορά τα μεγέθη, την κοινωνική διάσταση και την πλουτοπαραγωγική συσσώρευση. Ιδιαίτερο χωρικό ενδιαφέρον για την περιοχή αποκτά το θέμα των διανομών της γης, γνωστό σε όλη τη Μακεδονική γη, που γίνεται με την ευκαιρία της Αποκατάστασης των Προσφύγων του 1922, δημιουργώντας έτσι επιπλέον προβλήματα, αλλά και προοπτικές μιας νέας ανάπτυξης, μέσα από τη δυναμική των νέων κατοίκων.

   Ο ιδιαίτερα πλούσιος υδροφόρος ορίζοντας της περιοχής, πέρα από τις ομορφιές του Παϊκου, δημιούργησε από παλιά μια άλλη πλουτοπαραγωγική δραστηριότητα, ιδιαίτερη για την περιοχή: τα εργαστήρια υδροκίνησης. Ο συγγραφέας διαπιστώνοντας τη σημασία αυτής της δραστηριότητας μας παρουσιάζει με τρόπο γλαφυρό και αναλυτικό αυτόν τον κύκλο του νερού που κάνει, ειδικά στην Ελλάδα, ευλογημένο τον τόπο που το διαθέτει. Μπατάνια, Νεροτριβές και Νερόμυλοι περνούν μπροστά από τα μάτια μας, μέσα από τις κατατοπιστικές περιγραφές και τις εύγλωττες φωτογραφίες μεταξύ άλλων του Π. Τοκμακίδη, ο συγγραφέας επισημαίνει ότι χάρη σ’ αυτόν τον πλούτο, αλλά και τις πρωτοβουλίες των κατοίκων διαμορφώθηκαν ανθηροί παραγωγικοί πυρήνες.

  Σε μια Ελλάδα, που δεν διακρίνεται για την βιομηχανική της ανάπτυξη, και μάλιστα στην περίοδο που μελετάμε, η οποιαδήποτε σχετική δραστηριότητα, παίρνει ειδικές διαστάσεις, ιδιαίτερα ακόμα μεγαλύτερες για την περιοχή που μας ενδιαφέρει. Ήδη ο συγγραφέας επισημαίνει το πρόβλημα για το σύνολο της μακεδονικής γης, εκτός της Θεσσαλονίκης. Είναι στη διάρκεια του μεσοπολέμου, στις δεκαετίες 1920 και 1930 που μπορούμε να εντοπίσουμε την ύπαρξη κάποιας βιομηχανικής ανάπτυξης και στη Γουμένισσα, με την ίδρυση δύο σημαντικών μονάδων: της «Χρυσαλλίδας» και του «Ιωακειμίδη». Δηλαδή για δύο μεταξουργία γιατί αυτή είναι η βιομηχανική εξειδίκευση στην περιοχή: η μεταξοϋφαντουργία.

Κλείνοντας το κεφάλαιο αυτό και ουσιαστικά ολοκληρώνοντας κατά κάποιο τρόπο, αυτήν τη γεωγραφική προσέγγιση της περιοχής, ο συγγραφέας μας προσφέρει μια σύνοψη της οικονομικής ζωής του τόπου, ιδιαίτερα κατατοπιστική για την περίοδο που μελετήθηκε. Μεταφέροντας τα συμπεράσματα του «Μεγάλου Οδηγού της Ελλάδος» του 1921, μας βοηθά να διαπιστώσουμε ότι στην περιοχή η δραστηριότητα που έδωσε ώθηση και ανάπτυξη οφείλεται κατά κύριο λόγο στην αμπελουργία και τα περίφημα κρασιά της περιοχής, αφήνοντας σε δεύτερη μοίρα άλλες δραστηριότητες της περιοχής, ακόμα και γεωργικές, για να μην αναφερθούμε στις βιομηχανικές.

   Είναι αλήθεια ότι η μεταφορά μέσα από ένα βιβλίο έστω και ενός μέρους της ζωής και της μορφής ενός τόπου δεν είναι εύκολο έργο. Πόσο περισσότερο όταν πρόκειται για έναν τόπο, μια περιοχή με έντονες διαφοροποιήσεις και σημαντικές ιστορικές διακυμάνσεις. Επιπλέον η κλίμακα του χώρου δημιουργεί επιπρόσθετες δυσκολίες, αφού το μικρό, έχει πάντα ανάγκη ως γνωστό, μιας προσέγγισης περισσότερο λεπτομερειακής, αναλυτικής και εντέλει προσωπικής.

  Έχω την αίσθηση ότι ο Θανάσης Βαφειάδης έχοντας τις ικανότητες ενός μηχανικού αλλά και τις ευαισθησίες ενός κοινωνικοπολιτικά ώριμου ανθρώπου, καταφέρνει να μας μεταφέρει όλη εκείνη τη γεύση που προσφέρει η ανάγνωση, ή έστω το ξεφύλλισμα, ενός «Λευκώματος», όπως οι συγγραφείς θέλησαν να το χαρακτηρίσουν, το οποίο ξεπερνώντας μια ακαδημαϊκή πραγματεία, γίνεται ο ορίζοντας αναφοράς για την ιστορία και τις δυνατότητες ενός τόπου. Η Γουμένισσα ή Γκουμέντσα, η Γρίβα ή Οκρίβα, η Κάρπη ή Τσέρνα Ρέκα, η Καστανερή ή Μπαροβίτσα είναι τόποι όπου ο χρόνος άφησε τα ίχνη μέσα από θύμησες και πράγματα φθαρτά ή αναλλοίωτα, αλλά κυρίως τόποι, όπου οι άνθρωποι γράφουν την ιστορία τους, αγαπώντας τους, πονώντας τους και εν τέλει ταυτίζοντας τους με την ψυχή και το σώμα τους.

   Είναι για όλα αυτά που θεωρώ ότι η δουλειά του Θανάση Βαφειάδη και της Άννας Τζάκου αξίζει της προσοχής μας, διαβάζοντας την μόνο κερδισμένοι θα βγούμε, κερδισμένοι από τη γνώση που προσφέρει ένα τέτοιο πόνημα που φτιάχθηκε, σε όλα τα επίπεδα – συγγραφικά και διαδικαστικά – από ανθρώπους και φορείς που φαίνεται ότι νοιάζονται για τον τόπο τους, για μας για σας που θα προσπαθήσουμε να αποδείξουμε ότι με τη σειρά μας θα φανούμε αντάξιοι του παρελθόντος που μας εξιστόρησαν.

ΤΕΧΝΟ.jpg