3. ΑΦΙΣΣΑ.jpg

       

     Ο πολύ γνωστός και πολύ συμπαθής ψυχίατρος Ματθαίος Γιωσαφάτ έχοντας ασχοληθεί με χιλιάδες παντρεμένα ζευγάρια κατέληξε στο εξής αδιαμφισβήτητο συμπέρασμα: «Ο γάμος είναι μια από τις σημαντικότερες αιτίες χρόνιας κατάθλιψης είτε για τη γυναίκα είτε για τον άντρα. Ο καθένας τους προσπαθεί να την αποφύγει με διάφορους τρόπους: οι γυναίκες με τα παιδιά, οι άντρες με τη δουλειά, με τριγωνοποιήσεις στις σχέσεις, με το ποτό, τα ναρκωτικά, τις φιλοδοξίες». Στην ταινία του Κώστα Ανδρίτσου «Το παραστράτημα μιας αθώας» ο σύζυγος ρίχνεται με τα μούτρα στη δουλειά, η σύζυγος έχει σαν μόνη παρηγοριά την κόρη τους και δεν υπάρχει κανένα παραστράτημα εξαιτίας τριγωνικών σχέσεων, ποτών, ναρκωτικών ή φιλοδοξιών.

          Γιατί όμως αυτός ο κινηματογραφικός γάμος πήγε κατά διαόλου; Η απάντηση για όσους έχουν δει την ταινία είναι κάτι περισσότερο από προφανής: ήταν αταίριαστος λόγω της μεγάλης διαφοράς ηλικίας του ζευγαριού. Εκείνος, ο Αλέξης Σαββίδης (Ανδρέας Φιλιππίδης), ήταν 58 ετών και εκείνη, η Φανή (Γκέλυ Μαυροπούλου), μόλις 18 Μαΐων. Προφανώς και οι δυο δεν είχαν ιδέα από την αρχαία ελληνική γραμματεία γιατί αν είχαν θα γνώριζαν ότι στην αρχαιότητα για τους οψίγαμους, τους νυμφευόμενους δηλαδή νεαρή γυναίκα, αν και δεν υπήρχε τιμωρία που να προβλέπεται από το νόμο υπήρχε η κατακραυγή των ποιητών και των φιλοσόφων. Ο Θεόγνις έλεγε ότι νέα γυναίκα που παντρεύεται γέροντα είναι πλοίο χωρίς πηδάλιο και άγκυρα και μοιραία «πολλάκις εκ νυκτών άλλον έχει λιμένα». Ο Ευριπίδης, παρότι φέρε­ται ως μισογύνης, λυπόταν τη γυναίκα που παντρευόταν γέροντα: «πικρόν νέα γυναικί πρεσβύτης ανήρ». Την εποχή που γυρίστηκε η ταινία δεν ήταν ασυνήθιστο μια νεαρή κοπέλα να παντρεύεται έναν ηλικιωμένο άνδρα και αυτό συνέβαινε κυρίως για τρεις λόγους: για να μη «μείνει στο ράφι», για να βοηθήσει οικονομικά την οικογένειά της ή για να σκεπάσει κάποιο νεανικό «ολίσθημα». Η Φανή παντρεύτηκε ύστερα από μια μεγάλη ερωτική απογοήτευση, καθώς ο αγαπημένος της Νάσος Ροδάκης (Ανδρέας Μπάρκουλης) την εγκατέλειψε, γιατί οι δικοί του δεν ήθελαν για νύφη μια κοπέλα που είχε για προίκα μόνο το βρακί της. Έπρεπε λοιπόν να βρει έναν πλούσιο γαμπρό που να τον συγκινήσει αυτό που είχε μέσα στο βρακί της και αφού οι βιομήχανοι και οι εφοπλιστές παντρεύονταν τις φτωχές κοπέλες σε άλλες ελληνικές ταινίες ως καλή επιλογή απέμεναν οι γιατροί, οι δικηγόροι και οι μηχανικοί. Επέλεξε τελικά έναν πολιτικό μηχανικό που της τον προξένευε φορτικά η θεία της και που φαινόταν και σοβαρός, καθώς κυκλοφορούσε πάντα με μια δερμάτινη τσάντα, φορώντας μακριά καμπαρντίνα, άψογο κοστούμι και καπέλο. Μόνο η ομπρέλα του έλειπε για να μοιάζει με λόρδο.

        Στα περισσότερα παντρεμένα ζευγάρια η απόλαυση κορυφώνεται τον πρώτο μήνα της συζυγικής ζωής, το λεγόμενο μήνα του μέλιτος ή μήνα της σελήνης και μετά εξανεμίζεται τάχιστα, όπως τάχιστα εξανεμίζονται και οι αυταπάτες περί ανθόσπαρτου, ευτυχή και ανέφελου βίου που εύχονται όλοι σε μια γαμήλια τελετή. Στην περίπτωση του Αλέξη και της Φανής ο μήνας του μέλιτος δεν κράτησε ούτε μια εβδομάδα και η δύστυχη Φανή ανακάλυψε ότι σε αντίθεση με άλλες γυναίκες που δεν έκαναν σεξ πριν το γάμο αυτή δε θα έκανε ούτε και μετά. Και όχι μόνο αυτό: εκτός από την ερωτική απόλαυση θα στερούνταν και όλες τις άλλες απολαύσεις που έχει ένα φυσιολογικό ζευγάρι. Ο λόγος αυτής της θλιβερής κατάστασης ήταν ότι ο σύζυγος της ήταν εργασιομανής και δεν έλεγε να ξεκολλήσει από το σχεδιαστήριο του, διότι είχε πάντοτε δουλειές που δεν έπαιρναν αναβολή. Κάθε φορά που η Φανή είχε σχεδιάσει μια έξοδο για διασκέδαση, μια επίσκεψη σ’ ένα φιλικό σπίτι, μια εκδρομή, ο Αλέξης, ενώ αρχικά είχε συμφωνήσει, την τελευταία στιγμή αρνούνταν πεισματικά να βγει με τη σύζυγό του διότι αίφνης προέκυψε μια επείγουσα δουλειά. Μόνιμη επωδός των απαντήσεων του ήταν «έχω δουλειά και η δουλειά προηγείται». Έτσι η Φανή διήγε τον έγγαμον βίον ως φυλακισμένη στους τέσσερεις τοίχους του σπιτιού τους και κλαιγόταν στη μοναδική φίλη της (Χάρις Καμίλη) ότι «για τον Αλέξη δεν υπάρχει τίποτε άλλο πέρα από τη δουλειά», αφού ούτε στα γενέθλια της κόρης του δεν είχε χρόνο να παρευρεθεί.

       Ο Αλέξης εκτός από εργασιομανής ήταν και ένας εντελώς παράξενος τύπος που η συμπεριφορά του διέφερε από την τυπική ενός παντρεμένου, η οποία σκιαγραφείται ως εξής: Ο άνδρας στο αρχικό στάδιο του γάμου, θεωρεί πρώ­τιστο καθήκον του να ικανοποιήσει τη σύζυγό του και λιγότερο τον εαυτό του, αφού έτσι επιβεβαιώνεται ο ανδρισμός του, ο οποίος αν αμφισβητηθεί επιφέρει και τη συντέλεια του κόσμου του. Στη συνέχεια ενδιαφέρεται να ικανοποιήσει άλλες ερωτικές συντρόφους, την κουμπάρα, τη γραμματέα, τη γειτόνισσά του και αδιαφορεί για την ικανοποίηση της συζύγου. Έτσι, ενώ για την πλειοψηφία των εγγάμων χρειάζεται μια περίοδος 20 ετών για να γίνει το συζυγικό σεξ σαν το μηδέν στις αριθμητικές πράξεις, που δεν προσθέτει και δεν αφαιρεί τίποτε και μηδενίζει το γινόμενο, γι’ αυτούς τους δυο το μηδέν εις το πηλίκον της ερωτικής ζωής εμφανίστηκε πριν καν η νύφη βγάλει το νυφικό της. Κι αν, όπως λένε, «ο γάμος σκοτώνει τον έρωτα» σ’ αυτήν την περίπτωση κανένας έρωτας δεν σκοτώθηκε γιατί απλούστατα ποτέ δεν υπήρξε. Αλλά ακόμη και να υπήρχε θα είχε εξαφανιστεί από την παρουσία της μαμάς του πολιτικού μηχανικού (Ρίτα Μουσούρη), η οποία παρουσιάζεται στην ταινία σαν μικρόψυχη σκατόγρια που φιτιλιάζει το γιο της για τη γυναίκα που επέλεξε και δικαιολογεί κάθε παράλογη πράξη του, όπως άλλωστε θα έκανε κάθε Ελληνίδα μάνα. Εκτός από την κακίστρω πεθερά και μια άλλη γυναικεία παρουσία δυναμιτίζει τα θεμέλια αυτού του χωρίς σεξ γάμου. Η περί ης ο λόγος ήταν η δήθεν φίλη της Φανής, που ήταν σφόδρα ερωτευμένη με τον Αλέξη και καιροφυλακτούσε για να εκμεταλλευτεί κάθε ευκαιρία που θα της δινόταν για να διαλύσει το γάμο.

       Όταν η Φανή αποφάσισε να κάνει την επανάσταση της και να βγει να διασκεδάσει μόνη της, αφού ο σύζυγος προτιμούσε να μείνει μόνος και να δουλέψει, άρχισαν τα παρατράγουδα. Η Φανή, θύμα ακραίων συμπτώσεων και αισχρών συκοφαντιών, θεωρήθηκε ένοχη για παράπτωμα που ουδέποτε διέπραξε και διώχθηκε κακήν – κακώς από τη συζυγική εστία. Χωρίς οικονομικούς πόρους αναζήτησε εναγωνίως δουλειά, ψάχνοντας τις αγγελίες των εφημερίδων και εν τέλει χάρη στη βοήθεια ενός μεσόκοπου εφοπλιστή κατάφερε να προσληφθεί στην «Ολυμπιακή» αεροπορία. Ο εφοπλιστής Δημήτρης Καλέργης (Λάμπρος Κωνσταντάρας) που τη βοήθησε, πέτυχε να κερδίσει την καρδιά της κατατρεγμένης, τραπεζώνοντας την σε πολυτελή εστιατόρια, πηγαίνοντας την βόλτες με το κότερο του και υποσχόμενος βίον πολυτελή αν τον ακολουθούσε στο Λονδίνο και τον παντρευόταν.

       Προέκυψε όμως ένα πρόβλημα: To get married or not to get married η ήδη παντρεμένη Φανή; Να το αμλετικό δίλλημα του σκηνοθέτη, το οποίο λύθηκε μέσω του παιδιού, που ως γνωστόν σε όλες τις ελληνικές ταινίες φέρνει το happy end. Η Φανή, λοιπόν, λίγο πριν αναχωρήσει για την Αγγλία πληροφορήθηκε ότι η ζωή της κόρης της κινδυνεύει και ότι η παρουσία της, με βάση τα λεγόμενα του γιατρού, θεωρούνταν επιβεβλημένη για να σωθεί. Έτσι, ο εφοπλιστής παρατιέται σύξυλος στην αίθουσα αναχωρήσεων του αεροδρομίου και η Φανή επανακάμπτει στο σπίτι του συζύγου της και πετυχαίνει να σώσει την κορούλα της. Σύζυγος και πεθερά, που δεν ήθελαν να τη δουν ούτε ζωγραφιστή, την ξαναδέχονται στη ζωή τους με ανοιχτές αγκάλες και οι θεατές που ρίξαν μαύρο δάκρυ καθ’ όλη τη διάρκεια της ταινίας φεύγουν ευχαριστημένοι.

      Το ηθικό δίδαγμα της ταινίας είναι ότι ένας μηχανικός, όσο αντιερωτικός τύπος και να είναι, μπορεί να κερδίσει έναν εφοπλιστή ή έναν ευπαρουσίαστο νέο όταν διεκδικεί μια γυναίκα. Συνεπώς η επιστήμη του μηχανικού θα πρέπει να θεωρηθεί ως μεγαλύτερο προσόν από τα χρήματα και την νεότητα, που ήταν άλλωστε είναι τα δυο πράγματα που διαχρονικά ενδιέφεραν περισσότερο από κάθε τι τις γυναίκες.

tire-la-bobine-et-le-cinema-sera_579572.
Το παραστράτημα μιας αθώας
ΣΙΝΕΡΟΜΑΝΤΣΟΝ ΜΕΛΟΔΡΑΜΑΤΙΚΟΝ ΚΑΙ ΤΑΥΤΟΧΡΟΝΩΣ ΔΙΔΑΚΤΙΚΟΝ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΕΡΩΤΙΚΗΣ ΑΝΟΜΒΡΙΑΣ ΕΙΣ ΤΟΝ ΓΑΜΟΝ
3.1
3.2
3.3
3.4