8. ΑΦΙΣΣΑ.jpg

       Η Κατερίνα (Άννα Φόνσου) θυγάτηρ του πλούσιου αλλά και μπερμπάντη αρχιτέκτονος Χρήστου Νεγρεπόντη (Θάνος Κωτσόπουλος) «κάνει τη ζωή της» ξενυχτώντας, διασκεδάζοντας, τρέχοντας σε ράλι ως θηλυκός Σουμάχερ και «παίζοντας» με τους άνδρες, τους οποίους τάχιστα εγκαταλείπει άνευ λόγου και αιτίας. Ο κατάλογος των επίδοξων εραστών, που αφήνονται ξαναμμένοι στα κρύα του λουτρού, μακρύς: πρώτα ένας φτωχός λαϊκός οργανοπαίκτης (Νίκος Ξανθόπουλος), μετά ένας ντροπαλός νεαρός (Κώστας Καράς) και έπειτα ένας μοχθηρός ζιγκολό (Βαγγέλης Σειληνός). Ο γαλατάς της γειτονιάς της διέφυγε, διότι άφηνε το κατσαρολάκι με το γάλα στην είσοδο της οικίας της πριν ακόμη εκείνη επιστρέψει για να κοιμηθεί. Ο πραγματικός λόγος της ανεξήγητης συμπεριφοράς της, σύμφωνα με το δακρύβρεχτο σενάριο, ήταν ιατρικής φύσεως: αν ερωτευόταν η αδύναμη καρδιά της δε θ’ άντεχε και πριν φθάσει ο καρδιολόγος, που περιγράφει στο ομώνυμο τραγούδι της η Βούλα Πάλα, θα επερχόταν το μοιραίο. Μοιραίο, όμως, ήταν να μπει στη ζωή της ένας πολιτικός μηχανικός, εξαιρετικής ωραιότητος, ευγενών αισθημάτων και αδαμαντίνου χαρακτήρος, ο Στέφανος (Νίκος Κούρκουλος).

          Η πρώτη συνάντηση γίνεται κοντά στα ξημερώματα έξω από γιαπί όπου ο Στέφανος εργάζεται όχι με το πηλοφόρι και το μυστρί ως οικοδόμος αλλά ως επιβλέπων μηχανικός για λογαριασμό μιας εκ των οικοδομικών εταιριών που την εποχή εκείνη ανεφύοντο ως μύκητες, λόγω της αντιπαροχής. Κουστουμαρισμένος αλλά άνευ γραβάτας - όπως κάποιοι άλλοι πρώην πολιτικοί μηχανικοί και νυν μόνο πολιτικοί- ο Στέφανος παρακολουθεί με σοβαρό ύφος τους εργάτες να κάνουν «χαρμάνι» με το φτυάρι, να το κουβαλούν με το τενεκέ στους στιβαρούς ώμους τους, να ανεβοκατεβαίνουν σβέλτα τη ξύλινη ράμπα και κρατάει σημειώσεις.

       Η δεύτερη συνάντηση γίνεται πάλι χαράματα, πριν λαλήσουν οι κοκόροι, καθώς η ατίθαση Κατερίνα επιστρέφει από νυχτερινή κραιπάλη και ο ευσυνείδητος μηχανικός έχει πάει στο γιαπί, ανησυχώντας για την πλάκα του τρίτου ορόφου που είχε πέσει την προηγούμενη μέρα. (Εδώ υπονοείται ότι δεν έχει τηρηθεί ο ενδεδειγμένος χρόνος για το ξεκαλούπωμα της πλάκας και των κατακόρυφων στοιχείων του φέροντος οργανισμού, πρακτική που ακολουθείται και σήμερα προς όφελος των εργοδοτών και προς βλάβην της στατικής επάρκειας του κτηρίου).

         Η τρίτη συνάντηση τους δεν είναι φαρμακερή γι’ αυτούς αλλά για ένα εργάτη που πέφτει θύμα εργατικού ατυχήματος, παίζοντας τη ζωή του στα ζάρια ανεβασμένος πάνω στα ικριώματα και  επιβεβαιώνοντας τους στίχους «όσοι είναι παλληκάρια τη ζωή τους την περνούν στις σκαλωσιές». Ακριβώς τη στιγμή της πτώσης, όλως τυχαίως, η Κατερίνα περνάει με το σπορ αμάξι της μπροστά από το γιαπί και μεταφέρει τον τραυματία μαζί με τον Στέφανο στο νοσοκομείο, γιατί ποιός να περιμένει ασθενοφόρο να έρθει, κι αν έρθει, άσε που μπορεί να το έχουν κάψει τίποτε αναρχικοί της εποχής στα Εξάρχεια. Εκτός από χρέη τραυματιοφορέα ο εξαίρετος μηχανικός γίνεται και εθελοντής αιμοδότης, προκαλώντας το θαυμασμό της νοσοκόμας αλλά και της Κατερίνας. Ο θαυμασμός της ενισχύεται όταν ο Στέφανος υφίσταται την ταλαιπωρία να πάει Σαββατόβραδο με το λεωφορείο στη φτωχογειτονιά που διαμένει ο εργάτης για να παραδώσει το μεροκάματο στους οικείους του τραυματισθέντος. Όλως παραδόξως δεν εκδηλώνεται ραγδαία νεροποντή, διαψεύδοντας γνωστό έντεχνο άσμα της εποχής που μιλούσε για βροχοπτώσεις σε καρδιές και φτωχογειτονιές.

         Κατόπιν τούτων αναπτύσσεται σφοδρόν ειδύλλιον, το οποίον όμως καταρρέει όταν η νεαρά ανακαλύπτει ότι ο Στέφανος, που της εξέθεσε τα πάντα για τη ζωή του, παρέλειψε μια μικρή λεπτομέρεια: ότι ήταν στεφανωμένος και είχε και παιδί. Επειδή, όμως, και οι παντρεμένοι έχουν ψυχή, τελικά του δίνεται, αλλά στην κορύφωση της ερωτικής πράξης η άτυχη νεαρά εγκαταλείπει το μάταιον τούτον κόσμον, παρατηρώντας τον εφεξής σε άνοψη, όπως θα έλεγαν οι μηχανικοί ή επί το λαϊκότερον βλέποντας τα ραδίκια ανεστραμμένα σαν τα ανεστραμμένα είδωλα που εμφανίζονταν στους φακούς των παλαιών θεοδολίχων.

       Το ηθικό δίδαγμα της ταινίας είναι ότι ο έρως με Πολιτικό μηχανικό είναι λίαν επικίνδυνος έως θανατηφόρος, δια τούτο προτιμότεροι είναι οι Τοπογράφοι, οι οποίοι ουδέποτε θα επέλεγαν έναν άθλιο αχυρώνα για να συνευρεθούν ερωτικά, όπως γίνεται στο τέλος της ταινίας. Αντιθέτως, θα συνήπταν τους ερωτικούς εναγκαλισμούς στην αγκάλη της μητέρας Φύσης, την οποία και προτιμούν λόγω της φύσης του επαγγέλματός τους.

       Εν κατακλείδι η ταινία είναι ένα βαρετό μελόδραμα και οι σινεφίλ προτιμότερο θα ήταν να επιλέξουν μια άλλη ταινία με την ίδια πρωταγωνίστρια, όπως το «Πιο θερμή από τον ήλιο» ή το «Κορίτσι και τ’ άλογο», όπου απουσιάζει μεν ο μηχανικός αλλά απουσιάζουν και τα ρούχα της Φόνσου, οπότε το πράγμα αποκτά ενδιαφέρον.

tire-la-bobine-et-le-cinema-sera_579572.
Δίψα για ζωή
ΣΙΝΕΡΟΜΑΝΤΣΟΝ ΔΑΚΡΥΒΡΕΧΤΟΝ
8.1
8.2
8.3
8.4
8.5
8.6
8.7
8.8