«Προσοχή κίνδυνος»

Όταν εμφανίζεται ο τοπογράφος της Νομαρχίας
οι εγκληματίες τιμωρούνται

Σ1.jpg

Τι διάολο συνέβαινε σε εκείνη την κλειστή στροφή και τα
διερχόμενα οχήματα εκτρέπονταν της πορείας τους και
προσέκρουαν στα στηθαία, στους στύλους κατευθύνσεως ή στα
βραχώδη κατακόρυφα πρανή; Δεκαεπτά ατυχήματα σε ένα μόνο
χρόνο ήταν κάτι παραπάνω από υπερβολικό. Δεν ήταν δυνατόν όλοι
αυτοί οι αποδημήσαντες στον άλλο κόσμο οδηγοί να είχαν
αναπτύξει υπερβολική ταχύτητα και όλα τα ελαστικά των οχημάτων
να ήταν φθαρμένα. Επιπλέον, η επιφάνεια του οδοστρώματος
βρισκόταν σε καλή κατάσταση άρα και ο συντελεστής πλευρικής
τριβής μεταβαλλόταν μέσα στα καθορισμένα όρια τιμών. Επομένως
κάποιο σφάλμα υπήρχε στη χάραξη του καμπύλου τμήματος της
οδού και αυτό θα είχε να κάνει είτε με το λανθασμένο υπολογισμό
της κλωθοειδούς (του τόξου συναρμογής που επιτρέπει τη συνεχή
μεταβολή της φυγόκεντρης επιτάχυνσης) ή με την τιμή της
μονοκλινούς επίκλησης. Αυτά και άλλα παρόμοια σκεφτόταν -
πίνοντας τον καφέ του στο καφενείο της Βούλας (Δώρα Σιτζάνη)- ο
Ορέστης (Δάνης Κατρανίδης), ο τοπογράφος της Νομαρχίας, που
κατόπιν επανειλημμένων διαβημάτων του κοινοτάρχη είχε σταλεί
για να ελέγξει την κατάσταση του θανατηφόρου δρόμου.
Το πρόβλημα, βεβαίως, δεν ήταν τεχνικής φύσεως- εσφαλμένη
χάραξη της οδού ή κακοτεχνία στην κατασκευή- αλλά αυτό ο
τοπογράφος δε μπορούσε να το γνωρίζει διότι δεν ήτο μάντης και
στο Πολυτεχνείο είχε διδαχθεί αστρονομία και όχι αστρολογία. Η
αλήθεια ήταν ότι τα ατυχήματα προκαλούνταν από την εγκληματική
δράση της οικογένειας ενός πρώην παρακρατικού και φονιά, του
Σιδέρη (Τίτος Βανδής), μιας φιγούρας βγαλμένης από τα πιο σκοτεινά χρόνια του Εμφυλίου και της μετεμφυλιακής Ελλάδας. Ο
παλιός ταγματαλήτης Σιδέρης μαζί με την κόρη του Μόρφω
(Κατερίνα Ραζέλου) και τους δυο γιους του έστηνε παγίδες
θανάτου ρίχνοντας λάδια στο οδόστρωμα για να προκαλεί
ατυχήματα και στη συνέχεια να ληστεύει τα θύματα. Όλοι στο χωριό
υποψιάζονταν ότι υπήρχε σχέση αυτής της εγκληματικής
οικογένειας με τα τροχαία ατυχήματα, αλλά κανείς δεν τολμούσε να
μιλήσει επειδή φοβούνταν την οργή του Σιδέρη, ο οποίος δεν
ορρωδούσε προ ουδενός και επιπλέον είχε την προκλητική κάλυψη
της αστυνομίας, ως παλιός συνεργάτης της στις διώξεις και τους
βασανισμούς των αριστερών πολιτών.
Ο Ορέστης τείνοντας ευήκοον ους στις συζητήσεις των
θαμώνων του καφενείου γρήγορα αντιλήφθηκε (επειδή ως
τοπογράφος ήτο και εύστροφος) ότι κάτι ύποπτο συνέβαινε με τον
Σιδέρη, που ήταν ο φόβος και ο τρόμος του χωριού. Χωρίς
ενδοιασμούς (επειδή ως τοπογράφος ήτο και ατρόμητος)
αποφάσισε να μελετήσει εναλλακτική ζώνη διάβασης της οδού, που
περνούσε μέσα από την έκταση του παλιού λατομείου που
αυθαίρετα είχε καταλάβει και νέμονταν ο Σιδέρης. Φόρτωσε λοιπόν
τα μετρητικά όργανα στο PONY (επειδή ως τοπογράφος έπρεπε να
διαθέτει jeep, αλλά PONY; για όνομα!) και με το βοηθό του
κατευθύνθηκαν προς το νταμάρι για να εκτελέσουν τις
απαιτούμενες για τη προκαταρκτική μελέτη μετρήσεις. Στη θέα του
τοπογραφικού συνεργείου η άγριας ομορφιάς Μόρφω έτρεξε για να
διαπιστώσει τι συμβαίνει.
Μηχανικός είσαι; ρωτάει η Μόρφω τον Ορέστη.
Όχι τοπογράφος, απαντά εκείνος θεωρώντας ότι οι Τοπογράφοι
είναι κάτι καλύτερο από απλοί μηχανικοί.
Στην επόμενη ερώτηση για το τι ακριβώς κάνει της απαντάει
γενικόλογα. Άντε τώρα να της εξηγήσει τι είναι οριζοντιογραφία, τι
είναι υψομετρικές καμπύλες, τι είναι ισοδιάσταση όταν έχει μπροστά
του μια κοπέλα που του προκαλεί την επιθυμία να την οριζοντιώσει
καθώς οι καμπύλες της είναι προκλητικές και οι διαστάσεις στήθους,
μέσης, περιφέρειας απολύτως ικανοποιητικές. Έτσι, αφήνοντας το
βοηθό του με τη σταδία περνάει στα επόμενα στάδια της ερωτικής
προσέγγισης με την κοπέλα, που ειρήσθω εν παρόδω είναι και
ολίγον τι διεστραμμένη καθώς διατηρεί αιμομικτικές σχέσεις με τον
πατέρα της. Το εντυπωσιακό είναι ότι και σε αυτήν την ταινία ο
Τοπογράφος έχει την τύχη να συναντήσει εν ώρα εργασίας ένα
ερωτικό θηλυκό όπως το ίδιο συμβαίνει και στις τηλεοπτικές σειρές
όπως επί παραδείγματι στους «Ψίθυρους καρδιάς» όπου ο
Τοπογράφος Γκλέτσος κερδίζει την καρδιά της ευειδούς τσιγγάνας
Ερατούς (Αννα – Μαρία Παπαχαραλάμπους). Αυτά βεβαίως
συμβαίνουν μόνον στους κινηματογραφικούς ή τηλεοπτικούς
Τοπογράφους διότι στα τριάκοντα και πλέον έτη μάχιμης
τοπογραφίας τα μόνα θηλυκά που εμείς οι κοινοί τοπογράφοι
συναντούσαμε στις εργασίες πεδίου ήταν είτε παχιές αγελάδες στις
εκτός σχεδίου περιοχές είτε ισχνά παπαδιαμαντικά γραΐδια στις
εντός σχεδίου. Και φυσικά μόνο ψίθυρους καρδιάς δεν ακούσαμε
παρά μόνο μουγκανίσματα ή στερεότυπες ερωτήσεις: «Εσείς πα ντο
ευτάτε αδακές;», «Εξέρτς ντο θέλω ας εσέν; Να μετράς και τ’ εμόν
το κόπεδον, μαναχόν πέει με πόσα παράδας θελτς» «Να λελέβω τη
ψης τοπόγραφε εν έρτω α σο Κιλκίς πού θα ευρήκω σε πούλι’μ;»
Ο Ορέστης μετά την πρώτη γνωριμία την έβγαλε βόλτα τη
Μόρφω στο χωριό(επειδή ως Τοπογράφος ήτο και αισθηματίας),
την κέρασε και σουβλάκι(επειδή ως Τοπογράφος ήτο και
ανοιχτοχέρης), της αγόρασε κι ένα φόρεμα κόκκινο πιο κόκκινο κι
από την ερυθρά που σχεδίασε στη μηκοτομή του δρόμου (παρόλο
που ήτο Τοπογράφος έχασε το μέτρο και άρχισε τις μ....).
Η επόμενη επίσκεψη του Τοπογράφου στο χώρο του λατομείου,
όπου βρισκόταν και η παράγκα του Σιδέρη, παραλίγο να καταλήξει
σε αιματηρό επεισόδιο. Έξαλλος ο τραμπούκος θεώρησε την παρουσία τους ως καταπάτηση της περιουσίας του και τους ζήτησε
το λόγο: «Τι κάνετε μέσα στο χωράφι το δικό μου;» Ο Ορέστης του
απάντησε ευγενικά (επειδή ως Τοπογράφος ήτο και μειλίχιος),
εκείνος όμως εξαγριωμένος σήκωσε ένα σιδερένιο λοστό για να
τον χτυπήσει. Εκείνη την ώρα έφθασε το περιπολικό της αστυνομίας
και το επεισόδιο έληξε με τον αστυνόμο (Μιχάλης Γιαννάτος) να λέει
ειρωνικά στο Σιδέρη: «Γιατί στου παππού σου το αμπέλι μπήκανε;
Νάτανε και δικό σου...»
Μετά τη δυσοίωνη αυτή εξέλιξη ο Σιδέρης κατέβηκε στην
Αθήνα για να συναντήσει έναν ομοϊδεάτη βουλευτή που έκοβε και
έραβε και θα μεσολαβούσε ώστε να αποκτήσει την κυριότητα στην
έκταση του λατομείου, η οποία αποτελούσε μοναστηριακή
περιουσία. Διανυκτέρευσε σε ένα μπουρδέλο και ξύπνησε εύχαρις
ελπίζοντας σε αυτό το κράτος μπουρδέλο που εξακολουθεί να
βρίσκεται εν ισχύ ο νόμος περί ανωμάλων δικαιοπραξιών μια
ανώμαλη υπόθεση σαν τη δική του θα μπορούσε να τακτοποιηθεί.
Ήταν όμως αργά. Ο γιός του, που διατηρούσε ερωτική σχέση με την
καφετζού, μη αντέχοντας την κόλαση που ζούσε, της
εκμυστηρεύθηκε την αλήθεια. Η καφετζού κοινοποίησε το μυστικό
στους συγχωριανούς -εξ ου και η παροιμία «από παιδί, τρελό,
μεθυσμένο και καφετζού μαθαίνεις την αλήθεια»- και εκείνοι
οπλίστηκαν και κινήθηκαν προς την παράγκα του Σιδέρη. Όταν
πλησίασαν την είδαν να φλέγεται καθώς προηγουμένως ο
ανάπηρος σωματικά και διανοητικά γιος του Σιδέρη είχε
κατακρεουργήσει με τσεκούρι την αδελφή του και είχε βάλει φωτιά
στην παράγκα.
Το ηθικό δίδαγμα της ταινίας είναι ότι χωρίς την παρουσία των
Τοπογράφων κανένα τεχνικό ή κοινωνικό πρόβλημα δε μπορεί να
επιλυθεί ή όπως θα το έλεγε και ο Δημοσθένης «Δει δη τοπογράφων, ω άνδρες Αθηναίοι, και άνευ τούτων ουδέν εστίγενέσθαι των δεόντων».

24f9657d-22a0-4796-9e41-ca93d65874b5

Σχετικές Φωτογραφίες